ΔΗΜΗΤΡΗ  ΒΛΑΧΟΠΑΝΟΥ «ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ ΑΛΕΞ…»

Γράφει ο Σταύρος Ιντζεγιάννης

Αχ λέει, 70 χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη μέρα κι όμως…

Αχ !

Γυροφέρνει τα σοκάκια. Την πλατεία. Γυρίζει τον τόπο βήμα – βήμα. Ψάχνει πρόσωπα, ονόματα, ανθρώπους. Ψάχνει να αναστήσει πεθαμένους.

- Όχι, λέει. Όχι πεθαμένους. Ζωντανούς. Γιατί δεν πέθαναν. Ζουν, υπάρχουν, κινούνται, γυροφέρνουν ανάμεσά μας. Μας καλημερίζουν. Μας καληνυχτάνε. Δεν πέθαναν όχι. Δεν πεθαίνουν οι μνήμες. Τις συναντάμε σε κάθε  γωνία, σε κάθε σοκάκι. Μας κουβεντιάζουν. Αγωνιούν μη και τους ξεχάσαμε.

Όχι. Πώς γίνεται να τους ξεχάσεις;

Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος ξανανοίγει το τεφτέρι του χρόνου και της μνήμης για να θυμιατίσει πάνω σε τάφους  και σ’ αποκαΐδια λιβανωτό, ονόματα και  γεγονότα. Ολόκληρη η ιστορία του τόπου και του χρόνου σε δυο γραμμές όλες κι όλες. Αγαπημένη μου Αδελφή Αλεξ…

Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο γραμμές ο συγγραφέας παρουσιάζει τις δυο κυριότερες στιγμές της ζωής. Την ειρήνη και τον πόλεμο. Την ειρήνη στην ωραιότερή της  εκδοχή, το γάμο.  Και τον πόλεμο στη χειρότερή του μορφή, τον όλεθρο.

Σελίδες γεμάτες από τη λαογραφία της γαμήλιας τελετής –της ζωής– που στέκονται αντιμέτωπες με τη φρίκη και την κόλαση. Το θάνατο με την αδελφοκτόνο οργή –αυτή την κατάρα του τόπου– και τη ναζιστική μανία που οδηγεί στο κορύφωμά της: «εκτελούμε ό,τι αναπνέει και καίμε ό,τι στέκεται όρθιο».

Από τις 200 σελίδες του βιβλίου μόνο δυο – τρεις αναφέρονται στην εκτέλεση. Οι υπόλοιπες σκηνοθετούν αργά – αργά το σκηνικό του θανάτου, σα να μη μπορεί ο συγγραφέας –σα να αποφεύγει όσο γίνεται– να φτάσει στην ώρα που οι Βαλκυρίες σ’ ένα Βαγκνερικό σκηνικό ορμούν πάνω στα πτώματα να χορτάσουν τη φρίκη και το αίμα, για να τα προσφέρουν στο σύγχρονο θεό Οντίν. Τον Χίτλερ.

Ο συγγραφέας, γνωστός και από προηγούμενες συγγραφικές του αναφορές στο ίδιο θέμα, μοιάζει αιχμάλωτος της ιστορίας του γενέθλιου τόπου και προσπαθεί να εξοφλήσει χρέη γονικά με την πένα του. Με την τρίτη αναφορά του –τάμα του– μετά «Το κομμένο ποτάμι» και το «Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης», μοιάζει όμηρος της μοίρας του που τον έταξε να κρατήσει ζωντανή τη θύμηση, για να τη δώσει ιστορική παρακαταθήκη στους απογόνους. Εκείνο το «μέμνησο του Κομμένου».

Οι πέντε μέρες, το προανάκρουσμα του θανάτου, καταγράφονται με ημερολογιακή γραφή, σα να φοβάται κι ο ίδιος να φτάσει στη στιγμή που η πρώτη φωτοβολίδα έσκισε τον ουρανό κι ακουστήκαν οι πρώτες ριπές.

«Τους φάνηκε σα να σκοτείνιασε ο ουρανός πάνω τους, να γύρισε πίσω και να χάθηκε ο ήλιος και σα να ’βρεχε σφαίρες ο Αύγουστος φέρνοντας τη συντέλεια. Φωτιές του ’φυγε η κραυγή. Μας καίνε στρίγγλισε».

Το σκηνικό ξετυλίγει αργά – αργά τις ώρες

Τετάρτη 11 Αυγούστου – Μήλο μου κόκκινο, ρόιδο βαμμένο

Πέμπτη 12 Αυγούστου – Από μια κλωστή μόνο

Παρασκευή 13 Αυγούστου – Τώρα πια έγραψε η μοίρα

Σάββατο 14 Αυγούστου – Μια πεντάμορφη που την έντυσαν νύφη

Η λαογραφία έχει το δικό της σοβαρό μερίδιο με λεπτομέρειες που εντυπωσιάζουν, αλλά και καταγράφουν τα ωραία μας έθιμα  του γάμου. Το συνοικέσιο, η λογοδοσία, το προικοσύμφωνο. Όλα αυτά που τα έζησαν και τα τίμησαν οι γενιές των γονιών μας… Και ακόμα – ακόμα οι συμβουλές της μάνας προς τη μέλλουσα νύφη.

«Να ’σαι μετρημένη και σοβαρή… Δε θα σηκώνεις τα μάτια σου και μη σ’ ακούσω να γελάς δυνατά. Θα τρώνε οι άλλοι, εσύ δε θα τρως. Μόλις θα περνάει από μπροστά σου ο νουνός, θα σηκώνεσαι όρθια Αυτό είναι σεβασμός… Το πρωί θα φτιάξεις καφέδες. Και θα τους σερβίρεις εσύ. Του νουνού πρώτα…. μη σου χυθεί ο καφές, θα σε πουν ανεπρόκοπη».

Πέμπτη 12 Αυγούστου – Από μια κλωστή μόνο

ΕΑΜ-ΕΛΑΣ από τη μια μεριά. Ο Ζέρβας με τον ΕΔΕΣ από την άλλη. Έλληνες αδέρφια που πολεμάνε να διώξουν τον κατακτητή, αλλά και ο ένας τον άλλον.

«Συναγωνιστή, δεν έχουμε χρόνο ούτε όρεξη για τέτοιες κουβέντες. Για το καλό σας πάρε τους άντρες σου και φύγε.

-συνέχεια από την 2η σελίδα

Θίχτηκε εκείνος και σηκώθηκε όρθιος χτυπώντας δυνατά το τραπέζι.

Εμείς ήρθαμε να διώξουμε εσάς Δεν ήρθαμε εδώ για να μας διώξετε εσείς. Να προσέχεις πως μιλάς.

Σας διατάσσω μέχρι το μεσημέρι να σηκωθείτε να φύγετε αλλιώς…

Μέχρι το μεσημέρι να φύγετε εσείς. Και τις διαταγές σου αλλού. Σε μας όχι, του φώναξε ο άλλος».

Χρειάζεται τόλμη για να τα γράψεις αυτά. Δε ζουν οι πρωταγωνιστές ίσως, αλλά ο απόηχός τους είναι ζωντανός και η μνήμη δε χαρίζεται σε κανέναν από τα δύο μέρη. Υπάρχουν απόγονοι που ζητούν, όπως ο συγγραφέας, δικαίωση των γονιών τους για όσα άστοχα ή σωστά έπραξαν. Ο συγγραφέας το ξέρει και προσέχει να κρατήσει τις ισορροπίες. Αφιερώνει μεγάλο μέρος –ίσως το μεγαλύτερο– ακριβώς στη διένεξη των ανταρτικών ομάδων, στις οποίες ρίχνει το βάρος της συμφοράς, χωρίς να το δηλώνει ξεκάθαρα, αλλά και χωρίς να παίρνει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου. Θα αιτιολογήσει την ουδετερότητά του επικαλούμενος τη μοίρα.

Παρασκευή 13 Αυγούστου – Τώρα πια έγραψε η μοίρα!!!

Η ιστορία, όπως την περιγράφει η εμπειρία και η συγγραφική τεχνική του Βλαχοπάνου, θυμίζει Μεγαλοβδόμαδο. Η επιτροπή των προεστών  πηγαίνει στην Άρτα –στο Πραιτώριο– να εκθέσει τα γεγονότα. Να εκλιπαρήσει. Τους καθησυχάζουν. Όμως άλλο Ιταλοί. Άλλο Γερμανοί.

Μέσα στις 200 σελίδες του βιβλίου που ξενυχτάς να τις διαβάσεις, καθώς σε δένουν αγωνιώντας για το τέλος –κι ας το ξέρεις,  τόσα και τόσα που έχουν γραφεί–, ο συγγραφέας μεθοδικά οδηγεί τον εσταυρωμένο του –τους κατοίκους του άτυχου  τόπου– στον Γολγοθά τους.

Το τέλος θα δοθεί κατά μια λογοτεχνική εξαιρετικά τραγική αφαίρεση, η οποία υπογραμμίζει τον έναν και μοναδικό ένοχο. Τη Ναζιστική συνείδηση  του εκτελεστή: του μάθανε πως το μόνο ιδανικό για το οποίο άξιζε να ζει και να θυσιάζεται κανείς είναι η πατρίδα και ο Φύρερ της.

O Βλαχοπάνος, φιλόλογος – λογοτέχνης, ξέρει το ειδικό βάρος των λέξεων και θητεύει την αφαίρεση κατά τον πιο απόλυτο τρόπο. Μέσα στις σελίδες του βιβλίου του, γραμμένες  θαρρείς όχι από την πένα αλλά από την καρδιά του, χτύπο το χτύπο, ο αναγνώστης ζει μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο την ειρήνη με τα ωραία μας  πατρογονικά έθιμα: «Δυο πρώτες ξαδέρφες, ανύπαντρες κι εκείνες,  σήκωσαν τα καπάκια από τα μπαούλα για να δουν και να καμαρώσουν τα ασπρόρουχα και τα ξόμπλια του γαμπρού και της νύφης… Έβγαλε ο Θόδωρος το προικοσύμφωνο καθώς υπαγόρευε το έθιμο κι άρχισε να διαβάζει τι ρουχισμό έταξε…»

Μαζί θητεύει και τη ναζιστική θηριωδία στο έπακρό της. «Σαράντα νοματαίους, ξενυχτισμένους, ανύποπτους… μαζί το γαμπρό και τη νύφη… Πυρ διέταξε ο ανέκφραστος ο Ανθυπολοχαγός. Και πάτησε τη σκανδάλη ο πολυβολητής…. έγερνε ματωμένος ο ήλιος και τυλιγμένος σε μια μαύρη μπόλια σα να μοιρολογούσε πνιγμένος στο βουβό κλάμα».

Αγαπημένη μου αδελφή Αλεξ. Τρεις λέξεις που θα μπορούσαν να είναι πραγματεία για φροϋδική ανάλυση, καθώς το συνειδησιακό πρόβλημα του εκτελεστή θέτει αντιμέτωπες την ειρήνη με τη θηριωδία. Την αδελφική αγάπη από τα ωραιότερα ειρηνικά αισθήματα με τη φρίκη του εκτελεστή: «πάνω στο τραπέζι κάπνιζε ακόμη το περίστροφο».

Αν ο Τολστόι χρειάστηκε 757 σελίδες για να γράψει το «Πόλεμος και ειρήνη», ο Δημήτρης Βλαχοπάνος  το έγραψε με  τρεις λέξεις: Αγαπημένη μου αδελφή Αλεξ…

 

ÞΟ Σταύρος Ιντζεγιάννης είναι συγγραφέας, γεννήθηκε στην Άρτα και ζει στην Πάτρα

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)