Εδώ στο χωριό μας οι πρώτοι νικητές του τόπου μας ήταν οι κτηνοτρόφοι. Εκεί που στάλιζαν τα πρόβατα φκιάχναν και ένα μαντρί. Αργότερα έφραζαν το στάλο και κάθε τόσο μετέφερναν το φράχτη όλο και πιό έξω. Ακόμη και σήμερα λέμε…

Στη στάνη του τάδε, στη στάνη του Μήτρου Ντάρζα που έτυχε να είναι και πατέρας της γιαγιάς μου.

Στα ποτιστικά χωράφια δεν δίνανε και πολύ σημασία, αφού την περισσότερη σοδειά την έπαιρνε ο τούρκος φοροεισπράκτορας, που τον λέγανε αφέντη.

Η γιαγιάμου, που την έζησαν στα παιδικά μου χρόνια, δεν πήγαινε ποτέ στο ποτιστικό χωράφι. Τη γνώρισα να ζει μόνιμα εκεί πάνω στις ορεινές μάντρες, που κατοίκησε ο πατέρας της ο Μήτρο Ντάρζας.

Εμείς, ένα τσούρμο αγγόνια, όλη μέρα είμασταν από κοντά της. Στο άρμεγμα, στη μπούντα, στο χτίσιμο των μαντρότοιχων. Σε τρόχαλο που έβαζε στον τοίχο μας έλεγε και μια οδηγία, μας ξεκίναγε και μια ιστορία. Κοντά της νοιώθαμε και φοβισμένοι και στοργικά, μάλιστα την ίδια στιγμή κιόλας.

Αυτή η μάντρα παιδάκι μου μας έδωσε φαΐ και ζήσαμε εμείς και τα ζωντανά μας. Αυτή τη μάντρα θα τη χρειαστεί και ο πατέρας σας και τα ζωντανά του. Αργότερα θα τη χρειαστείτε και σεις. Σ’ αυτό το πουρνάρι που βλέπετε στάλιζαν τα πρόβατα πολλές γενιές. Αν δε χτίσω τη μάντρα, θα μπούν μέσα τα ξένα ζωντανά και θα φάνε τη χλωροσιά. Μετά θα έρθει και αυτός που έχει τα ζωντανά πιο δω. Ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι ακολουθούμε τη λαιμαργία που έχουν τα πρόβατα και τα γίδια. Πρέπει να φυλαγόμαστε. Όταν το καλοκαίρι είναι βροχερό, από αυτή τη μάντρα παίρνουμε περισσότερη σοδειά από το ποτιστικό χωράφι. Αυτή η μάντρα μας δίνει πατάτες, ντομάτες, φασολάκια, αγγουράκια όλο το καλοκαίρι. Αν δεν βρέξει, μας δίνει φακές, ξερικό καλαμπόκι, αγριοτρίφυλλο για τα ζωντανά. Αυτός ο τόπος μας κρατάει ζωντανούς. Από την πείνα εδώ πάνω δεν πέθανε κανένας.

Εμείς θέλαμε να μάθουμε το μυστικό. Τι ήταν αυτό που η γιαγιά μίσησε το ποτιστικό χωράφι; Γιατί η γιαγιά, από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι, έχει να πάει στο ποτιστικό χωράφι; Η γιαγιά όλο μας άλλαζε κουβέντα και όλο παίναγε τις μάντρες.

Το βράδυ στη τζαμάλα και μέσα στις φλοκάτες δεν μας ξέφυγε….

Λοιπόν παιδάκια μου, όταν εγώ ήμουν μικρή σας εσάς, τούτο το μέρος ήταν τούρκικο. Στο τέλος του καλοκαιριού, ο πατέρας μου ο Μήτρο Ντάρζας, μας κατέβαζε όλους στο ποτιστικό χωράφι για να μάσουμε τη σοδειά. Τη μικρή αδελφή μου τη Δέσποινα, την είχαν στη σαρμανίτσα δίπλα στον όχτο. Την έβαζαν εκεί για να τη δει πρώτη-πρώτη ο αφέντης.

Πέρναγε λοιπόν ο αφέντης, πάνω σε ένα άλογο και φώναζε. Μήτρο, από αυτό το χωράφι να μου δώσεις πέντε σακιά σοδειά. Ο πατέρας μου του έλεγε μα αφέντη, όλη κι όλη δεν είναι τόση, πού να βρω να σου τη φέρω. Άλλωστε φέτος έχω και καινούργιο κουτσούβελο να ταΐσω.

Ο αφέντης σημείωνε στο σαμάρι στο όνομα του μήτρου Ντάρζα πέντε γραμμές.

Αφού λοιπόν το παρακαλετό του πατέρα δεν έπιασε, ξεκίναγε η μάνα μου ένα σκουσμό ασταμάτητο.

Ο αφέντης της έλεγε…

Μήτρο Ντάρζαινα τα ίδια μου κάνεις κάθε χρόνο.

Αφού και η προσπάθεια της μάνας πήγε στράφι, τότε η οικογένεια έπαιζε το τελευταίο χαρτί.

Ο πατε΄ρας αγριοκοίταζε τη μάνα. Αυτή με τη σειρά της με τσιμπούσε στο μπράτσο με όλη της τη δύναμη. Έβαζα του σκουσμό από τον πόνο και μας άκουγε όλος ο κάμπος. Εγώ έσκουζα και εκείνη με μάλωνε και ο πατέρας, γιατί έπρεπε να σταματήσω και λίγο… μπας και ακούσει κάτι από τον αφέντη. Άκουγα και εγώ, γιατί οα αφέντης είχε βροντερή φωνή, αφού μέσα σε τέτοιους σκουσμούς ζούσε.

Εντάξει Μήτρο Ντάρζα, φέρε ένα σακί λιγότερο… αυτή η κοπέλα με πλήγωσε…

Ανδρίκος Ορέστης

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)