Του Δημήτρη Ράπτη

Μισός αιώνας πέρασε και εκείνος ο Φλεβάρης του 1963 δεν ξεχάστηκε. Τα παιδικά βιώματα χαράχτηκαν, φαίνεται, για πάντα με ανεξίτηλο τρόπο και ούτε οι ανέσεις τις σύγχρονης ζωής, όπως αυτή εξελίχτηκε, μπορούν να τα απαλύνουν και ούτε ο ίδιος ο χρόνος κατόρθωσε να εξαλείψει αυτές τις πραγματικές πληγές. Γιατί από μια φυσική καταστροφή βρέθηκαν πολλές από τις οικογένειες του χωριού μας για άλλη μια φορά στο δρόμο της «προσφυγιάς» στον τόπο τους. Το 1963 βούλιαξε ένα κομμάτι του χωριού. Είχε προηγηθεί, ως γνωστόν, στη δεκαετία του ’40 και άλλη καθίζηση από την άλλη πλευρά με λιγότερες αυτή τη φορά απώλειες.

Η καθίζηση αυτή μπορεί να μην είναι η αιτία, σίγουρα, όμως, ήταν η αφορμή, για να αρχίσει η αιμορραγία του ανθρώπινου δυναμικού του χωριού προς τη Γερμανία και τις διάφορες πόλεις στο εσωτερικό της χώρας, αποδυναμώνοντας έτσι τον κοινωνικό ιστό του και σημειώνοντας την αρχή του τέλους του. Η θεία μου, η Μήτσαινα του Καρακίτσιου, είχε πολλά παιδιά και όταν ήρθε η ώρα ο Χρήστος να πάει στη Γερμανία έκλαιγε απαρηγόρητα που θα έφευγε, χτυπούσε το στήθος της και τράβαγε τα μαλλιά της σαν σε αρχαία τραγωδία. Ήμουν μικρός και η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε έντονα στη μνήμη μου, άσχετα αν δεν καταλάβαινα το λόγο. Η Γερμανία ήταν εκείνα τα χρόνια πολύ μακριά, πραγματική ξενιτιά, αφού με γράμμα μόνο γινόταν η επικοινωνία, χωρίς την ηλεκτρονική άνεση της σημερινής επικοινωνίας και ούτε και πολύ συχνά. Μια φορά το χρόνο και ίσως να μην γινόταν και αυτό. Αλλά το χωριό δεν σήκωνε τον πληθυσμό του, δεν υπήρχε προοπτική και είτε άνοιγε η Γερμανία είτε βούλιαζε ολόκληρη η περιοχή, θα επέρχονταν αλλαγές.

Δεν είχαμε φύγει από το χωριό και δεν ξέραμε τι σημαίνει θάλασσα, κάμπος, δρόμοι, αυτοκίνητα, κίνηση. Αυτά τα ακούγαμε σε διηγήσεις, βλέπαμε τη θάλασσα μόνο στο χάρτη του σχολείου και πάντα έμεινε αναπάντητη η απορία, αφού ο χάρτης είναι κρεμασμένος, γιατί το νερό δεν πέφτει. Ήμασταν, όμως, εξοικειωμένοι με τα κρύα, τα χιόνια και τα κρούσταλλα, αλλά με κάποια, φυσικά, όρια. Τα πόδια μας αποκάτω στα πέλματα είχαν περίπου δύο δάχτυλα πάχος σκληρό, αφού περπατούσαμε ξυπόλητοι. Δεν ήμασταν μαθημένοι με ανέσεις.

Το ύψος του χιονιού εκείνη τη χρονιά, το 1963, έφθασε στα τρία μέτρα, ασυνήθιστο κάπως για τόσο ύψος. Είχε, σχεδόν, ξεπεράσει και τις στέγες των χαμηλών σπιτιών και φαινόταν σαν να μέναμε μέσα στο χιόνι. Από το κάθε σπίτι ξεχώριζε μόνο το τζάκι, γιατί από τη φωτιά και τον καπνό έλιωνε κάπως εκεί το χιόνι και φαινόταν στον ορίζοντα. Η μόνη επικοινωνία με τον έξω κόσμο ήταν ένας μικρός διάδρομος για τις άμεσες ανάγκες. Είχαμε πραγματικά αποκλειστεί μέσα στο σπίτι. Δύσκολα πήγαιναν οι μεγαλύτεροι μέχρι το μαντρί για τα ζωντανά, να τα ταΐσουν και να τα ποτίσουν. Ευτυχώς, όμως, αυτό δεν κράτησε και πολύ. Περίπου τρεις με τέσσερις μέρες, γιατί μετά τη χιονόπτωση έριξε ασταμάτητα δυνατή πλημμύρα η οποία και έλιωσε το χιόνι. Το νερό αυτό δύσκολα μπορούσε μέχρι να το απορροφήσει όλο η γη –κάτω από το χώμα υπάρχει η μελίστρα η οποία δεν απορροφά καθόλου το νερό- και λόγω της ιδιαιτερότητας του εδάφους το επιφανειακό χώμα άρχισε να κατολισθαίνει. Μετά την έντονη βροχόπτωση ακολούθησαν ηλιόλουστες μέρες, λες και ο Θεός ήθελε να μας σώσει από τη βέβαιη καταστροφή. Τίποτε δεν έδειχνε γι’ αυτό που θα ακολουθούσε τις επόμενες μέρες.

Τα πρώτα ανησυχητικά δείγματα της κατολίσθησης ήταν ραγίσματα της γης, έπεφτε κανένας τοίχος, φαινόμενα που πύκνωναν και πολλαπλασιάζονταν σε σύντομο χρόνο. Από το τμήμα που κατολίσθησε φαίνεται πως το ευαίσθητο σημείο βρίσκεται από το δημόσιο δρόμο μέχρι τα ριζά της λάκκας «Αμβροσία». Γιατί τα πρώτα σπίτια που είχαν πρόβλημα ήταν των Φαλαγκαραίων, του Μήτσιου Μάνθου, των Ραφταίων όπου άρχισαν να ανακατώνονται τα σωθικά της γης. Δεν έλεγε κανείς, βέβαια, τίποτε γι’ αυτή την εξέλιξη, αλλά δεν πιστεύω ότι και θα την περίμενε. Αναγκάστηκαν, λοιπόν, να ξεσπιτωθούν πρώτοι και θυμάμαι εκείνο το βράδυ ο Ηρακλής ήρθε κάτω στα Ραφταίικα, στα Παλιάμπελα, να περάσει τη βραδιά στο μπάρμπα-Λευτέρη. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ, όταν ο πατέρας γύρισε από τα μαντριά, έβαλε ξύλα στο μπουχαρή, έγινε μια μεγάλη φωτιά και καθώς πυρωνόμασταν λέγαμε οτιδήποτε άλλο εκτός από την επικείμενη βούλια. Καμιά υποψία δεν είχε περάσει από το μυαλό όχι τόσο σε εμάς που ήμασταν παιδιά, αλλά ούτε και στους μεγάλους.

Το ξημέρωμα, όμως, δεν ήταν καλό. Το χώμα καθώς σερνόταν προς τα κάτω έσπρωχνε τα ζ’ νάρια από τα χωράφια και καθώς αυτά έπεφταν δημιουργούνταν ένας θόρυβος και η αγωνία άρχιζε να δημιουργεί παράξενες καταστάσεις. Δεν ήταν και μικρό πράγμα να βλέπεις ταυτόχρονα να κόβονται χωράφια στη μέση, και άλλα να πηγαίνουν δεξιά και άλλα αριστερά. Θυμάμαι ακόμη τον ήχο της καμπάνας, που χτύπησε, για να τρέξουν οι άνθρωποι να βοηθήσουν. Θυμάμαι το δάσκαλο το Λεωνίδα το Χριστοδουλόπουλο με ένα τσουβάλι καλαμπόκι στην πλάτη κάπου να το πηγαίνει. Μου φαίνεται πως ήταν του Λεωνίδα Παππά. Δεν έβλεπες τίποτε άλλο από ανθρώπους να προσπαθούν να βγάλουν πράγματα πριν πέσει το σπίτι τους.

Βγάλαμε από το σπίτι όλα τα πράγματα και το καλαμπόκι που ήταν κρεβατωμένο στον μποτινό. Του στούμπισε ο πατέρας μου γρήγορα. Όλα τα πράγματα  τα πήγαμε πρόχειρα κάτω σε ένα σπίτι του Θωμά Τέντου- ήταν στο μονοπάτι προς τον Κάμπο- που ήταν προς στιγμήν στέρεο μέρος, γιατί και αυτό σκεπάστηκε αργότερα από τη βούλια. Από εκεί λίγα-λίγα τα κουβαλήσαμε στο μπάρμπα Μήτσιο τον Καρακίτσιο στο μοναστήρι. Ήμασταν συγγενείς και θα μέναμε εκεί, για να βγάλουμε το χειμώνα. Θυμάμαι το μπάρμπα-Μήτσιο να λέει στη μάνα μου, που την είχε πρώτη ξαδέρφη. «Αθυμία, θα να ρ(θεις) να μείν(ει)ς σι μένα ικεί στ(η)ν κουζίνα». Πράγματι κουβαλήσαμε όλα τα πράγματα, το συγύριο, και τα πήγαμε εκεί κάτω. Είχαμε, όμως, και ζώα: πρόβατα, γίδια, γελάδια. Αυτά τα βάλαμε μέσα στο μοναστήρι. Σώζονταν πολλά κελιά και σε καλύτερη κατάσταση. Κάτω από τα κελιά των μοναχών και πίσω από την εκκλησία της Παναγίας βάλαμε τα γελάδια. Και στα διπλανά στο ισόγειο τα πρόβατα και τα γίδια. Εκεί είχαμε κουβαλήσει και τις θροφές, τριφύλλι και ρακόφυλλα και όσα από τις θημωνιές γλίτωσαν. Αλλά τι να προλάβεις να κάνεις μέσα στη βδομάδα που διήρκησε αυτή η καταστροφή. Ο Άγιος δεν «διαμαρτυρήθηκε» καθόλου, για αυτή την ολιγόμηνη κατάληψη, παρόλο που ίσως δεν είναι σωστό έτσι που έγινε. Από την παραμονή μας εκεί δεν ξεχνώ κάποια ανοιξιάτικα βράδια, όταν στη σιγαλιά έβοσκαν τα πρόβατα και ήμασταν στις λάκκες ξαπλωμένοι ως τα μεσάνυχτα εκεί που χορεύουμε την ημέρα του πανηγυριού, χωρίς ίχνος κανενός φόβου.

Το σπίτι μας δεν έπεσε αμέσως. Ο τόπος ήταν και είναι στέρεος. Απλώς ήρθε από ψηλότερα το χώμα και σπρώχνοντας ή σκεπάζοντας διατήρησε τη μορφολογία περίπου, όπως ήταν κάτω από την επιφάνεια. Όταν είδαμε ότι το σπίτι θα πέσει, με «έδιωξαν» το βράδυ και πήγα στο Μπουρνιά, στο μπάρμπα μου του Δυσσεό το Ράπτη, για να κοιμηθώ. Νομίζω πήρα και τα γίδια, γιατί αυτά δεν ήταν πολλά. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, γιατί σκεφτόμουνα το σπίτι και πως θα πέσει. Το πρωί φεύγοντας από τον Μπουρνιά βγήκε στη ράχη στο Κάτω Σταυρό και εκείνη την ώρα έπεφτε ο μπουχαρής από το σπίτι λες και με περίμενε. Πώς να ξεχαστεί αυτή η εικόνα. Την έχω βαθιά χαραγμένη ακόμη μέσα μου. Θυμάμαι κάποια χρόνια μετά, μαθητής στα Τρίκαλα, έγραψα ένα μικρό κείμενο, σαν έκθεση, με τίτλο «Το σπίτι που γεννήθηκα» και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τρικαλινά Νέα». Δεν θυμάμαι, ακριβώς, ποια χρονιά είναι.

Ο Αχιλλέας, ο μπάρμπας μου, με την οικογένεια πήγε στο σπίτι του Κ. Ντίνου και μετά στα Βαργιάνια και ο Επαμεινώντας Ράπτης, ο παππούς με τη γιαγιά, πήγαν στου Θωμά Τέντο. Με τον τελευταίο ήταν μπατζιανάκια, γιατί η βάβω μου η Γεωργία ήταν αδερφή της Φώτου από το Καρανταίικο σόι.

Όλα τα σπίτια ισοπεδώθηκαν. Οι τσιατμάδες έχασκαν μόνο για πολύν καιρό και κάποιες γωνιές με λίγα αγκωνάρια. Όλος ο τόπος έγινε αγνώριστος και ήρθαν τα πάνω κάτω. Μέσα στον τσιατμά του σπιτιού μας έζησε η γάτα, την οποία βρήκαμε τον Ιούνιο που ήρθαμε εκεί κοντά στα παλιά σπίτια. Νιαούριζε με κλαυτή φωνή.

Την άνοιξη, νομίζω τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου, φύγαμε από το μοναστήρι και ήρθαμε ξανά ψηλότερα σε ένα κομμάτι χωραφιού στα Παλιάμπελα που δεν βούλιαξε. Εκεί κάτω από έναν πλάτανο «στήσαμε το νοικοκυριό»-πηγαίνω κάθε φορά που πάω στο χωριό σε αυτόν τον πλάτανο- και στρώσαμε στην αρχή τα τσιόλια και τις φτέρες και κοιμόμασταν όλοι μαζί ο ένας δίπλα στον άλλον. Δεν θυμάμαι τι γινόταν σε περίπτωση βροχής. Αλλά ήταν καλοκαίρι και δεν ήταν, φαίνεται, πολλές βροχές. Θυμάμαι, όμως ότι στην κορυφή στα προσκέφαλα είχαμε δύο-τρία βαρέλια με το τυρί. Πιο πέρα ήταν το γιδομάντρι, αν και τα γίδια τα πηγαίναμε στο Μυλογόζι, -είχαμε χωράφια εκεί- μόλις δεν χρειαζόταν να τα αρμέγουμε δύο φορές την ημέρα και βολεύονταν στο άρμεγμα με μια φορά ή μέρα παρά μέρα. Οι νύχτες ήταν δύσκολες παρόλο που ήταν καλοκαίρι όχι από τις καιρικές συνθήκες, αλλά από το φόβο των ξωτικών και των δυνάμεων της φύσης. Πάντα θυμάμαι τον πατέρα μου να μας λέει ιστορίες με τον «μπάρμπα-Στάθη» – ένας Θεός ξέρει τι ήταν και τι συμβόλιζε αυτός-, πως έβγαινε τάχα τα βράδια και τα μεσημέρια και έκανε κακό. Τώρα πιστεύω ότι όλα αυτά λέγονταν, για να μην φεύγουμε μακριά, χωρίς εποπτεία και έλεγχο, γιατί και ο φόβος μαζί με τη φύση μας φύλαγε από τους κινδύνους.

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν δύσκολο και οικονομικά και από δουλειές. Χωράφια λίγα απόμειναν από το σύνολο, για να τα σπείρουμε καλαμπόκι. Πρώτα έπρεπε να γίνουν τα μαντριά, οι μάσινες για τα πρόβατα, το μαντρί για τα γίδια, το μεγάλο το καλύβι για τις γελάδες, άλλο για το τριφύλλι και τα ρακόφυλλα και μετά το σπίτι για μας. Το σπίτι έγινε με μεντάτι. Το έχτισε ο μπάρμπα-Μήτσιος ο Καρακίτσιος με το Χρήστο Κρακίτσιο. Τρεις πλευρές με πέτρα και μία με τσιατμά. Δύσκολοι οι καιροί για μεγαλύτερα πράγματα. Τον πρώτο χειμώνα, θυμάμαι, σε αυτό το σπίτι, ο Θεός να το κάνει σπίτι – επειδή ήταν ξερότοιχος και δεν είχε λασπωθεί περνούσε ο αέρας και το κρύο μέσα με ευκολία. Το μισό δάπεδο ήταν με σανίδα από το παλιό σπίτι που βούλιαξε και το άλλο μισό το αλείψαμε με χώμα και κοπριά, συνηθισμένος για τα δάπεδα στο χωριό. Η μάνα μου το άλειφε κάθε χρόνο. Δίπλα μας κατασκεύασε μία καλύβα με δύο πλάτες και ο παππούς με τη γιαγιά.

Η βοήθεια από την πολιτεία ήταν μια στρατιωτικιά κουβέρτα και κάποιο μικρό χρηματικό ποσό, δεν θυμάμαι πόσο. Πάντως πολύ λίγο. Το μόνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι ότι αυτή την κουβέρτα την έραψα μακρύ παντελόνι, για να πάω εκείνη τη χρονιά στην Α’ Γυμνασίου στα Τρίκαλα. Δεν θυμάμαι άλλη βοήθεια, όπως δεν θυμάμαι πότε τα αεροπλάνα μας έριξαν τρόφιμα, πότε περιμέναμε όλο το χωριό στην Αμβροσία με τη σημαία να ‘ρθει ο βασιλιάς στο χωριό και τελικά δεν ήρθε. Όμως, θυμάμαι, όταν ήρθε η επιτροπή γεωλόγων, η οποία νομίζω έμεινε στο σπίτι του Λεωνίδα Παππά. Όλος ο κόσμος συζητούσε και έλεγε ότι είπαν οι γεωλόγοι πως κοιμόμαστε πάνω σε ένα ποτάμι που κυλάει κάτω από το χωριό, είναι εύκολο να βουλιάξει όλο το χωριό και άλλα τέτοια. Άρχισε μία συζήτηση να φύγει ή να μείνει το χωριό και που να πάει. Μια συζήτηση ποτ κράτησε πολύν καιρό και χρόνια. Άλλοι έλεγαν να πάει στο Διάσελο, άλλοι απέναντι στον Πεύκο, άλλοι να φύγει εντελώς αλλού. Όταν αργότερα στα τέλη της δεκαετίας του 70’ άρχισα να ασχολούμαι με το μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου, ένας υπάλληλος του Υπουργείου Βιομηχανίας μου έγραψε για τη σύσκεψη που έγινε στα Υπουργεία για τη μεταφορά του χωριού. Άκουσε τότε την ομάδα επιστημόνων να λέει ότι το χωριό αυτό δεν πρέπει να μετακομίσει, γιατί έχει ιστορία, είναι παλιό, έχει σπουδαίο μοναστήρι, το οποίο έκτισε η Φιλική Εταιρεία. Δεν μπόρεσα να τα εξακριβώσω αυτά, αλλά τα γεγονότα προς τα κει οδηγούν. Τελικά κάποιοι πήραν σπίτι στα Τρίκαλα, από αυτά τα σεισμόπληκτα, άλλοι δάνειο και αυτό ήταν και η αρχή του τέλους για το χωριό.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)