Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

Αληθινή ταξιδιάρικη η ψυχή των δύο συγγραφέων, που περιηγούνται την Αθήνα ρουφώντας με βουλιμία ιδέες, γραφές, τοπία, πρόσωπα, γεγονότα, θεσμούς, ιστορίες….

Το βιβλίο αυτό θυμίζει ίσως έναν ακόμη οδηγό της πόλης των Αθηνών, διαφοροποιείται όμως σημαντικά.

Πρόκειται για μια περιήγηση στην παλαιά πόλη της Αθήνας (Πλάκα, Μοναστηράκι, Ψυρρή) και μέσω αυτής στην ιστορία της, με αφετηρία αναφορές σε μνημεία, χώρους δρόμους και κτίρια και ένα ζωντάνεμα κυρίως της ατμόσφαιρας του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ου, μέχρι δηλ. την εποχή που η Αθήνα αλλάζει οριστικά φυσιογνωμία, με την μεταπολεμική ανοικοδόμηση και καταστροφή των περισσότερων παλαιών κτιρίων της.

Μια περιήγηση προτείνουν οι δυο συγγραφείς κατά την οποία οι συνειρμοί ξεδιπλώνονται, πρόσωπα του παρελθόντος εμφανίζονται στους δρόμους, τις πλατείες, τα καφενεία, διανύοντας τις αποστάσεις του χρόνου από την οθωμανική Αθήνα μέχρι την Αθήνα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Προσπαθούν να αναπλάσουν την Αθήνα των σημαντικών ιστορικών στιγμών, την Αθήνα της καθημερινής ζωής, της δουλειάς, της διασκέδασης, των επωνύμων και ανωνύμων Αθηναίων. Μοιράζονται μαζί μας μια «μνήμη» της πόλης, παρουσιάζοντας προηγούμενες εικόνες της, την εξέλιξή της, χώρους, γεγονότα, θεσμούς και πρόσωπα, που χαρακτήρισαν αυτή την εξέλιξη.

Είναι επίσης ένας λογοτεχνικός «περίπατος» στην Αθήνα, αλλά αναδεικνύεται η πόλη ως ένας διαχρονικός πίνακας, με το βλέμμα να εστιάζει σε μέρη, ανθρώπους, λογοτεχνικούς ήρωες, γεγονότα, «πλέκοντας» με αυτόν τον τρόπο τον χώρο με την ιστορία. Τα κείμενα αυτά «μιλάνε» μόνα τους…

Σε παράρτημα παρουσιάζονται ορισμένα επιπλέον ζητήματα σχετικά με την πόλη και την εξέλιξή της, όπως η ύδρευση, ο φωτισμός, η οδοποιία, οι συγκοινωνίες, συνήθειες και άλλα.

Σήμερα που η Αθήνα δοκιμάζεται από σοβαρά προβλήματα και το κέντρο της αποξενώνει κατοίκους και περαστικούς, η περιδιάβαση στην Αθήνα του παρελθόντος και η αναβίωση παλαιών εικόνων της, που επιχειρεί αυτό το βιβλίο, θα συμβάλλουν στην επανάκτηση της σχέσης οικειότητας που συνέδεε άλλοτε την πόλη με τους κατοίκους της.

Μας εντυπωσίασαν κάποια θέματα του βιβλίου και σας τα παρουσιάζουμε (οι αναγνώστες του βιβλίου μπορούνε να βρούνε εκατοντάδες τέτοια συγκινητικά θέματα):

 

«….Η μονή Καισαριανής διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη, της οποίας μεγάλο μέρος χρησιμοποιήθηκε δυστυχώς για κατασκευή φυσιγγίων στα χρόνια της Επανάστασης…»

 

«Στις όχθες του Κηφισού βρισκόταν μια προσφιλή εξοχή των Αθηναίων, η Κολοκυνθού. Ήταν η πιο αγαπητή λαϊκή εξοχή των παλαιών Αθηναίων, την προτιμούσαν ως τόπο συνάντησης και γνωριμίας οικογενειών, όταν με τη φροντίδα προξενήτρας βρισκόταν σε εξέλιξη συνοικέσιο. Εθεωρείτο επίσης χώρος κατάλληλος για μονομαχίες αλλά και για ερωτικά ραντεβού. Ήταν κατάφυτη με πλατάνια, ευκάλυπτους, λεύκες…»

 

« Οι περιπατητές της λεωφόρου Αμαλίας (με τις χαρακτηριστικές πιπεριές της, η δημοφιλής «Δενδροστοιχία»)ήταν “το άνθος της αθηναϊκής κοινωνίας”, ”αι περικαλλείς των Αθηνών κυρίαι και κομψοί κύριοι   “…».

 

«Το 1889 έγινε για πρώτη φορά χρήση ηλεκτρικού ρεύματος στην Αθήνα. Το 1906, επί δημαρχίας Σπ. Μερκούρη, άρχισε η ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων (με πρώτη την οδό Αιόλου).Ο πρώτος Δήμαρχος Αθήνας ήταν ο Ανάργυρος Πετράκης (1835-1837).Ο πληθυσμός του Δήμου της Αθήνας ήταν 26.256 το 1848, 175.430 το 1907, 565.084 το 1951, 745.514 το 2001»

 

«Την εποχή της Τουρκοκρατίας τα συγκοινωνιακά μέσα στην Αθήνα ήταν τα γαϊδούρια και οι καμήλες. Οι καμήλες έπαψαν να χρησιμοποιούνται ήδη από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Μεταφορές γίνονταν επίσης με φορητά αμάξια που σήκωναν Μαλτέζοι χαμάληδες…»

 

«Στο τέρμα της οδού Πατησίων προς το Γαλάτσι, εκτείνεται η κηπούπολη Κυπριάδη, η οποία δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1920. Η Κυπριάδη συγκέντρωσε το ενδιαφέρον οικιστών από τους κύκλους των διανοουμένων και καλλιτεχνών της εποχής(Βακαλό, Πικιώνης, Κόντογλου, Δροσίνης, Γληνός κ.α.). Ο Αρτινός ζωγράφος Γιάννης Μόραλης χρησιμοποιούσε τον όρο «Σχολή Κυπριάδη», για να αποδώσει τις συχνές και δημιουργικές συναντήσεις των καλλιτεχνών στα εργαστήριά τους ή στις ταβέρνες της συνοικίας».

 

«Πλατεία Αγάμων-Αμερικής .Η ονομασία οφείλεται σε μια ζωηρή παρέα «ορκισμένων» εργένηδων, που εκείνη την εποχή σύχναζαν σε καφενείο της περιοχής και οι οποίοι δημιούργησαν «κίνημα» κατά του γάμου. Το 1887 δημοσίευμα στην «Εφημερίδα των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν πρότεινε τη φορολογία αγάμων (μια καλή ιδέα για τον κ. Στουρνάρα…)».

 

«Το 1916 στο Πεδίον του Άρεως, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Αθηνάς, πλήθος κόσμου έριξε χιλιάδες πέτρες και σχημάτισαν τη στήλη του «Αναθέματος» κατά του τρισκατάρατου προδότη Βενιζέλου…»

 

«Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο-Πατησίων 42. Είναι ένα από τα σημαντικότερα νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας. Κτίστηκε την περίοδο 1862 -1876, σε σχέδια Καυταντζόγλου, ο οποίος διατέλεσε διευθυντής του ιδρύματος. Η οικοδόμηση του Πολυτεχνείου χρηματοδοτήθηκε από τρεις Μετσοβίτες ομογενείς και εθνικούς ευεργέτες (Ν. Στουρνάρης, Μ. Τοσίτσας και Γ. Αβέρωφ)».

 

«Η πλατεία Ομονοίας, η πλέον κεντρική πλατεία της Αθήνας ξεκίνησε ως… λόγγος με χαλίκια και σωρούς σκουπιδιών. Στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν δέντρα, αμπέλια και συκιές, ενώ δεν έλειπαν και μάντρες με αγελάδες και κατσίκια. Πέρα από αυτήν η πόλη ήταν έρημη και ακατοίκητη… Η πλατεία έγινε θέατρο συγκρούσεων οθωνικών και αντιοθωνικών, ενώ εκεί γιορτάστηκε και η έξωση του Όθωνα τον Οκτώβριο του 1862.Στη διάρκεια μάλιστα αυτού του εορτασμού μετονομάστηκε σε «Ομονοίας» ως πράξη συμφιλίωσης…»

«Μέγαρο Ιω. Σερπιέρη-Αγροτική Τράπεζα-Πανεπιστημίου 23.Ένα από τα σημαντικότερα νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας. Κτίστηκε το 1881, ως οικία της οικογένειας Σερπιέρη, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αν. Θεοφιλά. Ο Τζιοβάνι Μπατίστα Σερπιέρης ήταν ένας εκ των βασικών ιδιοκτητών των Μεταλλείων Λαυρίου την περίοδο 1864-1873 (Λαυρεωτικά).Σύζυγος του Σερπιέρη ήταν η κόρη του Γεωργίου Παχύ-βουλευτή Άρτας, Λάουρα. Την αποκαλούσαν Λαυρία, λόγω της επιχείρησης του Σερπιέρη στο Λαύριο…»

 

«Ουζερί του «Απότσου»-Πανεπιστημίου 10. Σύχναζαν σε αυτό λογοτέχνες, εκπρόσωποι της γενιάς του 30, αλλά και νεότεροι (Μ. Μαλακάσης, Ζ. Παπαντωνίου, Γ. Κατσίμπαλης, Ο. Ελύτης, Γ. Σεφέρης, Α. Καραντώνης κ.α.)»

 

«Βασιλικοί στάβλοι .Εκεί που κτίστηκε το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, βρίσκονταν οι βασιλικοί στάβλοι. Κτίστηκαν το 1834 και ήταν ένα από τα πρώτα δημόσια κτίρια της Αθήνας. Εκτός από τις εγκαταστάσεις για τα άλογα, περιλάμβανε και κτίρια για τον προσωπικό των Ανακτόρων που απασχολούνταν με αυτά (αμαξάδες, ιπποκόμους κ.α.).Εκεί και οι άμαξες του Παλατιού. Στον ίδιο χώρο βρίσκονταν και τα… κοτέτσια, που προμήθευαν με αυγά το Παλάτι, αλλά και θορυβώδεις κόκορες, οι οποίοι συχνά ενοχλούσαν τους βουλευτές του γειτονικού Κοινοβουλίου κατά τις αγορεύσεις τους…»

 

«Πατάρι του Λουμίδη .Δίπλα ακριβώς από το βιβλιοπωλείο της Εστίας, ήταν το καφενείο του Λουμίδη. Ιδρύθηκε το 1938. Το περίφημο πατάρι του αποτελούσε για χρόνια χώρο συνάντησης λογοτεχνών, δημοσιογράφων και καλλιτεχνών. Θαμώνες υπήρξαν οι Κ. Βάρναλης, Μ. Αυγέρης, Ν. Βαλαωρίτης, Ν. Καρούζος, Ε. Βακαλό, Τ. Σινόπουλος, Μ. Σαχτούρης, Ο. Ελύτης, Ν. Γκάτσος ,Μ. Χατζιδάκης ,Α. Αργυρίου κ.α.»

 

«Παλαιά Βουλή-Εθνικό Ιστορικό Μουσείο-Σταδίου 13.Νεοκλασικό κτίριο, σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα Φρ. Μπουλανζέ, το οποίο θεμελιώθηκε το 1858 από τη βασίλισσα Αμαλία στον χώρο όπου βρισκόταν ο κήπος του μεγάρου Κοντόσταυλου. Στέγασε το κοινοβούλιο από το 1875 μέχρι το 1935.Από το 1862 μέχρι το 1875, ενώ κτιζόταν το νέο κτίριο του Κοινοβουλίου, η Βουλή συνεδρίαζε σε μια προσωρινή ξύλινη κατασκευή, την περίφημη «Παράγκα»… Στην αυλή του κτιρίου της Παλαιάς Βουλής υπήρχε επί χρόνια ένα βαρέλι με πόσιμο νερό, με ποτήρια δίπλα στην κάνουλα, για να ξεδιψούν οι βουλευτές…»

 

«Ξενοδοχείον Χίλτον –Β. Σοφίας 46.Είναι το πρώτο διεθνές ξενοδοχείο της Αθήνας και το πρώτο τόσο μεγάλων διαστάσεων κτίριο της πόλης. Η πρόσοψη του κτιρίου φέρει εγχάρακτη σύνθεση του Αρτινού ζωγράφου Γιάννη Μόραλη (1916-2009), με παραστάσεις εμπνευσμένες από την αρχαία Ελλάδα. Το ξενοδοχείο εγκαινιάστηκε το 1963».

 

«Μέρλιν 6.Εδώ βρισκόταν το κτίριο, στο οποίο στεγάστηκε στη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944) η Γκεστάπο».

 

«Παριλίσσια καφωδεία και θέατρα. Στην περιοχή αυτή, ανάμεσα σε κήπους, λειτούργησαν από τη δεκαετία του 1870 και μέχρι το τέλος σχεδόν του 19ου αιώνα υπαίθρια θέατρα: το Άντρον Νυμφών, το Ιλισσίδων Μουσών, ο Κήπος των Χαρίτων, τα Ολύμπια, ο Ποσειδών. Τα θέατρα αυτά λειτούργησαν επίσης και ως καφέ-σαντάν (καφωδεία).Εδώ εμφανίστηκαν θίασοι βαριετέ με μουσικοχορευτικά νούμερα από ξένες καλλιτέχνιδες (γνωστές και ως «Τούμπλες » από τις πρώτες Βιεννέζες καλλιτέχνιδες, στο τραγούδι των οποίων υπήρχε η επωδός «Τούμπλα-λα, τούμπλα-λα)….».

 

«Η Πλάκα είναι η πιο παλιά συνοικία της Αθήνας, εκτείνεται στους ΒΑ πρόποδες της Ακροπόλεως. Το τοπωνύμιο «Πλάκα» ίσως προέρχεται από την αρβανίτικη λέξη «πλάκ’» που σημαίνει παλαιός (δηλ. «Πλάκ’ Αθήνα» σημαίνει «Παλιά Αθήνα»), και συνδέεται με την κατοίκηση της περιοχής στα τέλη του 16ου αιώνα από Αρβανίτες της Αργοναυπλίας, οι οποίοι διωγμένοι από τους Τούρκους ήρθαν και εγκαταστάθηκαν σε αυτήν. Από αυτούς τους Αρβανίτες Αθηναίους, κατοίκους της Πλάκας, προκύπτει και η ονομασία «Γκάγκαρος» ( από τη λέξη Βάγκαρης= μισθοφόρος, η λέξη παραφθάρηκε σε Γκάγκαρης), που σήμερα σημαίνει τον γνήσιο Αθηναίο. Όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα το 1834, η Πλάκα έγινε ο πυρήνας της πόλης. Η ανώτερη τάξη της πρώτης εκείνης περιόδου την επέλεξε αρχικά για την ανέγερση των αρχοντικών της… Στην Πλάκα έζησε και ο χαρακτηριστικό τύπος της παλαιάς Αθήνας, ο γνωστός μπαρμπα-Γιάννης ο Κανατάς, που είχε το γαϊδουράκι του, φορτωμένο με κανάτια, γύριζε όλη την Αθήνα. Τις Κυριακές, «μεταμορφωμένος» σε αριστοκράτη, σύχναζε στα καφενεία «Ωραία Ελένη» και «Σολώνειον»… Η Πλάκα διέθετε και δυναμική ομάδα πετροπόλεμου, συχνά οι νεαροί Πλακιώτες συγκρούονταν με ομάδες από άλλες γειτονιές, π.χ. Ψυρρή, Θησείο .Ο πετροπόλεμος ήταν κυριακάτικο «παιχνίδι», κυρίως εφήβων, που χαρακτήριζε την Αθήνα του 19ου αλλά και των αρχών του 20ου αιώνα. Στις συμπλοκές χρησιμοποιούσαν και σφεντόνες. Χαρακτηριστικό της Πλάκας ήταν οι πολυάριθμες ταβέρνες της. Η κλασική αθηναϊκή ταβέρνα διέθετε μια διπλή σειρά μακρόστενων τραπεζιών, πάγκους για καθίσματα και γύρω-γύρω βαρέλια κρασιού… Οι δρόμοι της Πλάκας έχουν τα ωραία ονόματα, που έφεραν εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια δρόμοι περίπου ίδιοι: οδός Ποικίλη, οδός Βουλευτηρίου, οδός Τριπόδων…»

 

Πρόκειται για Αριστούργημα.

 

Ο Θανάσης Γιοχαλάς γεννήθηκε το 1955 στην πόλη της Κέρκυρας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση, με μακρά θητεία στο 3ο Λύκειο Υμηττού.

 

Η Τόνια Καφετζάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης από το Paris I-Sorbonne και διδακτορικό δίπλωμα από το Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει δημοσιεύσει μελέτες και άρθρα που αφορούν στη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας. Από το 1999 υπηρετεί στη δημόσια μέση εκπαίδευση, τα τελευταία χρόνια στο Πειραματικό Γυμνάσιο της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)