Τα κεφάλαια πάνε και έρχονται. Έτσι πάνε και έρχονται οι εργαζόμενοι. Στις δεκαετίες του 50 και του 60 ήταν στη Γερμανία και εκεί δούλευαν Έλληνες, που μένανε σ’ ένα δωμάτιο δέκα-δέκα και είχαν μια τουαλέτα όλη η γειτονιά. Πολύ αργότερα στην Ελλάδα με τους Ολυμπιακούς αγώνες ήρθαν ξένοι εργάτες.

Φεύγοντας τα κεφάλαια, φύγανε και αυτοί. Οι δικοί μας εργαζόμενοι, οι Έλληνες, μείνανε άνεργοι και εάν κάποιοι από εμάς δουλεύουμε αποπληρώνουμε τα κεφάλαια που ήρθαν στην Ελλάδα τότε.

Ο νεαρός φοιτητής του οικονομικού τμήματος προσέχει τον καθηγητή του…

Λοιπόν… πρέπει να μάθετε ότι οι παραγωγικοί συντελεστές είναι τρεις. Τα κεφάλαια, η εργασία και η γη. Τα κεφάλαια εμφανίζονται όταν θα έχουν κέρδη, η εργασία προσφέρεται όταν ο εργαζόμενος έχει κέρδη και η γη προσφέρεται όταν είναι χρήσιμη και ταυτόχρονα ο χρήστης της θα έχει κέρδη.

Όταν όλοι μαζί αυτοί οι συντελεστές συνυπάρχουν αρμονικά, γεννιέται η παραγωγή. Όταν μάλιστα η ίδια παραγωγή χρειάζεται λιγότερο χρόνο αυξάνεται η παραγωγικότητα που είναι το ζητούμενο σ’ όλες τις οικονομίες.

Ο καθηγητής συνέχιζε να μιλάει…

Ο εσωτερικός και ο εξωτερικός δανεισμός σε μια χώρα είναι εξίσου αναγκαίοι…

Αλλά ο φοιτητής αποκοιμήθηκε.

Στον ύπνο του ζούσε με τους δούλους στην Αρχαία Ελλάδα και από μακριά άκουγε κάπου-κάπου και κανένα ρήτορα. Άκουγε συνέχεια τη λέξη δημοκρατία… ώσπου τη συνήθισε και αυτός και ας ήταν δούλος. Του είπαν πως τον Παρθενώνα όπου δούλεψε σκληρά, τον φκιάξαν με κεφάλαια που μάσανε οι ελεύθεροι πολίτες. Όταν κάποιοι του λέγανε, ότι τα χρήματα τα κλέψανε οι Αθηναίοι από το κοινό ταμείο που είχαν όλοι οι Έλληνες, αυτός δεν τους πίστεψε.

Πορευόταν και αυτός με το όνομα Έλληνας, αλλά δούλος Έλληνας. Καμάρωνε… διαχρονικά ανά τους αιώνες. Έγινε Βυζαντινός πολίτης και αργότερα Οθωμανός πολίτης. Ποτέ δεν συμβιβάστηκε με αυτούς μολονότι και οι Βυζαντινοί και οι Οθωμανοί διέγραψαν τη ράτσα των δούλων. Αυτός είχε κολλήσει εκεί στη λέξη δημοκρατία, των αρχαίων.

Μια λέξη που την έψαχνε κάθε τόσο στο σπίτι του, στη δουλειά του, στους ανθρώπους του, στη φύση, στην ψυχή του. Μια λέξη που την προσάρμοσε και στο λήσταρχο με τις κομπούρες και στο γείτονά του και σ’ αυτούς με τα μπλε κοστούμια και τις κόκκινες γραβάτες.

Κάθε τόσο σ’ αυτή τη λέξη έδινε και μια ερμηνεία.

Όταν τον παραπείρε ο ύπνος άρχισε να ροχαλίζει…

Τον σκούντησε ο διπλανός συμφοιτητής του και ξύπνησε απότομα… λέγοντας στον διπλανό του, δημοκρατία!!!

Η λέξη ακούστηκε σ’ όλο το αμφιθέατρο και… το μάθημα διακόπηκε.

Ανδρίκος Ορέστης

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)