Το πρώτο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης προβάλει εβδομαδιαία τη βρετανική σειρά «Ο πύργος του Ντάουντον» ανάμεσα σε άλλες εξίσου προσεγμένες βρετανικές παραγωγές. Η καλλιτεχνική αξία του τηλεοπτικού αυτού προϊόντος είναι αδιαμφισβήτητη και μόνο απ’ την συμμετοχή πολυβραβευμένων ηθοποιών, την φανερά πολυδάπανη αναπαράσταση των αρχών του αιώνα και εν τέλει το άρτιο σενάριο όπου μια ιστορία μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, με απαρχές στην ύστερη φεουδαρχία, μετατρέπεται σε ανάγλυφο ψυχογράφημα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Περιγράφεται με γλαφυρό και όσο κι ανεπιτήδευτο τρόπο ο μετασχηματισμός της κοινωνίας κι η προσαρμογή των κοινωνικών τάξεων στον νέο καταμερισμό της εργασίας, που φέρνει η ριζική ανατροπή του τρόπου παραγωγής, την εποχή του μεσοπολέμου. Παράλληλα στην έξοχη αυτή, οξυδερκή ανάλυση των ιστορικών μεταπτώσεων, των ενοχών, και των αναγκαίων ελιγμών που αναγκάστηκε να κάνει η άλλοτε κραταιά Βρετανική Αυτοκρατορία προκειμένου να προσαρμοστεί στον ραγδαία εξελισσόμενο κόσμο, παρατηρούμε με ενδιαφέρον το σύστημα αξιών, ιδεών κι αρχών να μεταλλάσσεται βίαια, τη στιγμή που το νέο δεν έχει ακόμα πάρει σάρκα και οστά. Έτσι λοιπόν αναμενόμενο είναι πως στη διάρκεια της μετατροπής της κοινωνικής δομής και κάτω απ’ το βάρος των αλλαγών, η κυρίαρχη τάξη να δυσκολεύεται να αποδεχτεί τη νέα κατάσταση, όπως αντίστοιχα και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (αυτά ίσως ακόμη πιο έντονα). Ενώ λοιπόν μια τέτοια αφήγηση που φωτογραφίζει μια εποχή με δουλοπάροικους, λακέδες, κοντέσες και λόρδους, είναι μία ολότελα ξένη σε μας κατάσταση, εντούτοις η σειρά αποτυπώνει ανάγλυφα, σε όλο της το μέγεθος τη δυσκολία της μετάβασης της Βρετανίας στην νέα εποχή και τις τριβές που αυτή η μετάβαση επέφερε σε θεσμούς, ήθη και έθιμα. Πρώτα απ’ όλα είναι ένα χρήσιμο φροντιστήριο για κάθε νέο Άγγλο να δει ακριβώς από πού ήρθε, πως προχωράει και που πάει. Δεν έχει πολλά που θα τον κάνουν να νιώθει περήφανος, σε μία εποχή που μια ολιγαρχία καταπιέζει τον υπόλοιπο κόσμο που μέσα στην αμάθειά του αποδεχόταν τον ρόλο του με τυφλή υποταγή. Δεν υπάρχουν ένδοξα γεγονότα που αξίζουν αναφορά, ούτε μνημεία μοναδικής πολιτισμικής αξίας αλλά ο καθένας έχει την ευκαιρία να αξιολογήσει μέσα απ’ το πρόσφατο παρελθόν και το δικό του ως πολίτης του σύγχρονου κόσμου. Η καθαρότητα των περιγραφών είναι καθηλωτική και το βύθισμα ακόμα και σε παντελώς αμύητους, σ’ ένα πλέγμα κανόνων συμπεριφοράς στο οποίο υπόκεινται τα υποκείμενα απ’ το οικείο κράτος κι όχι ξένους κατακτητές αν και ακατανόητο για εμάς αποκτά το δικό του ενδιαφέρον.

Η παραγωγή αυτή των βρετανών προβάλλει την εικόνα της χώρας στους έξω, δίνοντας την ευκαιρία να γνωρίσουν όλοι τα ελαττώματα, τα προτερήματα, τον χαρακτήρα τους. Επίσης καταφέρνει να δώσει απαντήσεις για τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός λαού που δεν ντρέπεται για τίποτε, ούτε προσδοκεί ετεροκαθορισμό αλλά προβάλλει ακομπλεξάριστα τη δική του ετερότητα.

Την ίδια ώρα εδώ στο δικό μας θλιβερό κι ανάξιο λόγου γίγνεσθαι προβάλλονται κατά κόρων τούρκικα σήριαλ. Πέρα απ’ τη στρεβλή αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας στην Τουρκία, συνδυάζουν τις χειρότερες επιρροές που δέχτηκαν οι τούρκοι από εμάς, μαζί με το κιτσαριό του δήθεν προοδευτικού ισλαμισμού της δύσης (αν είναι ποτέ δυνατό η δύση να απογαλακτιστεί απ’ τον καλβινισμό). Η Αγγλία κομίζει κάτι στον σημερινό κόσμο που μπορεί να μην έχει χρηστικότητα άμεση ή αναγκαία όμως προσδιορίζει την ταυτότητά της. Ποια είναι η δική μας ταυτότητα; Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι άφησαν την παρακαταθήκη τους αιώνες πριν. Εμείς θα μείνουμε στην ιστορία ως περιφερόμενος ικέτης που κατάφερε και πήρε άλλη μια δόση δανεικά να την φάνε επιτήδειοι λιμοκοντόροι. Τον διάλογο για το ποιοι είμαστε ουδέποτε τον κάναμε σοβαρά και τώρα που όλα καταρρέουν, οι σπασμωδικές μας κινήσεις βρίσκουν ανταπόκριση σε κακέκτυπα αμερικανικών ριάλιτι και κακών αντιγραφών ξένων σειρών. Οι δε σειρές των άσπονδων φίλων και γειτόνων (μπορεί ενδόμυχα να οραματίζονται την πολιτισμική άλωση, με ξένο δυστυχώς πολιτισμικό προϊόν, ενώ απλά ακολουθούν πιστά τον δρόμο της ψωροκώσταινας και δεν το χουν καταλάβει ακόμα) είναι κενές λόγου.

Όσα χρόνια πέρασαν ότι και να γυρίστηκε για τηλεόραση και σινεμά ακόμη κι ότι βραβευόταν στο χώρο του βιβλίου είχε την σφραγίδα της δυτικολάγνας γιαλαντζί αστικής τάξης του εγχώριου βλαχομπαρόκ τζετ-σετ. Ένας μιμητισμός ευεπίφορος χωρίς ίχνος αυτογνωσίας και νοήματος. Όλα υποταγμένα στην ηδονοθηρία του καταναλωτισμού όπου επιτέλους βρήκαμε τον τομέα που ως πιθηκίζοντες τα καταφέρναμε μια χαρά. Αν κάτι μας προίκισε η εκσυγχρονιστική νεοαριστερά είναι ο απόλυτος υλισμός ως στοιχείο εξευρωπαϊσμού, τη στιγμή που το μόνο που κομίζαμε ήταν τα σπασμένα πιάτα στα μπουζούκια και το σουβλάκι ως έδεσμα της ταλαίπωρης μεσογειακής κουζίνας.

Άλλοτε πάλι όταν δίνονταν ευκαιρία ανάδειξης σε παγκόσμια κλίμακα της ελληνικότητας αυτό γινόταν αποσπασματικά κι ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Το πιο θλιβερό απ’ όλα είναι πως τώρα που βρισκόμαστε επί ξυρού ακμής εκπροσωπούμαστε από μία πολιτική τάξη που αρέσκεται να επιδιώκει διακαώς τα μπράβο, το ok, των ξένων και τους έκανε πλέον μέτοχους στα ιερά και όσια. Η κοινωνία παράμερα παρακολουθεί τον ατελείωτο διασυρμό ανήμπορη αφού από χρόνια έχει χάσει τα αντανακλαστικά της και την ταυτότητά της. Λυπάσαι πραγματικά σαν βλέπεις να πληρώνονται εκατομμύρια ευρώ για να παρακολουθήσεις ποδόσφαιρο τριτοκοσμικό, παρακμιακό, προκλητικά αναιδούς μορφής, με κατσαπλιάδες διοικούντες να αλληλοβρίζονται και να μην υπάρχει λίγος χώρος για έργα εθνικής αφύπνισης και στοχασμού. Δεν έχουμε δυστυχώς τίποτε χρήσιμο να πούμε ούτε σε πολιτικό ούτε σε πολιτιστικό ούτε σε οικονομικό επίπεδο άρα δεν υπάρχει περίπτωση να αποφύγουμε τον όλεθρο. Δεν είναι φρόνιμο να μας φταιν οι άλλοι, πάντα οι άλλοι διότι εμείς ποτέ δεν ξεκαθαρίσαμε ποιοι είμαστε. Το σίγουρο είναι πως τουλάχιστον διακόσια χρόνια μετά το 21’ το όραμα του Κοραή περί της απ’ ευθείας καταγωγής μας απ’ την αρχαιότητα κατάφερε να μας διαλύσει. Τελικά σημασία δεν έχει μόνο τι ιδιαιτερότητες έχουμε εμείς σήμερα ως νεοέλληνες αλλά και τι αξία έχει για τον άλλον να τη γνωρίζει καθότι φαίνεται πως το παιχνίδι χάθηκε προ πολλού. Αν συμπολίτευση κι αντιπολίτευση αναμετρούνται για το ποιος θα φέρει πιο εύκολα και πιο πολλά δανεικά απ’ τους ξένους είναι θέμα χρόνου το τέλος σου ως εθνική οντότητα. Όταν έχεις χάσει τον εαυτό σου σε θάλασσες χρημάτων, ατέρμονη καταναλωτική μανία στα όρια της τρέλας και εξαγορασμένη παιδεία, δεν είσαι ούτε αυτόνομος, ούτε πολίτης, ούτε ελεύθερος. Μήπως όμως είσαι απλά ανεύθυνος κι επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ευθύνη προτιμάς να είσαι καθοδηγούμενος;

Γεώργιος Αλ. Ευαγγέλου

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)