Σαν βιωματικό αφήγημα

Γράφει ο Γεώργιος Κ. Μάνος

 

Στη Ροδαυγή, ιδίως παλιότερα, χρησιμοποιούσαν τις λέξεις χαβώνω και χαβώνομαι. Οι λέξεις αυτές παράγονται από την αρχαία λέξη χάβος που θα πει χαλινάρι. Λέγαν π.χ. παλιά στη Ροδαυγή «η αλπού χάβωσε τ’ς κότες και τσ’ έπνιξε μια – μια χωρίς να κνηθούνε», εννοώντας ότι η αλεπού κοίταξε τις κότες στα μάτια και με ένα αόρατο χαλινάρι τις ακινητοποίησε. Αυτό είναι αλήθεια διότι το φωσφορίζον βλέμμα της αλεπούς, ακινητοποιεί τις κότες, όπως εξάλλου η έντονη δέσμη φωτός των προβολέων ακινητοποιεί το λαγό, γι’ αυτό και το κυνήγι με προβολείς είναι απαγορευμένο. Λέγαν ακόμη παλιά στη Ροδαυγή ότι «αυτός κοιτάει σαν χαβωμένος», εννοώντας ότι αυτός κοιτάει σαν ακινητοποιημένος. Χάβος όμως λεγόταν και λέγεται και σήμερα ακόμα το Κακολάγκαδο. Γιατί όμως είναι χάβος (=χαλινάρι) και σε τι είναι χάβος (=χαλινάρι) το Κακολάγκαδο;

Κατ’ αρχήν η λέξη Κακολάγκαδο προϊδεάζει αυτόν που την ακούει, ότι πρόκειται για ένα κακό λαγκάδι. Σε τι όμως συνίσταται το κακό; Διότι βλέποντας κανείς το Κακολάγκαδο, ιδίως όταν υπάρχει ηλιοφάνεια βλέπει ένα πανέμορφο τοπίο με απότομες και απάτητες πλαγιές, σαν κομμένες κάθετα με μαχαίρι, στις οποίες έχουν φωλιές αγριοπερίστερα, άγριες μέλισσες φτιάχνουν τα κρινιά τους και οι αετοί και τα όρνια ξεκουράζονται στους ξέρακες των δένδρων των απότομων πλαγιών. Όταν όμως πιάσει καταιγίδα, αμέσως τα νερά φουσκώνουν στην ξεροκοίτη του Κακολάγκαδου και αυτό φαίνεται σαν ένα τεράστιο θεριό με ανοιχτό το στόμα και γίνεται αδιάβατο για πεζούς και ζώα. Αέρας δυνατός φυσάει, ανεμοστρόβιλοι σαν δαιμονισμένα δαιμονικά κάνουν γύρους, πολύ δυνατή βοή ακούγεται σαν να βγαίνει από το λαρύγγι του θηρίου κοντά στη Φανερωμένη, κοντινές κρατσιανιστές αστραπές σου τρυπάνε τα κόκαλα και οι πύρινες γλώσσες των αστραπών, ακουμπάνε το βουνό και φαίνονται σαν πύρινες φιδίσιες γλώσσες που βγαίνουν από το στόμα του θηρίου. Αυτό συμβαίνει, έστω και με κάποια υπερβολή, στο Κακολάγκαδο σε περίπτωση θεομηνίας. Αυτό όμως, λίγο –πολύ συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα λαγκάδια της Ελλάδας χωρίς εξ αυτού να λέγονται κακολάγκαδα ή χάβοι.

Δεν συμβαίνουν όμως μόνον αυτά στο Κακολάγκαδο. Από πολύ παλιά τις νύχτες, ιδίως τις ξάστερες νύχτες της άνοιξης, ακούγονται βόγγοι ψυχών από άθαφτους πεθαμένους που βγαίνουν από τα τάρταρα της κοίτης του φαραγγιού και οι ντόπιοι από πολύ παλιά για να εξορκίσουν τα σαϊτανκά του φαραγγιού έφτιαξαν το εικονοστάσι της Αγίας Παρασκευής για να τους βοηθάει η Αγία, που είναι προστάτης των ματιών, να βλέπουν τους κινδύνους και να τους αποφεύγουν με τη βοήθειά της.

Αυτά δεν είναι δεισιδαιμονίες των παλιών που παλιά οι δεισιδαιμονίες κυριαρχούσαν και εξουσίαζαν τον ψυχισμό των ντόπιων κατοίκων. Αλλά και σήμερα οι ντόπιοι μπορούν να σου δείξουν τη μοναδική γυναίκα που είδε το βούλιαγμα του χάβου το οποίο παρέσυρε και έθαψε τις άκλαφτες ψυχές που ο βόγγος τους ακούγεται μέχρι σήμερα.

Και θα σου δείξουν οι ντόπιοι σήμερα, ψηλά στον κριάκουρα στην άκρη δηλαδή της απότομης πλαγιάς του Κακολάγκαδου, την μοναδική γυναίκα στον κόσμο που είδε το βούλιαγμα του Κακολάγκαδου. Η γυναίκα αυτή όμως, μαζί με τα δύο παιδιά της, μόλις είδε το βούλιαγμα μαρμάρωσε μαζί με τα δύο παιδιά της. Και σου δείχνουν σήμερα οι ντόπιοι μια μεγάλη πέτρα και δίπλα δύο μικρές πέτρες και σου λένε:

- Να βλέπεις τη μαρμαρωμένη γυναίκα με τα μαρμαρωμένα παιδιά της; Εκεί ψηλά φαίνονται καλά.

Και σου λένε και την ιστορία οι ντόπιοι. «Κάποτε εδώ ήταν μεγάλη πόλη και ζούσαν δύο αδερφές η μια πλούσια και η άλλη φτωχιά. Τα παιδιά της πλούσιας ήταν αδύνατα και καχεκτικά και τα παιδιά της φτωχιάς παχιά και δυνατά. Ρώτησε τότε η πλούσια αδερφή τη φτωχιά, τι ταΐζει τα παιδιά της και είναι τόσο γερά. Αυτή της απάντησε ότι τα ταΐζει με τα αποφάγια των δικών της παιδιών, τα οποία η πλούσια αδερφή έδινε στη φτωχιά σαν αμοιβή επειδή την είχε υπηρέτρια. Τότε η πλούσια αδερφή από ζήλεια, διέκοψε το δόσιμο των αποφαγιών στη φτωχιά. Μέσα στην απελπισία της η φτωχιά, δέχθηκε την επίσκεψη αγγέλου του Θεού. Ο άγγελος είπε στη φτωχιά να πάρει τα παιδιά της και να φύγει από την πόλη. Αλλά έντονα είπε ακόμα ο άγγελος, στην φτωχιά αδερφή: -Να φύγεις αλλά να μη γυρίσεις το κεφάλι σου πίσω ότι κι αν ακούσεις ότι κι αν συμβεί.

Φεύγοντας όμως η φτωχιά αδερφή άκουσε πίσω της την εκκωφαντική βοή από το βούλιαγμα της πόλης. Γύρισε τότε το κεφάλι της πίσω, είδε το βούλιαγμα και το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν: – Αδερφούλα μου, διότι αμέσως μαρμάρωσε κι αυτή και τα δύο της παιδιά.

Ο μύθος αυτός όπως όλοι οι μύθοι κρύβουν μια αλήθεια για κάποιο γεγονός που συνέβη πραγματικά. Ο μύθος αυτός είναι πανομοιότυπος με τον σχετικό γνωστό μύθο του Λωτ και το βούλιαγμα των πόλεων Σόδομα και Γόμορα. Οι μύθοι όταν καταγραφούν στη συλλογική μνήμη των κατοίκων λειτουργούν σαν μνήμες γεγονότων που συνέβησαν πραγματικά. Π.χ. ο μύθος του θαψίματος στα θεμέλια του γεφυριού της γυναίκας του Πρωτομάστορα στο γεφύρι της Άρτας, που εκτός του ότι μπορεί να συνέβη πραγματικά, κρύβει και την αλήθεια (παραδεκτή επιστημονικά σήμερα) ότι η θεμελίωση του γεφυριού της Άρτας ήταν πραγματικά δύσκολη και τότε και τώρα. Όπου δε στα Βαλκάνια ή στην Ασία υπάρχουν γεφύρια που είχαν δυσκολίες θεμελίωσης, υπάρχει για τα γεφύρια αυτά και πανομοιότυπος μύθος του γεφυριού της Άρτας (θάψιμο δηλαδή στα θεμέλια του γεφυριού της γυναίκας του Πρωτομάστορα).

Ο μύθος επομένως της μαρμαρωμένης γυναίκας του Κακολάγκαδου κρύβει την αλήθεια ότι στο Κακολάγκαδο υπήρχε οικισμός που βούλιαξε. Με φόντο όλα τα προλεχθέντα, πράγματι το Κακολάγκαδο είναι κακό λαγκάδι και χαβώνει (ακινητοποιεί) όποιον το βλέπει, σαν αόρατος χάβος (στα αρχαία χάβος θα πει χαλινάρι), σαν αόρατο δηλαδή χαλινάρι. Η «κακία» του Κακολάγκαδου αποδεικνύεται και από σημερινά πραγματικά περιστατικά. Όπως π.χ. πριν πολλά χρόνια ο Φλιτούρης από την θέση της μαρμαρωμένης γυναίκας έριξε στον γκρεμό τον πατέρα του ή όσοι ήθελαν να τρυγήσουν μέλι από τις αγριομέλισσες της πλαγιάς και κατέβαιναν στα κρινιά της απότομης πλαγιάς πιασμένοι από ρίζες δένδρων, στην επιστροφή τους όμως οι ρίζες αυτές είχαν μετατραπεί σε φίδια και συνακόλουθα οι άτυχοι τρυγητές του αγριομελιού κατακρημνίσθηκαν στο φαράγγι, ο δε βόγγος των ψυχών αυτών ακούγεται και σήμερα τις νύχτες, ιδίως τις ξάστερες νύχτες της άνοιξης, αλλά ο βόγγος αυτός των ψυχών δεν είναι τίποτε άλλο από τις φωνές των άγριων περιστεριών που φωλιάζουν στις απόκρημνες πλαγιές, και τα οποία ως γνωστόν όταν βρίσκονται σε οργασμό εκβάλλουν τη νύχτα χαρακτηριστικούς σχετικούς ήχους.

Πέρα όμως από το μύθο της μαρμαρωμένης γυναίκας που αποδεικνύει το βούλιαγμα του χάβου, το βούλιαγμα αυτό αποδεικνύεται και από την επιστήμη της γαιολογίας. Συγκεκριμένα το ρήγμα που ξεκόλλησε από το Ξεροβούνι, ολόκληρη την περιοχή από το Μοναστήρι της Κεπίνας στο Μονολίθι, από το Κακολάγκαδο μέχρι την θέση «Στ’ Μπλογιαν» ακριβώς πάνω από το σπίτι του Χρ. Μαντζούτσου είναι ορατό και σήμερα. Διότι οι πλαγιές του Ξεροβουνίου στην περίμετρο αυτή φαίνονται σαν κομμένες κάθετα με μαχαίρι. Το δε μοναστήρι της Κηπίνας με επιστημονικές έρευνες έχει αποδειχθεί ότι είναι χτισμένο μέσα σε κοίτη παλιού ποταμού και ο ποταμός αυτός έχει εξαφανισθεί σήμερα. Το Μοναστήρι της Κηπίνας είναι χτισμένο σε απότομη κάθετη πλαγιά ύψους 100 περίπου μέτρων και το στόμιο της κοίτης του ποταμού που εξαφανίσθηκε συνεχίζεται πολλά χιλιόμετρα μέσα στο βουνό του Ξεροβουνίου. Πιο απλά δεν έσκαψαν τρύπα στο Ξεροβούνι για να χτίσουν το Μοναστήρι της Κηπίνας. Η τρύπα ήταν έτοιμη επειδή ήταν κοίτη του ποταμού τις δε πέτρες για το κτίσιμο δεν τις ανέβασαν εκεί ψηλά από κάτω αλλά τις πήραν από δίπλα μέσα από την κοίτη του ποταμού που εξαφανίσθηκε. Το  ύψος αυτών των κατακόρυφων παρειών του βουνού είναι κατά μέσον όρο 100 μέτρα που σημαίνει ότι, ότι βρίσκονταν στον  οικισμό του Χάβου βρίσκεται σήμερα σε βάθος 100 μέτρων και είναι δύσκολο επομένως να γίνουν σήμερα αρχαιολογικές ανασκαφές. Πιθανόν επίσης με το βούλιαγμα αυτό να δημιουργήθηκε και λόφος κοντά στο ποτάμι που λέγεται Καθαραβούνι, σαν εκτόνωση των συμπιεσμένων υλικών. Κυρίως όμως και σήμερα ακόμα το ρήγμα αυτό είναι ενεργό, ιδίως ακριβώς στα δεξιά ολόκληρου του δρόμου όπως πηγαίνουμε από τα Μανέϊκα στο Χάβο.

Όπως ευκρινώς φαίνεται και σήμερα μεταξύ του σπιτιού του ξαδέρφου μου Βάϊου Μάνου και του σπιτιού του θείου μου Αλέξη Μάνου έγινε πριν 120 χρόνια και συγκεκριμένα ακριβώς τη μέρα του γάμου του Μήτρου Μάνου (αδελφού του παππού μου Γιώργου) μεγάλη κατολίσθηση μήκους 300 μέτρων η οποία παρέσυρε και το προγονικό σπίτι των Μαναίων. Είναι γνωστό ότι κάθε χρόνο μετά από βροχή ο δρόμος αυτός βουλιάζει στα ίδια ακριβώς σημεία και κατά την γνώμη μας οι μεγάλου ύψους και μήκους τοίχοι αντιστήριξης που κατασκευάζονται σήμερα για την ενίσχυση αντιστήριξη του δρόμου που βουλιάζει, θα επιδεινώσουν την κατάσταση, διότι θα καθοδηγούν τα βρόχινα νερά κατ’ ευθείαν στο εσωτερικό του ρήγματος και θα το «λιπαίνουν» να ολισθήσει πιο εύκολα, ενώ αν δεν υπήρχαν αυτοί οι τοίχοι αντιστήριξης τα νερά αυτά δεν θα εγκλωβίζονταν στο ρήγμα, αλλά τα περισσότερα με ελεύθερη επιφανειακή απορροή θα κατέληγαν στο ποτάμι. Επίσης κατά τις πρόσφατες (πριν 20 περίπου χρόνια) γεωτρήσεις που έκανε το ΙΓΜΕ για την ανεύρεση κοιτασμάτων πετρελαίου στην περιοχή οι γεωλόγοι διαπίστωσαν την ύπαρξη του ρήγματος αυτού σε μεγάλο βάθος και μάλιστα ο προϊστάμενος των εργασιών μου είπε χαρακτηριστικά και εις επήκοον και άλλων συγχωριανών, νομίζω ότι ήταν και ο ξάδερφος και γείτονάς μου Βάϊος Μάνος ότι: «Να ξέρατε που βρίσκεται το χωριό δεν θα κοιμόσασταν καλά. «Το χωριό είναι θεμελιωμένο πάνω σε μια λίμνη».

Από τους ερευνητές και ιστορικούς πιθανολογείται σφοδρά, σχεδόν με βεβαιότητα, ότι ο οικισμός που βούλιαξε στο χάβο ήταν το ένα από τα δύο Αθήναια (το άλλο βρίσκεται πίσω από τα Τζουμέρκα στο χωριό Αργιθέα του οποίου σώζονται και ερείπια) που είχαν κατασκευάσει οι Αθαμάνες. Εξηγούμε εδώ τι σημαίνει Αθήναιο, αντιγράφοντας από την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. 1930, τα σχετικά: «Ώνομάσθη Άθήναιον έν τἥ αρχαιότητι παν χωρίον έν ῶ εἵχεν άνεγερθῆ Ιερόν τῆς Θεάς Άθηνάς. Πολλά τῶν χωρίων τούτων και πρό τῆς ανέγέρσεως έν αυταῖς ιέρού είχον χρησιμεύσει ῶς φρούρια και ῶς καταφύγια τῶν περιοίκων και μετά την ανέγερσιν τοῦ ναοῦ άφιερωμένου έις τήν Άθηνάν δεν έπαυσαν να κατοικούνται. Δια τούτο Άθήναιον ωνομάζοντο βραδύτερον ὅχι μόνο τα ιερά άλλά και οι πέριξ τα ιερά συνοικισμοί. Γνωστά είναι τα Αθήναια Αθαμάνων, Δολοπίας (Αρκανανίας), Αθήναιο Ρώμης, Αθήναιο Σικελίας».

Για το δικό μας Αθήναιο υπήρξε αμφισβήτηση αν αυτό είχε κατασκευασθεί στο Κακολάγκαδο ή στην Ραψίστα (Δαφνωτή). Τόσο όμως ο σκοπός του φρουρίου (επιδρομές Μολοσσών κ.λ.π.) του Αθήναιου, εξυπηρετείται καλύτερα από τη θέση του Κακολάγκαδου, όσο και το ότι στη Τζουβίστα (Δαφνωτή) δεν βρέθηκε κανένα ερείπιο χωρίς όμως να υπάρξει το ανάλογο βούλιαγμα του Κακολάγκαδου, συνηγορούν ότι στη θέση του Κακολάγκαδου οι Αθαμάνες είχαν κατασκευάσει Αθήναιο. Ο Μελισσουργιώτης Γυμνασιάρχης και ιστορικός Παπακώστας στο βιβλίο του «Μελισσουργοί» έκδοση 1967, αποδεικνύει με πληθώρα ιστορικών στοιχείων ότι το Αθήναιο βρίσκεται στο Κακολάγκαδο και όχι στη Τζουβίστα.

Ο Σεραφείμ Ξενόπουλος στο βιβλίο του «Δοκίμιο Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης» το όνομα Νησίστα το επεξηγεί αμέσως δίπλα με το όνομα Αθήναιον. Αυτός γράφει δηλαδή: «Νησίστα (Αθήναιον)». Αναγράφει επίσης ότι στην περιοχή Αθήναιον υπήρχαν τότε (1884) πολλά αρχαία ερείπια. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα του βιβλίου αυτού: «Μεταξύ του χωρίου εν Τσουμέρκοις Νησίστα του υποκειμένου επί Πρέβεζαν και του χωρίου Ραψίστα του τελούντος υπό την διοίκησιν Ιωαννίνων, εκειτο ποτέ, ως εικάζεται, ένεκα των σωζόμενων πολλών ερειπίων η τη Αθαμανίας πόλις Αθήναιον».

Πότε όμως έγινε αυτό το βούλιαγμα και γιατί κανένας ιστορικός (Στράβων κ.λ.π.) δεν το αναφέρει; Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι μετά το 200 π.χ. που η Ήπειρος είχε ερημωθεί από τους Ρωμαίους (σημ. ο στρατηγός των Ρωμαίων τότε Αιμίλιος Παύλος είχε απλήρωτους τους Ρωμαίους στρατιώτες και για να τους εξοφλήσει τους διέταξε να συλλάβουν όλους τους ηπειρώτες και να τους πουλήσουν σαν σκλάβους και έτσι η Ήπειρος σχεδόν ερημώθηκε από ντόπιους κατοίκους. Από το πούλημα των Ηπειρωτών οι Ρωμαίοι πήραν από 8 δρχ.

Δεν έχω στοιχεία σύγκρισης για να δω πόσο αξίζουν σήμερα οι τοτεινές 8 δρχ. αλλά οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι με τις 8 δρχ.) και μέχρι το 1000 μ.Χ. που η Αλεξία Κομνηνού αναφέρεται στην Ήπειρο δεν υπάρχουν ή υπάρχουν ελάχιστες ιστορικές πηγές για την Ήπειρο.

Δεδομένου όμως ότι οι Σλάβοι επιδρομείς εγκαταστάθηκαν στην περιοχή το 600 μ.Χ., για δε τους Βούλγαρους επιδρομείς που εγκαταστάθηκαν το 950 μ.Χ. δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, ότι αυτοί εγκαταστάθηκαν στην γύρω περιοχή του Κακολάγκαδου, ενώ είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή του Βουργαρελίου (εξ ου και το όνομα Βουργαρέλι) και δεδομένης της δεισιδαιμονίας για τα καταραμένα μέρη η οποία εξουσίαζε τις επιλογές ακόμα και των βάρβαρων επιδρομέων, πιθανολογείται ότι το βούλιαγμα του Χάβου πρέπει να έγινε τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Η πιθανολόγηση αυτή ενισχύεται αφενός μεν από το γεγονός ότι κατά τη διάνοιξη του δρόμου το 1953 (την επιστασία των εργατών που εργάζονταν στη διάνοιξη του δρόμου την είχε ο πατέρας Κ.Γ. Μάνος) βρέθηκαν αρχαία και βυζαντινά κεραμικά (στα οποία όπως προείπα αναφέρεται και ο Σεραφείμ Ξενόπουλος) αναμειγμένα με τα κεραμικά του Μανουρά για τον οποίο θα πούμε παρακάτω, αλλά και από το γεγονός ότι τον 7ο και 8ο παρατηρήθηκαν σε πανευρωπαϊκή κλίμακα έντονα καιρικά φαινόμενα πρόσφορα για δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών βουλιάγματος, όπως και τον 17ο αιώνα επίσης είχαν παρατηρηθεί έντονα καιρικά φαινόμενα (με ψύξη ολόκληρης της γης) αλλά αν το βούλιαγμα του Χάβου γινόταν τον 17ο αιώνα οπωσδήποτε θα είχαμε γραπτές ιστορικές αποδείξεις, διότι τον 17ο αιώνα τη Νησίστα ήδη την εκμεταλλεύονταν οι Βενετοί (όπως γράψαμε αλλού) και έχουμε και το πρώτο έγγραφο που αναφέρει το όνομα Νησίστα. Επίσης και το 1850 έγινε πολύ μεγάλος σεισμός στην Ήπειρο και είχαμε πολλές καθιζήσεις εδαφών. Το πέρασμα Πρέβεζας – Ακτίου βυθίστηκε 20 μέτρα και έκτοτε το πέρασμα αυτό έγινε πορθμός. Πρέβεζα στα αλβανικά θα πει πέρασμα με τα πόδια.

Όπως μου έλεγε ο πατέρας μου το 1952 η αρχαιολογία είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον για τα τότε ευρήματα και την ύπαρξη αρχαίου τείχους με απόψεις αμφισβήτησης, αλλά αποκλίνουσες υπέρ της ύπαρξης του αρχαίου τείχους, στο σημείο που υπάρχει και σήμερα, αλλά κρίθηκε τότε (αλλά και σήμερα) ότι οι αρχαιολογικές ανασκαφές θα ήταν πολύ δαπανηρές.

Από το ότι όμως απουσιάζει η αξιολόγηση του τείχους από ειδικούς, καθόλου δεν σημαίνει ότι ευσταθεί η άποψη ότι το τείχος αυτό δεν είναι αρχαίο. Παράδειγμα ο οικισμός Ορράον στον Αμμότοπο. Ο οικισμός αυτός θεωρείται σε παγκόσμια κλίμακα ότι είναι από τους πιο καλοδιατηρημένους υπαίθριους αρχαίους οικισμούς (200 π.Χ.) σε όλο τον κόσμο. Αξίζει να τον επισκεφθεί κάθε Έλληνας, διότι σώζονται σπίτια μέχρι 3 μ. ύψος, χτισμένα με τεράστιες τετραγωνισμένες μαύρες πέτρες (οι πέτρες αυτές είναι άσπρες ασβεστολιθικές αλλά με το πέρασμα του χρόνου ο επιφανειακός ασβέστης έχει οξειδωθεί) έτσι που να νομίζεις ότι κάποια στιγμή από κάποια γωνία θα ξεπεταχθεί κάποιο μικρό αρχαίο παιδί και θα σου μιλήσει. Επειδή ο οικισμός Ορράον είναι τόσο καλοδιατηρημένος θεωρήθηκε κατ’ αρχήν ότι είναι πρόσφατος οικισμός ποιμένων και μόλις πριν 30 χρόνια η αρχαιολογία τον ανέδειξε στην πραγματική σημασία και αξία του.

Ο πιο αρχαίος οικισμός στην περιοχή μας βρίσκεται στη θέση Νερόμυλος των Πιστιανών και χρονολογείται από τον 8ο π.Χ. αιώνα. Από αρχαιολογικές ανασκαφές βρέθηκαν και αρχαίοι τάφοι συλημένοι. Από εκεί πιθανολογεί η Αρχαιολογία ότι προέρχεται και το αγαλματίδιο Άρτεμις των Πιστιανών που βρέθηκε θαμμένο, δίπλα στη βρύση Πλατάνια (για το αγαλματίδιο αυτό γράφω αλλού ότι κατά την άποψή μου το έκρυψαν εκεί οι Σουλιώτες). Στη θέση Νερόμυλος των Πιστιανών διέμεινε και ο μυθικός άνθρωπος που λεγόταν Έλληνας, τον μύθο του οποίου αναφέρει ο Κ. Διαμάντης. «Έμεινε στο βουνό ένας γίγαντας που τον έλεγαν Έλληνα. Για να πιει νερό έσκυβε και ρούφαγε το νερό από το ποτάμι». Ο μύθος αυτός υποδηλώνει την προσμονή επανόδου του παντοδύναμου Έλληνα για να απελευθερώσει τους ντόπιους από τους κατά καιρούς επιδρομείς.

Ο πατέρας μου έλεγε ότι τότε όποιος εργάτης έβρισκε στο σκάψιμο της διάνοιξης του δρόμου κάποιο κεραμίδι, αμέσως το έβαζε στην τσέπη και το εξαφάνιζε. Μου είχε διηγηθεί και την ιστορία με τον Χρυσόστομο Τσάγκα ο οποίος θεωρήθηκε ότι εξαφάνισε και τρία μεγάλα κεραμικά λαϊνια, ύψους περίπου δύο μέτρων και τότε οι χωριανοί άφηναν τον υπονοούμενο ισχυρισμό ότι ο Χρυσόστομος Τσάγκας είχε πουλήσει κρυφά τα λαϊνια. Ο πατέρας μας μου είχε διηγηθεί πολλές τέτοιες ιστορίες, αλλά δεν έχω άλλη μαρτυρία για να τις αναφέρω.

Την ιστορία με τον Χρυσόστομο Τσάγκα όμως θα την αναφέρω διότι προς μεγάλη μου έκπληξη προ τετραετίας μου την αφηγήθηκε και η ξαδέρφη μου Ουρανία Καλιμογιάννη. Μάλιστα με την αφήγηση της Ουρανίας έκπληκτος είδα ότι επιβιώνει μέχρι σήμερα η υποψία ότι ο μακαρίτης Χρυσόστομος είχε πουλήσει τα λαϊνια. Προς αποκατάσταση όμως της αλήθειας, η ιστορία έχει ως εξής: Πράγματι στη θέση Μανουρά (όπως λέγεται ακόμα και σήμερα) βρέθηκαν αυτά τα λαϊνια. Τα πήρε τότε ο μακαρίτης Χρυσόστομος Τσάγκας (είχε αγοράσει το πρώτο φορτηγό στη Νησίστα) και τα μετέφερε στην Αρχαιολογία της Άρτας. Η Αρχαιολογία αμέσως κατάλαβε ότι τα λαϊνια αυτά είναι λαϊνια που χρησιμοποιούσαν τότε οι τυροκόμοι για να ωριμάζει το τυρί μανούρι. Συγκεκριμένα οι μανουράδες επειδή τότε δεν υπήρχαν ψυγεία, χρησιμοποιούσαν τα λαϊνια και αφού τα γέμιζαν μανούρι, έσκαβαν τη γη και τα έθαβαν βαθιά για να διατηρείται και να ωριμάζει το τυρί σε χαμηλή θερμοκρασία. (Τον τρόπο αυτό του θαψίματος στη γη για να συντηρήσουν όμως τα κάστανα τον χρησιμοποιούν και σήμερα στη Ροδαυγή. Σκάβουν δηλαδή και θάβουν τα κάστανα για να διατηρούνται για πολλούς μήνες). Τα λαϊνια του Χρυσόστομου τα πέταξε η Αρχαιολογία, αυτός ενημέρωσε τους χωριανούς, αλλά άντε να πείσεις γι’ αυτό τους χωριανούς.

- Κι αν τάκανε πλακάκια με τον αρχαιολόγο, ήταν η σχετική, για όλες αυτές τις περιπτώσεις, καχύποπτη απορία τους.

Η καχυποψία υπάρχει σ’ όλο τον κόσμο αλλά στην παλαιά Ροδαυγή υπήρχε λίγο παραπάνω. Σήμερα όμως εξέλειπε από το χωριό μας. Αυτά προς αποκατάσταση της αχρείαστης σήμερα αλήθειας. Σημειώνω εδώ ότι ίσως η καχυποψία των Νησιστιωτών ήταν και το παραγωγικό αίτιο, που η Νησίστα ανέδειξε σε πανελλήνια κλίμακα έναν από τους μεγαλύτερους ιδιωτικούς ντετέκτιβ, τον Κωνσταντίνου Σπύρου.

Ο μανουράς ήταν ειδικός τυροκόμος που έφτιαχνε μανούρι (κεφαλοτύρι). Οι μανουράδες ήταν όλοι Συρακιώτες που είχαν μάθει τον τρόπο να φτιάχνουν κεφαλοτύρι στη Σικελία στην οποία ήταν περιζήτητοι τυροκόμοι. Την περίοδο 1850 έως 1900 το Συρράκο έζησε μέρες δόξης και ευημερίας, διότι όλο το μανούρι που παρήγαγαν το έκαναν εξαγωγή. Ακόμη όμως και στο Συρράκο το μυστικό της κατασκευής του μανουριού, το ήξεραν λίγοι τυροκόμοι και δεν το αποκάλυπταν σε κανένα. Στο μυστικό αυτό περιλαμβάνεται και ο τρόπος που προείπα. Δηλαδή ωρίμανση των κεφαλιών του τυριού μέσα σε λαϊνια θαμμένα στο έδαφος. Τόσο καλά φύλαγε το μυστικό του ο μανουράς του Κακολάγκαδου που επί δεκαετίες τότε, αλλά και μέχρι σήμερα, οι κτηνοτρόφοι ποτέ δεν κατάλαβαν τον τρόπο κατασκευής του μανουριού. Δεν ρωτούσαν μάλιστα πως εξαφανίζεται το γάλα, που πουλούσαν στο μανουρά, διότι ο μανουράς τους έλεγε ότι το γάλα που του πούλησαν ήταν νερωμένο και το πέταξε ή το έδωσε αλλού και τους μείωνε κιόλας στη συνέχεια την τιμή. (Αφήγηση του θείου μου Γ. Μάνου (Γερμανού) όπως την είχε ακούσει από παλιά, εμέμφετο δε τον εαυτό του σαν βλάκας ο θείος μου Γ. Μάνος διότι και ο ίδιος νέρωνε το γάλα που πουλούσε μεταγενέστερα σε άλλο μπατζαριό (τυροκομείο). Η βλακεία μας, μου έλεγε ο μακαρίτης μπάρμπα Γιάννης, ήταν ότι δεν πίναμε δύο τρεις κούπες αγνό γάλα και ύστερα να συμπληρώσουμε στην καρδάρα τις δύο – τρεις κούπες με νερό, αλλά μετά από κάθε κούπα που πίναμε γεμίζαμε την καρδάρα με μια κούπα νερό. Έτσι όταν στη συνέχεια παίρναμε από την καρδάρα άλλη κούπα γάλα, το γάλα αυτό ήταν νερωμένο και έτσι πίναμε νερωμένο γάλα.

- Τόσο δεν μας έκοβε Γιωργάκη μου, συμπλήρωνε ο μακαρίτης μπάρμπα Γιάννης.

Γιωργάκη με αποκαλούσε ο μπάρμπα Γιάννης μέχρι που πέθανε σε ηλικία 93 ετών).

Σήμερα στο Χάβο δεν υπάρχουν πια αγριοπερίστερα για να ακούγεται ο βόγγος των πεθαμένων, η συγκοινωνία πια δεν διακόπτεται οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες κι αν υπάρχουν, δεν υπάρχουν αετοί κοκάλογα και όρνια, για να ξεκουράζονται στους ξέρακες του φαραγγιού, δεν φωλιάζουν πια άγρια μελίσσια, στα γύρω βουνά ελάχιστοι τσοπαναραίοι υπάρχουν και το μόνο που υπάρχει σήμερα είναι μεγάλοι λαγοί στη θέση της μαρμαρωμένης γυναίκας, και αγριογούρουνα στην γύρω περιοχή του Χάβου. Υπάρχει και το εξοχικό κέντρο που έφτιαξαν με αξιόλογη προσπάθεια τα παιδιά του Ηλία Καλιμογιάννη και το πολύ καλό πόσιμο νερό (μεταλλικό) της βρύσης της Αγίας Παρασκευής. Στη βρύση αυτή σταματούν οι περαστικοί, πίνουν νερό, γεμίζουν και μπουκάλια που έχουν μαζί τους, αγοράζουν και κανένα καλαμπόκι από τον Γ. Χασκή και τη Λ. Γιώτη και φεύγουν χωρίς να ρίξουν ούτε μια ματιά στη μαρμαρωμένη γυναίκα του Χάβου, την ύπαρξη της οποίας ούτε καν ξέρουν.

Το νερό της βρύσης της Αγίας Παρασκευής παλιότερα το είχαμε στείλει για αναλύσεις στο Χημείο του Κράτους και αν θυμάμαι καλά είχε καταταχθεί στα μεταλλικά νερά. Τις αναλύσεις αυτές πιθανόν να τις έχει ακόμα ο συγχωριανός μας γιατρός Β. Λάμπρης που σήμερα μένει στη Φιλιππιάδα.

Ο Χάβος όμως εξακολουθεί να χαβώνει ακόμη και σήμερα όσους τον βλέπουν με τα μάτια που φορούσαν πριν το 1960, και δεν τον βλέπουν με τα ξεθυμασμένα πια μάτια που φορούν σήμερα.

 

Γεώργιος Κ. Μάνος

Πολιτικός Μηχανικός

Ε.Μ.Π.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)