…στη Νησίστα (σήμερα Ροδαυγή)

(τα παλιά χρόνια) με συναφή γεγονότα

 

Σαν βιωματικό αφήγημα

Γράφει ο Γεώργιος Κ. Μάνος

 

Σήμερα καθημερινά οι εφημερίδες πλημμυρίζουν από μικρές αγγελίες ειδικών οίκων, όπου προσφέρεται μασάζ και σάουνα από ειδικευμένες τάχα μου μασέζ, οι οποίες είναι συνήθως ξένες δίμετρες καλλονές. Οι δίμετρες αυτές ξένες μασέζ, το μόνο πράγμα που δεν ξέρουν και δεν είχαν κάνει ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή τους ήταν το μασάζ. Έτσι σήμερα όποιος επισκέπτεται τους οίκους αυτούς για να τους κάνουν μασάζ οι ξένες δίμετρες καλλονές, διαπιστώνουν με έκπληξη ότι αυτές δεν έχουν ιδέα από μασάζ. Η έκπληξή τους όμως αυτή είναι ευχάριστη, διότι διαπιστώνουν αμέσως ότι οι μασέζ αυτές, είναι εξειδικευμένες για μασάζ ορισμένου σημείου του σώματος, το ίδιο μάλιστα σωματικό σημείο π.χ. για όλους τους άνδρες.

Τα παλιά όμως χρόνια στη Νησίστα το μασάζ και η σάουνα γινόταν με όλες τις σύγχρονες αντιλήψεις της φυσικοθεραπείας και της ιατρικής με ευεργετικά αποτελέσματα στην κυκλοφορία του αίματος, αιμάτωση των τμημάτων του σώματος που τροφοδοτούνται με τριχοειδή αιμοφόρα αγγεία, ξεκούραση του καταπονημένου νευρικού συστήματος, ακόμα τότε είχαμε και θεραπεία του κρυολογήματος με τη σάουνα, όπως γινόταν τα παλιά χρόνια στη Νησίστα. Τότε στη Νησίστα η σάουνα λεγόταν αμπουριασμός και το μασάζ λεγόταν πάτημα.

Συγκεκριμένα η διαδικασία του αμπουριασμού είχε ως εξής: Γέμιζαν ένα μεγάλο καζάνι με νερό, το έβαζαν να βράσει σε δυνατή φωτιά και όταν το νερό άρχισε να εξατμίζεται με πυκνούς υδρατμούς από το βράσιμο, σκέπαζαν το καζάνι με αραιή διάταξη σανίδων, έστρωναν πάνω στα σανίδια ένα δίμιτο χοντρό τσόλι, πάνω στο τσόλι ξάπλωνε ο αμπουριαζόμενος, τον αμπουριαζόμενο τον φάσκιωναν με χοντρές βελέντζες και έτσι οι καυτοί υδρατμοί από το καζάνι εγκλωβίζονταν μαζί με τον αμπουριαζόμενο μέσα στις βελέντζες. Αυτονόητα σε λίγη ώρα από το σώμα και το πρόσωπο του αμπουριασμένου άρχιζε να βγαίνει ο ιδρώτας βρύση. Ότι δηλαδή συμβαίνει και σήμερα με τις σύγχρονες σάουνες. Ο αμπουριασμός συνεχίζονταν μέχρι που ο αμπουριασμένος φώναζε, δεν αντέχω άλλο, ή ο αμπουριαζόμενος δεν μπορούσε να μιλήσει από την εξάντληση. Πάντως νεκρούς από τον αμπουριασμό δεν μου έχουν αναφέρει. Ο αμπουριασμός ήταν θεραπευτική μέθοδος συνήθως γι’ αυτούς που είχαν κρυολογήσει.

Το μασάζ γινόταν με το λεγόμενο πάτημα. Π.χ. ερχόταν ο πατέρας πιασμένος στο σπίτι, πιασμένος σε όλο το κορμί από την σκληρή δουλειά (π.χ. όργωμα, κλάρισμα κ.λ.π.) και ξάπλωνε μπρούμυτα στο δάπεδο κοντά στο πυρομάχο της φωτιάς (τότε στη Νησίστα δεν χρησιμοποιούσαν κρεβάτια για ύπνο. Κρεβάτι ήταν το χωματένιο δάπεδο του σπιτιού και πάπλωμα ένα χοντρό δίμιτο σάϊσμα).

Φώναζε στη συνέχεια ένα παιδί του ο πατέρας και του έλεγε πάτα με στο κορμί. Το παιδί ανέβαινε πάνω στο κορμί του μπρούμυτα ευρισκόμενου πατέρα του και προσέχοντας αυτό να μην χάσει την ισορροπία του, πάταγε το κορμί του πατέρα του από το σβέρκο μέχρι τα γόνατα. Ο πατέρας με την φράση «άϊ άϊ αυτού πάτα λίγο ακόμα» καθοδηγούσε το πάτημα του μικρού στα επιβαρυμένα από την κόπωση σημεία του σώματος του. Ο πατέρας όταν ξεπιάνονταν το κορμί του από το πάτημα του μικρού, του έλεγε «άϊ ξεπιάστηκα τώρα σταμάτα». Πολλές φορές όμως οι μικροί επειδή έβρισκαν διασκεδαστική την διαδικασία του πατήματος συνέχιζαν το πάτημα και ο πατέρας αγρίευε «σταμάτα δεν θα μ’ του βγάλς ανάλημμα. Θα απιστωμίσω και θα τσακτστίς στον πυρομάχου».

Όταν τα σαμάρια «βάργαν» τα καπούλια των μουλαριών και πλήγιαζαν ή οι τριχιές έκοβαν τις πλάτες των γυναικών και αυτές πλήγιαζαν από το πολύ φόρτωμα, τότε έβαζαν πάνω στις πληγές μουχλιασμένο ψωμί. Θεράπευαν δηλαδή τις πληγές αυτές με την πενικιλίνη. Είναι γνωστό ότι εκατοντάδες χρόνια αργότερα ο Φλέμινγκ ανακάλυψε την πενικιλίνη από το μουχλιασμένο ψωμί, στο οποίο υπάρχουν μεγάλες ποσότητες πενικιλίνης.

Όταν είχαν πονοκέφαλο αλλά γερό στομάχι μασούσαν τρυφερά βλαστάρια ιτιάς (ιτιά η κλαίουσα όχι καβάκι). Μια τέτοια ιτιά υπήρχε από παλιά και υπάρχει και σήμερα στα Πανέϊκα στη βρύση τ’ Ρωμαίου. Θεράπευαν δηλαδή οι παλιοί Νησιστιώτες τον πονοκέφαλο με την ασπιρίνη όπως τον θεραπεύει η επιστήμη της Ιατρικής και σήμερα. Τα τρυφερά βλαστάρια της ιτιάς είναι υπόξινα και έχουν πολύ σαλικυλικό οξύ. Το οξύ αυτό είναι και σήμερα το βασικότερο στοιχείο της ασπιρίνης. Για να μασάς όμως τα τρυφερά βλαστάρια της ιτιάς έπρεπε να έχεις πολύ γερό στομάχι διότι το μάσημα αυτό προκαλούσε πόνους. Όπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει σήμερα και με την ασπιρίνη.

 

Σκέφτομαι ότι σήμερα με την θεωρία της δραστικής ουσίας με την οποία συνταγογραφούνται τα φάρμακα από τους γιατρούς, ώρες είναι να μας υποχρεώσει το Δ.Ν.Τ. αντί για πενικιλίνη να τρώμε μουχλιασμένο ψωμί και αντί για ασπιρίνη να υποχρεωθούμε από το ΔΝΤ να τρώμε τρυφερά βλαστάρια ιτιάς.

Για κύριο απολυμαντικό ακόμα και των πληγών οι παλιοί Νησιστιώτες χρησιμοποιούσαν το κατούρημα. Τα ούρα ως γνωστόν περιέχουν αμμωνία η οποία χρησιμοποιείται και σήμερα στην Ιατρική για απολυμαντικό.

Στο «στούμπισμα» βάζαν κατάπλασμα από κρεμμύδι για να τραβήξει το σκοτωμένο αίμα. Και σήμερα ακόμα στα λεγόμενα Ινστιτούτα Αισθητικής χρησιμοποιείται σαν μάσκα ομορφιάς το κρεμμύδι ή παρεμφερή φυτά για την ανανέωση της επιδερμίδας.

Για ρόφημα «ζεστοκοπιό» έβραζαν το σκορπίδι που φύτρωνε στις χαραμάδες των τοίχων ή στις «ψωμιέρες». Το σκορπίδι είναι το άγριο σέσκουλο.  Τότε στο χωριό ήταν άγνωστο το τσάι. Ακόμα χρησιμοποιούσαν για ρόφημα και το ζουμί από τα «πιδικώματα» (πιδικώματα = κομμάτια αχλαδιών ξεραμένα στον ήλιο).

Ορθοπεδικοί γιατροί ήταν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, διότι είχαν εκπαιδευτεί από τη θεραπεία των σπασμένων ποδιών των γιδιών και των προβάτων. Αντί για γύψο για περιτύλιξη του σπασμένου κόκκαλου, ούτως ώστε να «ξαναθρέψει» το κόκκαλο στην κατάλληλη θέση, ευθυγράμμιζαν το σπασμένο κόκκαλο με δεμένες περιμετρικά σανίδες. Υπήρχαν όμως και εξειδικευμένοι ορθοπεδικοί γιατροί για ανθρώπους. Όπως π.χ. ο Κώστας Καμπρής από το Καθαραβούνι (πατέρας του Γιάννη Καμπρή που ζει σήμερα στο χωριό) ο οποίος την τέχνη του από τα ζώα την μετέφερε πολύ επιτυχώς και στους ανθρώπους, διότι ο Κώστας Καμπρής δεν «κώλωνε» όσο κι αν ούρλιαζε από τον πόνο ο παθών, και ήταν αυτοσυγκεντρωμένος μόνον στο κρίσιμο σημείο και δεν χαμπάριαζε από ουρλιαχτά.

Τα δόντια τους οι παλιοί Νησιστιώτες τα έβγαζαν μόνοι τους. Τα παιδιά για να βγάλουν τα δόντια που κουνιούνταν, τα έδεναν μόνα τους με ράμμα και στη συνέχεια τραβώντας το ράμμα τα έβγαζαν, στα δε πληγωμένα ούλα έβαζαν αλάτι για να σταματήσει η αιμορραγία. Υπήρχαν βέβαια και εξειδικευμένοι οδοντίατροι για εξαγωγή των σάπιων τραπεζιτών. Οι εξειδικευμένοι χρησιμοποιούσαν τανάλιες και έπρεπε να είναι και χειροδύναμοι. Πολλές φορές έσφιγγαν με τα δύο τους χέρια την τανάλια, πάταγαν με το γόνατο στο στήθος του ασθενούς, ένας κράταγε το κεφάλι του ασθενή ακίνητο και οι εξειδικευμένοι τραβούσαν με όλη τους τη δύναμη. Πολλές φορές έφευγε μαζί με το χαλασμένο δόντι και δύο – τρία γερά, ακόμη δε και το τσαγούλι, γι’ αυτό πολλοί προτιμούσαν να υποφέρουν από τις κουφάλες των σάπιων δοντιών και να απαλύνουν τον πόνο, σκαλίζοντας τις κουφάλες αυτές με ριγανόξυλο παρά να βγάζουν τα δόντια τους. Ο πόνος από τα χαλασμένα δόντια προκαλείται από την πίεση των οξειδίων που εκλύονται στη ρίζα των δοντιών γι’ αυτό και σήμερα όταν πάμε με πονόδοντο στον  οδοντίατρο, ο οδοντίατρος τρυπάει με τον τροχό τα ούλα μέχρι τη ρίζα των χαλασμένων δοντιών, για να εκτονωθεί έτσι η πίεση των οξειδίων και συνακόλουθα να ανακουφιστούμε από τον πόνο. Σήμερα δηλαδή ο οδοντίατρος κάνει την ίδια δουλειά που έκανε παλιά το σκάλισμα του σάπιου δοντιού με ριγανόξυλο.

Περίφημος οδοντίατρος τότε ήταν ο κουμπάρος μας Νίκος Ψυχογιός, πατέρας του Γραμματέας της Κοινότητας Ροδαυγής, Πάνου Ψυχογιού. Είχε όλα τα προαναφερθέντα προσόντα του οδοντίατρου, αλλά επιπλέον είχε και ειδική λεπτή τανάλια και έτσι δεν υπήρχε κίνδυνος μαζί με το σάπιο δόντι να φύγουν και δύο – τρία πλαϊνά αλλά γερά δόντια.

Παρεμπιπτόντως να πούμε και μια ιστορία για τον Νίκο Ψυχογιό που αποδεικνύει ότι όταν οι Νησιστιώτες πίστευαν σε κάτι είναι πραγματικά αγύριστα κεφάλια. Ο μακαρίτης Νίκος ο Ψυχογιός ήταν από μικρό παιδί φανατικός Βενιζελικός. Όταν ήταν στρατιώτης την δεκαετία του 1920, οι φαντάροι τότε πήραν αυστηρή εντολή να καταψηφίσουν τον Βενιζέλο. Αν δε στην κάλπη βρισκόταν έστω και μια ψήφος υπέρ του Βενιζέλου θα τιμωρούνταν ολόκληρη η μονάδα. Έτσι στους φαντάρους τότε όχι μόνον δεν έδωσαν βενιζελικά ψηφοδέλτια, αλλά πήραν και εντολή οι φαντάροι να ψηφίσουν από πέντε φορές ο καθένας. Άγνωστο πως όμως, ο Νίκος Ψυχογιός βρήκε και έριξε στην κάλπη πέντε ψηφοδέλτια του Βενιζέλου. Έγινε χαμός στη μονάδα, απειλές για ποινές και ανέκριναν έναν – έναν όλους τους φαντάρους. Όταν ρώτησαν στην ανάκριση τον Νίκο Ψυχογιό πώς νομίζει ότι βρέθηκαν τα πέντε ψηφοδέλτια του Βενιζέλου αυτός τους είπε ότι δεν ήταν στο μέτρημα των ψήφων, και δεν πιστεύει ότι ψήφισε κάποιος φαντάρος υπέρ του Βενιζέλου, αλλά αν βρέθηκαν στην κάλπη ψηφοδέλτια του Βενιζέλου θα ξέρουν καλύτερα αυτοί που κουμαντάριζαν την κάλπη. Ο χαμός στη συνέχεια μετατράπηκε σε καχυποψία μεταξύ αυτών που κουμαντάριζαν την κάλπη και έτσι γλίτωσαν οι φαντάροι το ξύλο και τις ποινές. Την ιστορία αυτή την άκουσα όταν ήμουν μικρός δύο – τρεις φορές από τον πατέρα μου και μάλιστα σε συζήτηση με τον ίδιο τον Νίκο Ψυχογιό. Επειδή όμως ήμουνα πολύ μικρός δεν πολυκαταλάβαινα τι θα πει Βενιζέλος, ψηφοφορία πέντε φορές κ.λ.π. και έτσι δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. Θυμάμαι όμως που με το πονηρό του χαμόγελο ο Νίκος Ψυχογιός είπε στον πατέρα μου:

- Όχ’ θα τσάφνα κουμπάρε. Τσιέσασα.

Σημειώνω εδώ ότι και ο πατέρας μου ήταν Βενιζελικός και απορούσε μάλιστα για ποιό λόγο ο Μεταξάς από φανατικός φίλος του Βενιζέλου μετατράπηκε σε εχθρό του.

Ενέσεις οι Νησιστιώτες παλιά έκαναν μόνον όταν επισκέπτονταν τις κλινικές της Άρτας. Από το 1936 όμως μέχρι το 1960 και ειδικά την περίοδο 1936 έως 1950 ενέσεις στους Νηιστιώτες έκανε μόνο ο πατέρας μου. Είχε μάθει στο Δημοτικό Νοσοκομείο Αθηνών να κάνει και ενδομυϊκές και υποδόριες και ενδοφλέβιες ενέσεις. Του κάναν μάλιστα και πρόταση να τον κρατήσουν μόνιμο νοσοκόμο αλλά το 1936 τον έφερε πάλι στην Νησίστα ο Μεταξάς και τον διόρισε επίτροπο της Νησίστας και της γύρω περιοχής. Θυμάμαι την τελετουργία που έκανε τις ενέσεις ο πατέρας μου. Έβραζε την σύριγγα, για απολύμανση, τουλάχιστον ένα τέταρτο, σήκωνε ψηλά τον ορό της γυάλινης αμπούλας, χτυπούσε ρυθμικά με τον δείκτη του χεριού του (όπως τα μικρά παιδιά χτυπούν τους βώλους) το περιλαίμιο της στενής απόληξης της γυάλινης αμπούλας του ορού, πριόνιζε με το μικρό πριονάκι το στενό γυάλινο περιλαίμιο, σε πολύ μικρό βάθος, και με προσεκτική απότομη κίνηση, για να μην πέσουν ρινίσματα γυαλιού μέσα στην γυάλινη αμπούλα, απέκοπτε το περιλαίμιο. Στη συνέχεια απορροφούσε τον ορό με την σύριγγα. Πάλι με την σύριγγα τρυπούσε το λαστιχένιο τάπωμα του φιαλιδίου της δραστικής ουσίας (συνήθως πενικιλίνης) κ.λ.π. Όλοι τον κοίταζαν με θαυμασμό, ο υποψήφιος για την ένεση φώναζε, όϊ, όϊ Κώσταμ’ τι με βρήκε, το χέρς νάναι ελαφρύ. Ο πατέρας μου έβγαζε όλους τους άλλους έξω από το δωμάτιο, εκτός κι αν την ένεση την έκανε σε γυναίκα, οπότε απαιτούσε να είναι μέσα στο δωμάτιο και ο άντρας της, η ο αδερφός της, ή ο γιός της. Ο πατέρας μου δεν δεχόταν ποτέ χρήματα και δώρα σαν αμοιβή, πλην όμως, όπως κατάλαβα αργότερα, είχε μέσα του την επιθυμία για καμιά ψήφο στις κοινοτικές εκλογές.

Έτσι ο πατέρας μου είχε γίνει κι ένα είδος γιατρού, και εξομολόγου πολλές φορές των συγχωριανών του και μάλιστα στον μεγάλο τους πόνο από αρρώστιες σαν τον καρκίνο του εξομολογούνταν και απίστευτες ντροπές τους.

Επειδή πέρασαν πάνω από 100 χρόνια από ένα τέτοιο συμβάν ντροπής, ντροπής όχι μόνο για τον δράστη αλλά δυστυχώς και για σχεδόν όλο το χωριό, θα το πώς κι ας μη με παρεξηγήσουν οι σημερινοί απόγονοι του δράστη. Είμαι της γνώμης, ότι και τα παρωχημένα γεγονότα δεν πρέπει να μένουν αμνημόνευτα, ιδίως όταν αυτά τα γεγονότα, ενώ προκάλεσαν τότε ανεπανόρθωτο πόνο στο θύμα οι τότε συνάνθρωποι αντί να συμπαρασταθούν στο θύμα το σάρκαζαν και το περιγελούσαν. Τα γεγονότα αυτά αν μένουν αμνημόνευτα θα μας έρχονται (όπως πράγματι ως γνωστόν μας έρχονται σήμερα) με μεγαλύτερη φούρια από το μέλλον.

Ο πατέρας μου έκανε ενέσεις μορφίνης για καταστολή του αβάσταχτου πόνου καρκινοπαθούς που βρισκόταν στα τελευταία του.

- Όταν μ’ κάνς αυτή την ένεση Κώστα μ’ γένομαι περδίκ’ και μόρχεται να κολλήσω αψλά στη λεύκα, έλεγε ο καρκινοπαθής. (Κολλάω από το αρχαίο κολώ που σημαίνει συναρμόζω. Κολλάω ψηλά στη λεύκα, σημαίνει ανεβαίνω ψηλά στη λεύκα. Προϋπόθεση όμως για να ανέβεις στο δέντρο είναι να κολλήσεις (συναρμόσεις) το σώμα σου στον κορμό του δέντρου και με επιδέξιες κινήσεις να βρεθείς ψηλά στο δέντρο. Το κολλάω ψηλά στο δέντρο, που λέγαν οι παλιοί Νησιστιώτες είναι εννοιολογικά πιο ακριβές από το ανεβαίνω στο δένδρο που λέμε σήμερα, διότι π.χ. στο δέντρο μπορεί να ανεβείς και με ελικόπτερο ή σκάλα).

Ο ατυχής καρκινοπαθής ήταν σκληροτράχηλος ορεσίβιος άντρακλας δύο μέτρα που ποτέ δεν είχε αρρωστήσει στη ζωή του. Μια μέρα μετά την ένεση μορφίνης που του έκανε ο πατέρας μου λέει:

- Κώστα μ’ νομίζω ότι ο Θεός με τυραγνάει για ένα κρίμα πόκαμα. Μη με ρωτάς τι έκαμα θα στο ειπώ μοναχός μου για να ξαλαφρώσω. Ξέρεις Κώστας παλιά έκανα παιδί με τ’ Βάγγιω και το σκότωσα. Τ’ Βάγγιω δεν την παντρεύτηκα ούτε τσ’ είχα τάξει γάμο αλλά με το πόχασε το παιδί η Βάγγιω έχασε και τα λογικά της.

Η Βάγγιω μετά την δολοφονία του εξώγαμου μωρού της, όπου έβρισκε ξένο μπαστίκι (μπαστικι = εξώγαμο παιδί) το περιμάζευε στο σπίτι της και το περιέθαλπε. Ένα τέτοιο μάλιστα μπαστίκι ήταν από τους πρώτους πεσόντες στο Αλβανικό Έπος του 1940. Οι χωριανοί όμως χλεύαζαν τη Βάγγιω ότι γεννάει μπαστίκια ενώ στην πραγματικότητα η Βάγγιο περιέθαλπε ξένα μπαστίκια.

Η Βάγγιω θεωρούσε υπεύθυνο τον εαυτό της για τη δολοφονία του παιδιού της και για εξιλέωση εκτός από την περίθαλψη μπαστικιών και ελεημοσύνες σε φτωχούς έκτισε το 1920 με δικές της δαπάνες και την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, η οποία ανακαινισμένη σώζεται και λειτουργεί από το 1920 μέχρι και σήμερα.

Το πατρικό μου σπίτι βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων από το Νεκροταφείο της Αγίας Βαρβάρας. Όταν ήμουν μικρός, τις βραδινές ώρες οι σπαρακτικές κραυγές θρήνου και οδυρμού της Βάγγιως στο Νεκροταφείο της Αγίας Βαρβάρας προκαλούσαν τρόμο σε μένα αλλά και σε όλα τα μικρά παιδιά. Η Βάγγιω  θρηνούσε το δολοφονημένο παιδί της, όλα τα μπαστίκια που πέθαναν στο μεταξύ, αλλά και το μπαστίκι που έπεσε ηρωικά στο Αλβανικό Έπος του 1940. Οι μεγάλοι σε ηλικία χωριανοί καθησύχαζαν τους μικρούς λέγοντας:

- Άει μη σκιάζεστε τ’ μουρλή τ’ Βάγγιου, και ξεκαρδίζονταν κιόλας στα γέλια. Η αναφορά στη Βάγγιω γινόταν μόνο σαν υποτιμητικό σχόλιο.

- Άει μωρή κατάντσες σαν τ’ Βάγγιω.

Κανένας ποτέ χωριανός δεν σκέφτηκε ότι πιθανόν και η Βάγγιω να είναι ένας τουλάχιστον πονεμένος άνθρωπος. Έτσι η Βάγγιω, η πονεμένη κτήτωρ της Αγίας Βαρβάρας, χάθηκε λοιδορούμενη και αμνημόνευτη.

Δεν ξέρω αν πράττω σωστά, όταν εμπιστεύομαι ότι είναι αληθινά όσα θυμάται και μου διηγείται ένα παιδί 8 χρονών, και έχω μάλιστα και την απαίτηση να πιστέψετε και εσείς που με διαβάζετε ότι αυτά είναι αληθινά και όχι φαντασιώσεις του 8χρονου παιδιού. Το 8χρονο παιδί όμως είμαι εγώ ο ίδιος (όχι σήμερα βέβαια αλλά το 1954). Και πάντα ισχύει ότι από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.

Ξεστράτισε πάλι λίγο η κουβέντα μας και γι’ αυτό επανέρχομαι και κλείνω το θέμα μας με τις θεραπευτικές μεθόδους της Νησίστας τα παλιά χρόνια.

Οι θεραπευτικές μέθοδοι στη Νησίστα τα παλιά χρόνια επεκτείνονταν στη μαιευτική, ξεμάτιασμα, μάγια, σερνικοβότανο και βότανα γενικώς, θεραπείες ακόμα και καρκίνου (σφάχτη) ή φυματίωσης, δεν θυμάμαι όμως τα ονόματα των τότε ειδικών π.χ. μαιών ή ξεματιάστρων ή όσα θυμάμαι τα μπερδεύω γι’ αυτό η αφήγησή μου δεν θάχει την αξιοπιστία και την φρεσκάδα που πρέπει να έχει η ανάπλαση του παλιού, αλλά πιστεύω ότι κάποιος Νησιστιώτης πιο επαρκής από μένα να ιστορήσει αυτές τις μεθόδους με τα αντίστοιχα ονόματα.

Το ένστικτο επιβίωσης των κατοίκων της μικρής μας και απομονωμένης Νησίστας δεν τους ανάγκαζε να θεραπεύουν τις αρρώστιες με ενέργειες στο βρόντο ή μεθόδους μαύρης μαγείας αλλά βλέπουμε ότι οι περισσότερες τοτεινές μέθοδοι θεραπείας εξακολουθούν και ισχύουν ακόμη και σήμερα, τεκμηριωμένες πια από την επιστήμη της Ιατρικής.

 

 

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)