Γράφει η Κατερίνα Κωστούλα

*Η Κατερίνα Κωστούλα είναι μαθήτρια της Γ΄ τάξης του 2ου Γυμνασίου Ηγουμενίτσας

 

Στις 15 Φεβρουαρίου επισκέφτηκαν το σχολείο μας οι  κ. Δημήτρης Βλαχοπάνος και Ηλίας Λάμπρης και μας μίλησαν  για τη σφαγή του Κομμένου. Η σφαγή του Κομμένου είναι μια από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων στην ιστορία της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Είναι ισοδύναμη με αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, στις 16 Αυγούστου 1943, στο χωριό Κομμένο που βρίσκεται στο νομό Άρτας και είναι χτισμένο κοντά στις όχθες του ποταμού Άραχθου.

Ο  κ. Βλαχοπάνος μας μίλησε για το τραγικό γεγονός και στη συνέχεια μας πρόβαλε ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτό το φρικιαστικό έγκλημα πολέμου. Μου κίνησε το ενδιαφέρον να μάθω περισσότερα. Ανέτρεξα στην βιβλιοθήκη του σπιτιού μου και βρήκα ένα βιβλίο του Στέφανου Παππά με τίτλο «Η Σφαγή του Κομμένου». Επίσης βρήκα σχετικές πληροφορίες στο διαδίκτυο.

Εν συντομία τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως εξής:

 

Λίγο πριν τη σφαγή

Στις 12 Αυγούστου 1943 μια μικρή ομάδα ανταρτών μπήκε στο χωριό Κομμένο με σκοπό τη συγκέντρωση τροφίμων. Στη διάρκεια της παραμονή τους, μια αναγνωριστική ομάδα από δύο Γερμανούς μοτοσικλετιστές μπήκε τυχαία στο χωριό και μόλις είδαν τους αντάρτες έφυγαν χωρίς να εμπλακούν μαζί τους. Οι κάτοικοι που αντιλήφθηκαν το γεγονός το ίδιο βράδυ διανυκτέρευσαν στην ύπαιθρο φοβούμενοι αντίποινα. Αντιπροσωπεία των κατοίκων την άλλη μέρα πήγε στον Ιταλό διοικητή της Άρτας με σκοπό να εξηγήσουν τα γεγονότα και να ζητήσουν την κατανόησή του για το συμβάν. Εκείνος τους καθησύχασε και τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος. Διαφορετική όμως ήταν η άποψη της Γερμανικής διοίκησης της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, που έδρευε στα Γιάννενα. Καθώς οι προσπάθειες των κατακτητών να πλήξουν το αντάρτικο είχαν ισχνά αποτελέσματα, οι Γερμανοί αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν παραδειγματική επιχείρηση αντιποίνων. Το Κομμένο θα ήταν η συνέχεια της εκδικητικής μανίας και των αντιποίνων που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν οι Γερμανοί σε βάρος αμάχων και είχαν ήδη μετατρέψει σε ερείπια δεκάδες χωριά της Ηπείρου.

 

Η σφαγή

Το έργο της σφαγής ανατέθηκε στο 98ο Σύνταγμα του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Το ξημέρωμα της 16ης Αυγούστου 120 άνδρες του 12ου λόχου με επικεφαλής των υπολοχαγό Ρέζερ, οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα όπλα, περικύκλωσαν το χωριό. Η τελευταία εντολή που πήραν από τον Ρέζερ, σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους στρατιώτες, ήταν να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Οι άντρες της Βέρμαχτ εκτέλεσαν κατά γράμμα την εντολή. Οι στρατιώτες σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Έμπαιναν στα σπίτια των αιφνιδιασμένων χωρικών και ξεκλήριζαν ολόκληρες οικογένειες. Χαρακτηριστικό είναι ότι 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός. Επί 5 ώρες οι Γερμανοί σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν ό,τι υπήρχε στο διάβα τους. H σφαγή έγινε μια μέρα μετά το πανηγύρι του χωριού για τη γιορτή της Παναγίας.

Η διαταγή του υπολοχαγού Ρέζερ και των ανωτέρων του ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό, να μη μείνει τίποτε όρθιο σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών. Οι δρόμοι, οι αυλές, τα καμένα σπίτια, τα χαντάκια, οι κήποι, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να θάψει τους νεκρούς του. Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, δεκαεφτά άτομα.

Ο απολογισμός τραγικός: Σφαγιάστηκαν και κάηκαν 317 κάτοικοι έναντι συνολικού πληθυσμού 680. Εξοντώθηκαν μέχρι τον τελευταίο 20 οικογένειες, θανατώθηκαν 119 γυναίκες (από 16 έως 65 χρονών), 87 άντρες από 16 έως 65 χρονών, 14 υπερήλικες από 65 έως 75 χρονών, εκτελέστηκαν 97 νήπια και παιδιά ηλικίας 4 μηνών έως 15 ετών, καμένα και κατεστραμμένα σπίτια 181, όλο το χωριό τυλιγμένο στις φλόγες, ένα απέραντο νεκροταφείο!

Φεύγοντας οι Ναζί στρατιώτες παίρνουν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου: κοπάδια ζώων μεγάλων και μικρών που συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού, κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα, κουστούμια, παπούτσια, γραμμόφωνα, χρήματα, χρυσαφικά.

 

Εντυπώσεις

Πολύ δυνατά ήταν τα συναισθήματα που αποκόμισα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων που επέζησαν και έτσι μπόρεσαν να μας δώσουν αυτές τις μαρτυρίες. Πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε η δύναμη και το κουράγιο όσων επέστρεψαν στο χωριό, κυρίως των μικρών παιδιών, όταν αντίκρισαν τους γονείς τους, τα αδέρφια τους, τους συγγενείς και τους συγχωριανούς τους  σκοτωμένους, καμένους, τα σπίτια τους καμένα. Πού βρήκαν το κουράγιο να τους θάψουν με τα ίδια τους τα χέρια! Κράτησα στην ψυχή μου τη συγκίνηση των αφηγητών όταν επανέφεραν στη μνήμη τους τα τραγικά γεγονότα και τις φρικιαστικές εικόνες της σφαγής!

Αρνητικά ήταν τα συναισθήματά μου για τους Ναζί στρατιώτες. Με πόση βαρβαρότητα ενήργησαν κατά τη διάρκεια του ολοκαυτώματος  του Κομμένου! Δε σεβάστηκαν τίποτα! Ούτε μικρά παιδιά, ούτε γυναίκες εγκύους, ούτε ανήμπορους γέροντες! Σκότωναν και έκαιγαν αδιακρίτως αμάχους και αθώους ανθρώπους!

Γνωρίζοντας τέτοια γεγονότα η δικιά μας γενιά, συνειδητοποιεί τη φρίκη του πολέμου και την ανάγκη να αντιταχτεί σε κάθε σύγχρονο πόλεμο και βαρβαρότητα, που δεν τιμά τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και γενικά τον Ανθρώπινο Πολιτισμό, και να παλέψει για παγκόσμια ειρήνη, για την εξάλειψη του ρατσισμού, του μίσους, της φτώχειας, της δυστυχίας, για την ευημερία όλης της Γης και τη συναδέλφωση των ανθρώπων και των λαών.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)