Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από μια απορία του συγγραφέα Ζουάν Σαπουτό. Ερευνώντας για τα κινήματα της νεολαίας και την ιδέα της Ευρώπης, διάβασε τις ομιλίες του Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ, στις οποίες διακήρυσσε ότι: οι Έλληνες ήταν λαός του Βορρά…

Αυτό το παράξενο κείμενο ακολουθούσε απλώς τον κανόνα του εθνικοσοσιαλιστικού δόγματος: ο Χίτλερ γράφει στο «Mein Kamf», ότι υπάρχει « φυλετική ενότητα» ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες, τους Ρωμαίους και τους Γερμανούς, κι ότι αυτούς τους τρείς λαούς ενώνει η ίδια μακραίωνη πάλη….

Ποια αλλόκοτη μανία μπορεί να ώθησε στα μέσα του 20ου αιώνα, τους αξιωματικούς του ναζιστικού καθεστώτος να μιλούν χωρίς σταματημό για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους; Να παραγγέλνουν αρχαϊζοντα έργα τέχνης και δημοσιογραφικά άρθρα για τη Ρώμη των Φαβίων; Να υποβάλλουν, μέσω πανεπιστημιακών διατριβών και μεταρρυθμίσεων των αναλυτικών προγραμμάτων, την Αρχαιότητα σε συντονισμένο ιδεολογικό aggiornamento;

Ποια ανάγκη υπαγόρευε την προσφυγή στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, αφού μπορούσε να αντλήσει πρότυπα και αρχέτυπα από την ιστορία της Πρωσίας, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους και την ιστορία των Τευτόνων ιπποτών; Μήπως τελικά, εύρισκαν οι ναζί στην Αρχαιότητα κάτι παραπάνω; Γιατί οι ναζί στόχευαν στην επανα-γραφή του παρελθόντος;

Τα γερμανικά παραδείγματα αντικατοπτρίζουν ένα ήθος, αυτό του πολιτικού στρατιώτη, μια ηθική θάρρους, της επιμονής και της θυσίας στον βωμό της κοινότητας.

Ένα ήθος όμως δεν είναι γένος. Μια δεοντολογία δεν είναι γενεαλογία. Η φυλετικοποιημένη αναφορά στην Αρχαιότητα δίνει στους ναζί την ευκαιρία να πλάσσουν έναν λόγο περί καταγωγής, τη βιογραφία ενός λαού εξευγενισμένου από το κύρος του Αυγούστου και του Περικλή.

Στόχος του Χίτλερ ήταν να αποκαταστήσει την υπερηφάνεια ενός έθνους ταπεινωμένου από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Αυτή η εθνική θεραπεία δεν περνούσε μόνο από τον επαναεξοπλισμό και τη μεγαλομανή αρχιτεκτονική πολιτική ή ακόμη από την μπότα του κατακτητή στο Σάαρ, την Αυστρία ή τη Μοραβία: η γεωγραφία της Ευρώπης έπρεπε βέβαια να αισθανθεί τη χείρα του Φύρερ, το ίδιο όμως και η ιστορία της.

Το παρόν και ο χώρος δεν αρκούσαν: το παρελθόν και ο χρόνος έπρεπε να συμβάλλουν εξίσου στην εξύψωση μιας υπερηφάνειας που είχε πληγωθεί το 1918 και το 1919.

Ο προσεταιρισμός του αρχαίου παρελθόντος, των έργων του, των κρατών του, αποκτούσε πλέον κομβική ιδεολογική σημασία. Στόχος ήταν να ελεγχθούν όχι μόνο το παρόν και το μέλλον, αλλά και το παρελθόν, προκειμένου να επιτευχθεί η κυριαρχία στο παρόν και ο έλεγχος του μέλλοντος…

Όλη η ιστορία πρέπει να προσαρτηθεί, να ενταχθεί στην ολοκληρωτική ιδεολογία.

Η Γερμανία, κατά τον Χίτλερ, ήταν μεγάλη, αφού είχε γεννήσει λαμπρούς πολιτισμούς.

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εκθετικό ψέμα του εθνικοσοσιαλισμού, που ανάγει τις ρίζες της μυθοποίησης στα βάθη του απώτατου παρελθόντος.

Σύμφωνα με την Άννα Άρεντ: «ο ολοκληρωτισμός αποβλέπει στην οικοδόμηση ενός εντελώς πλασματικού κόσμου, ενός κόσμου του ολοκληρωτικού δογματικού αξιώματος που ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτει τους νόμους του γίγνεσθαι». Στην περίπτωση του ναζισμού, τούτο το αξίωμα είναι η πάλη των φυλών, πάλη που εκτυλίσσεται, για τους Σημίτες, όχι μέσα στην τιμή της μάχης, αλλά στο ύποπτο ημίφως της συνωμοσίας.

Ο εθνικοσοσιαλισμός προτείνει έναν μύθο. Η φανταστική αυτή αφήγηση επικυρώνεται από ένα κράτος κι από τους πραγματικούς θεσμούς του, ιδίως τους πανεπιστημιακούς και τους καλλιτεχνικούς. Το ψέμα παρουσιάζεται ως αλήθεια.

Το ζήτημα της χρήσης της αναφοράς στην κλασσική αρχαιότητα μας φέρνει στην καρδιά της κατασκευής του ναζιστικού υποκειμένου από το καθεστώς: η επανεγγραφή της ιστορίας της φυλής, η ενσωμάτωση σε αυτήν της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης, οι οποίες εμφανίζονται ως συνήγοροι και καθρέφτες των αρετών της, συμμετέχουν πλήρως στο σχέδιο της κατασκευής ενός νέου ανθρώπου.

Πώς όμως να αναγεννηθεί ο άνθρωπος; Η φυσική παραγωγή του αποτελεί αντικείμενο της ευγονικής, της κρατικής ζωοτεχνίας που θεσπίστηκε από το νέο καθεστώς, το οποίο προάγει μια νέα ηθική κι αισθητική του σώματος, βασισμένες όμως σε ένα ελληνικό πρότυπο το οποίο προβάλλεται ως ένδοξο προηγούμενο. Ο αθλητισμός, η προαγωγή του υγιούς σώματος, επιτρέπουν τη φυσική επεξεργασία του νέου ανθρώπου. Πέρα από αυτή τη συμμόρφωση, ο νέος άνθρωπος πρέπει να γίνει αντικείμενο ενός ψυχολογικού πλασίματος, το οποίο επαφίεται στην προπαγάνδα του Κράτους (τέχνη, αφίσες, ραδιόφωνο, Τύπος, μεγάλες συγκεντρώσεις, παρελάσεις της νεολαίας με χιτώνες και λαμπαδηδρόμους, σχολείο, πανεπιστήμιο, όργανα του Κόμματος, τα γυμνά γλυπτά του Thorak και του Breker, η ναζιστική αρχιτεκτονική αναπαράσταση, σχέδια του Speer, ιδεολογική διαφώτιση, ο κινηματογράφος κ.α.).

Η δημιουργία αυτού του συμβολικού σύμπαντος, φτιαγμένου από λέξεις, από γυμνά, από κολόνες και από ταινίες, δεν ήταν αυθόρμητη. Κληρονομήθηκε εν μέρει από τον γερμανικό 19ο αιώνα, αλλά ενθαρρύνθηκε και από τη βούληση του κόμματος. Στο ζήτημα της σχέσης με την Αρχαιότητα εμπλέκονται οι ιδεολογικοί καθοδηγητές, οι ιστορικοί, οι φιλόσοφοι, οι θεωρητικοί της φυλής και της αποικιοκρατίας, οι κινηματογραφιστές, οι γλύπτες, οι αρχιτέκτονες (Κλένζε, Γκίλλυ και Σίνκελ), οι επιπλοποιοί, οι αθλητές…

Οι ναζιστές ήθελαν να πιστεύουν ότι οι Δωριείς κατέρχονται από τον Βορρά, για να αναγεννήσουν ένα παρηκμασμένο μηκυναϊκό κόσμο. Οι Γερμανοί σαγηνεύονται από τη Σπάρτη και όχι από την Αθήνα. Τον Περικλή ο Χίτλερ θεωρούσε πρόγονό του ….

Στη Σπάρτη ενσαρκώνονται οι αρετές της αγνής φυλής, και η ευγονική της ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Πλάτωνα και προαναγγέλλει τη φυλετική πολιτική των ναζί (το περίφημο πρόγραμμα ευθανασίας Τ4). Η σβάστικα αποτελεί έμπνευση και δάνειο αρχαιοελληνικών αγγείων κοσμημένων με αγκυλωτούς σταυρούς. Η Αθήνα πίστευαν ότι μολύνθηκε από Ασιάτες σοφιστές. Η εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα το 1941, θα αναγεννήσει ένα λαό μολυσμένο από την τουρκική κατοχή και τις χριστιανικές παραδόσεις. Μέχρι και «σμήνος Λεωνίδας» υπήρχε, σμήνος εθελοντών πιλότων καταδιωκτικών της Λουτφάβε, για αποστολές αυτοκτονίας-καμικάζι.

Η πλασματική αυτή ιστορία, μετέτρεψε την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα σε επιφάνεια προβολής ή μετάθεσης όλων των φαντασιώσεων, εμμονών και αγωνιών που χαρακτήριζαν τον εθνικοσοσιαλισμό. Έτσι, η ομοφυλοφιλική φαντασίωση του τέλειου σώματος βρήκε την έκφρασή της στην άψογη και αρμονική πλαστικότητα του ελληνικού εφηβικού σώματος.

Η φαντασίωση ενός ολοκληρωτικού ελέγχου της κοινωνίας, η οποία μετατρέπεται σε σώμα πολιτικών στρατιωτών, τροφοδοτήθηκε από το σπαρτιατικό μύθο, ενώ το ηγεμονικό όνειρο της παγκόσμιας αυτοκρατορικής κυριαρχίας βρήκε το αρχέτυπό του στη Ρώμη.

Η έμμονη ιδέα της πάλης των φυλών βρήκε υποστήριξη κι επιβεβαίωση στους Μηδικούς και τους Καρχηδονιακούς πολέμους, ενώ η έμμονη ιδέα της συνομωσίας ενισχύθηκε από την εισβολή του ανατολικού και σημιτικού χριστιανισμού στη Ρώμη.

Για τον Χίτλερ και τους ναζί, ο χριστιανισμός είναι, στην ουσία, ιουδαιοχριστινισμός, εβραϊκός χριστιανισμός, ο οποίος προωθήθηκε και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο για να καταστρέψει την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο Χίτλερ ήταν ρητά αντιχριστιανικός και βαθιά αγνωστικιστής, τον χριστιανισμό τον χαρακτήριζε μεταφυσικό μπολσεβικισμό.

Ο Φύρερ δεν μασάει τα λόγια του όταν εκφράζει την άποψή του για τον χριστιανισμό στις ιδιωτικές του συνομιλίες: «Αν με έθαβαν σήμερα, δεν θα ήθελα να υπάρχει παπάς σε ακτίνα δέκα χιλιομέτρων…».

Επίσης σάρκαζε στον κλειστό κύκλο των συνδαιτυμόνων του «…Όταν οι προγονοί μας κατασκεύαζαν πέτρινες γούρνες και πήλινα κιούπια, στην Ελλάδα κτίστηκε η Ακρόπολις…»).

Η γερμανική κατοχή της Ελλάδας, σύμφωνα με τον συγγραφέα Ζουάν Σαπουτό, υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή και κτηνώδης, γιατί οι Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες απογοητεύτηκαν με τον λαό που συναντούσαν: δεν υπάρχουν οι ξανθοί γαλανομάτηδες των σχολικών τους βιβλίων, ουδεμία σχέση είχαν με τον Υπερίωνα του Χαίντερλιν, αλλά ήταν μελαχρινοί άνθρωποι με σκούρα μάτια. «Αυτοί είναι Άραβες» έγραφαν στις εφημερίδες τους….

Ο ελληνορωμαϊκός μύθος εξυπηρετούσε τελικά την καινούργια Σπάρτη, μια καινούργια «Germania» (το Βερολίνο), η οποία μετά τον πόλεμο έπρεπε να είναι ευρύχωρη, αρχαίζουσα και καθαρή από όλα τα ακάθαρτα στοιχεία του εβραιομπολσεβικισμού.

Η ναζιστική αυτή Ουτοπία ευτυχώς δεν υλοποιήθηκε.

 

Ο συγγραφέας Ζουν Σαπουτό ανάτρεξε στον Κανόνα της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογία, σε λόγους και θεωρητικά κείμενα, στα αρχεία του υπουργείου Παιδείας του Ράιχ, του υπουργείου Προπαγάνδας και της καγκελαρίας, σε εφημερίδες, απομνημονεύματα, επιστημονικά άρθρα της εποχής, σε τομείς όπως: η φυλετολογία, η ανθρωπολογία, η ιστορία (Γιόχαν Γκούσταβ Ντόυζεν κ.α.), κινηματογραφικά έργα της εποχής (η ταινία «Ολυμπία» της Λένι Ρίφενσταλ) και ιδιωτικές συνομιλίες του Χίτλερ, του Ρόσενμπεργκ, του Γκαίμπελς, του Γκέρινγκ και του Χίμμλερ.

 

Το αξιοθαύμαστο αυτό μάθημα Ιστορίας του Ζουάν Σαπουτό ηχεί ως προειδοποίηση….

 

Ο Ζουάν Σαπουτό γεννήθηκε το 1978.Σπούδασε Ιστορία, Πολιτικές επιστήμες και γερμανική φιλολογία στην Ecole Normale Superieure, στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris IV) και στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού.

Agrege και διδάκτωρ της Ιστορίας, είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ ΙΙ. Έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Paris II και Paris I, στην Ecole Polytechnique και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)