Γράφει ο Νίκος Καρατζένης

Είναι εξαιρετική η συγκίνηση που αισθάνεται ο δάσκαλος, όταν κάποιοι από τους μαθητές του ξεδιπλώνουν της φαντασίας τους τα φτερά και επιδίδονται σε δημιουργικές απόπειρες στο χώρο της τέχνης. Ιδιαίτερη λοιπόν ικανοποίηση ένιωσα τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου (2013), όταν η ανήσυχη μαθήτριά μας Σόνια Ν. Γερογιάννη χάρισε στη σύζυγό μου και σε μένα την πρώτη συλλογή ποιημάτων της με τον πρωτότυπο και συμβολικό τίτλο: «Γιατί στον έρωτα και στον πόλεμο…», η οποία περιέχει δεκαεπτά ποιήματα. Πρόκειται για μια γραφή προσωπική, στην ουσία για δεκαεπτά εκμυστηρεύσεις της Σ.Ν.Γ. οι οποίες εκπλήσσουν με την πηγαία έκφραση, την ειλικρίνεια, την παρρησία αλλά κυρίως με τον αιχμηρό και αμείλικτο λόγο ο οποίος μαστιγώνει ανελέητα. Το ύφος είναι δηκτικό δηλ. δαγκώνει κυριολεκτικά για να εναρμονισθεί με το περιεχόμενο των ποιημάτων που είναι ιδιάζον και ανατρεπτικό. Σε κάποιους στίχους παρατηρείται ρυθμός και ομοιοκαταληξία απ’ όπου εικάζεται πως προορίζονται να ενδυθούν με μουσική. Ορισμένα από αυτά έχουν μελοποιηθεί ήδη από συγκροτήματα του κύματος της αμφισβήτησης και της διαμαρτυρίας, της ρήξης και της ανατροπής.

Θα επιχειρήσουμε μια προσέγγιση στα δύσβατα και λαβυρινθώδη μονοπάτια της γραφής της Σόνιας Ν. Γερογιάννη με την επιφύλαξη ότι η δική μας απόπειρα αποτελεί μίαν και μόνον ανάγνωση. Όπως συμβαίνει με κάθε έκφραση τέχνης, ο αναγνώστης, ο θεατής, ο ακροατής προσλαμβάνουν με τα δικά τους αισθητικά κριτήρια τα μηνύματα, τα κεντρίσματα των πνευματικών ποιημάτων.

Στο ποίημα που φέρει τον τίτλο «το τελευταίο ταξίδι», που συνειρμικά παραπέμπει σε ομώνυμο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, κυριαρχεί η άρνηση της γράφουσας να επιστρέψει σε καταστάσεις τραυματικές που έχουν πληγώσει ανεπανόρθωτα τον ψυχικό της κόσμο και την έχουν ποτίσει με αβάσταχτη πίκρα. Το ποίημα δομείται με το σχήμα του κύκλου καθώς αρχίζει και τελειώνει με τον ίδιο στίχο «Δεν θέλω να γυρίσω πίσω», ελαφρώς παραλλαγμένον «δεν θέλω να κοιτάξω πίσω» για να δοθεί το αμετάκλητο της απόφασης. Οι λυγμοί, οι ενοχές, τα σκοτάδια, το αίμα και η χολή που κυριάρχησαν στην άχαρη ζωή της, γέννησαν μέσα της μια τάση φυγής. Εξουθενωμένη, εξοργισμένη, πανικόβλητη ρίχνει την πέτρα αναθέματος πίσω της για να εξορκίσει και να σβήσει έναν βίο αβίωτο και αποτρόπαιο.

«Δεν θέλω να γυρίσω πίσω

Αυτοί οι τοίχοι με γεμίζουν λυγμούς

και ξεπεσμένες ενοχές…

Γεμίζει το ταβάνι αίμα και χολή

που, δίχως άλλο και τα δυο, με ξέρουν με το μικρό μου όνομα.

Δεν θέλω να κοιτάξω πίσω…

Πόσες πέτρες να πετάξω

πόσα αναθέματα πρέπει να ρίξω…

για να σκιαχτεί η ανάσα στο σβέρκο μου…».

Από εκμυστηρεύσεις, σπαράγματα και αυτομαστιγώματα είναι εμποτισμένοι οι στίχοι του ποιήματος «Σημάδια για να γυρίσω πίσω». Αλήθειες που πληγώνουν, πληγές που αφήνονται να αιμορραγούν, αναμνήσεις και βιώματα οδυνηρά των πρωταγωνιστών ενός δράματος συντηρούνται σκοπίμως στη μνήμη τους γιατί αποτελούν υπαρξιακή ανάγκη για τους ίδιους. Δύο άνθρωποι που αγαπήθηκαν και πόνεσαν, αλλά δεν κατόρθωσαν να ευτυχήσουν στην αγάπη πασχίζουν να σπάσουν τη σιωπή που απλώνεται ανάμεσα τους και να αναψηλαφήσουν την κατακερματισμένη τους ζωή. Ενώ υποφέρουν και δοκιμάζονται σκληρά, δεν επιθυμούν να διακόψουν αυτή τη μαρτυρική συνύπαρξη. Φαίνεται πως αυτά που έζησαν ήταν τόσο δυνατά που εξακολουθούν να καθορίζουν το παρόν και το μέλλον τους και επομένως κάθε προσπάθεια φυγής προς τα εμπρός είναι μάταιη, αφού η επιστροφή είναι μάλλον βέβαιη και αναπότρεπτη. Ιδού οι στίχοι:

«Τι να ‘ναι τάχα αυτό που κομματιάζει τη σιωπή,

τι να ‘ναι αυτό που αγκαλιάζει τα κομμάτια…

Αυτό που δένει και ανταμώνει την αλήθεια

είναι οι πληγές που με το ζόρι τις κρατάμε ανοιχτές,

για να πονάμε και να μην ξεχνάμε

για να ματώνουμε και να μη νοσταλγούμε

για να υπάρχουμε στην κάθε τους σταγόνα…

και για να είσαι πάντα εκεί στις περασμένες μου ζωές και τις επόμενες

και σ’ όσες δεν γνωρίζω, για να το ξέρω πως θα φύγω

και πάλι θα γυρίζω.»

Στο ποίημα: «Όσα δεν έμαθες για την αγάπη» κυρίαρχα εκφραστικά μέσα είναι η ρητορική ερώτηση και η σταυρωτή ομοιοκαταληξία, τα οποία καθιστούν τον στίχο υποβλητικό και ρυθμικό. Η συγγραφέας απευθύνει τον λόγο σε κάποιον με τον οποίο την συνδέουν κοινά βιώματα και θέτει σ’ αυτόν αμείλικτα ερωτήματα για το νόημα της αγάπης. Στην πρώτη στροφή αμφισβητεί τη φιλοσοφία εκείνου ο οποίος εκδηλώνει την αγάπη με θυμό και την έχει μετατρέψει σε σπαραγμό.

«Ποιος σου ‘μαθε να γράφεις την αγάπη

με τα’ αγριεμένα λόγια του θυμού,

ποιος σου ‘μαθε να τρέμεις στο άκουσμα της

κι αιτία να την κάνεις σπαραγμού;»  

Δριμύς και οργισμένος είναι ο λόγος της πληγωμένης γυναίκας η οποία διαπιστώνει πως ο άλλοτε αγαπημένος της πρόδωσε εκ νέου την αγάπη για λίγα αργύρια και είναι έτοιμος να καλύψει με ψεύδη τις παρασπονδίες του.

«Σε ποιο όνειρό σου μυστικό θα με κλειδώσεις

κρυφά απ’ τον κόσμο για να ‘ρθεις να με βρεις,

για πόσα αργύρια ξανά θα με προδώσεις

και πόσα ψέματα θα βρεις για να μου πεις;»

Η ωδή για την αγάπη κλείνει με τη διαπίστωση πως αυτός που δεν έμαθε να μιλά, ούτε να ζει την αληθινή αγάπη γιατί δεν θέλησε να την αναζητήσει, θα θρηνεί με μοιρολόγια τη μεγάλη απώλεια, αλλά τότε μάλλον θα είναι αργά.

Στο ποίημα με τον εμπνευσμένο τίτλο «Ένα παραμύθι για να κοιμηθείς» η Σ. Γερογιάννη καταφεύγει σε ένα ευφυές λογοτεχνικό εύρημα την «Ωραία Κοιμωμένη» για να εκφράσει με πικρία την διαμαρτυρία της για την επικρατούσα αντίληψη ότι η γυναίκα είναι το σύμβολο της ομορφιάς και της άβουλης, άπραγης ύπαρξης και εν τέλει της υποταγής. Η «ωραία κοιμωμένη» θα κοιμάται τον ύπνο του δικαίου χωρίς δική της φωνή και προσωπικότητα, όπως μια βολική ανυποψίαστη και φιλάρεσκη κούκλα, για να υποτιμούν και να υπονομεύουν τον ρόλο της ως οντότητας, ως σκεπτόμενου ανθρώπου, ως πολίτη, όχι μόνο οι «ανώτερες» κοινωνικές τάξεις και η εξουσία, αλλά και οι άνθρωποι της κατώτερης στάθμης.

«Απόψε πέσε και κοιμήσου σε γυάλινο κρεβάτι

στις παλιές σου πληγές ρίξε φρέσκο αλάτι,

ψυχή μου

τόσα χρόνια παριστάνεις την Ωραία Κοιμωμένη

από πρίγκιπες και αγύρτες ξεγραμμένη.»

Στη δεύτερη στροφή του ποιήματος το ειδικό βάρος του νοήματος πέφτει στους εφιάλτες οι οποίοι ταράζουν τον ύπνο των ανθρώπων, τα όνειρα, τα σχέδια της ζωής των οποίων οι επιτήδειοι τα κατέστησαν κουρέλια και αποκαΐδια, παρά τις άγριες και βίαιες συγκρούσεις των έντιμων με τους ραδιούργους που στήνουν ύποπτα παιγνίδια στα σκοτεινά. Η μάχη είναι χαμένη.

«Πάλι στον ύπνο σου θα δεις αλήτης σκύλος να γυρίζεις

μ’ ένα κουρέλι μες στα δόντια να ‘χεις να μυρίζεις

ψυχή μου,

αποκαΐδια, μια από τα ίδια, φτηνά στολίδια,

τζάμπα γαυγίζεις και δαγκώνεις τα ύποπτα παιχνίδια.»

Στο ποίημα: «Ημέρα πληρωμής» μια πονεμένη και πληγωμένη γυναίκα αποκαλύπτει και μαστιγώνει- άλλοτε με ειρωνεία και σαρκασμό, άλλοτε με οργή και πείσμα- τη μικρότητα και τα ύπουλα χτυπήματα ενός ανθρώπου τον οποίο κάποτε αγάπησε ενώ εκείνος την πρόδωσε και την εξαπάτησε.

«Κρατάω δεφτέρια

για να μετράω τα φιλικά σου μαχαιρώματα

για τα μεγάλα της ζωής σου κατορθώματα…

βάζω σημάδια

για να γυρίσω να σου πω το πόσο ήσουνα μικρός

ότι στ’ αλήθεια είναι κάρβουνο ο δικός σου θησαυρός.»

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η «παράλογη λογική» αυτής της γυναίκας: που επιθυμεί να απολαύσει έστω και με τη βία όσα εκείνος της στέρησε, ενώ εκείνη του δόθηκε με αυταπάρνηση. Επιπλέον, εκπλήσσει η εκδικητική εμμονή της αλλά και η διεκδικητική διάθεσή της να εξαναγκάσει εκείνον να πληρώσει τα οφειλόμενα σ’ αυτή την ολέθρια σχέση, αλλά και να διδαχθεί.

«Για να πληρώσεις

για να σου πάρω με το ζόρι ό,τι αρνήθηκες να δώσεις

για να σε κάνω το παιχνίδι σου να νιώσεις,

για να πληρώσεις…»

Οξύς και ανατριχιαστικός είναι ο τόνος του ποιήματος στην τελευταία στροφή όπου αποσαφηνίζεται η αιρετική και ιδιάζουσα λογική αυτής της θεληματικής γυναίκας, η οποία δηλώνει απερίφραστα ότι είναι αποφασισμένη να υποφέρει τον σωματικό και ψυχικό πόνο για να ζήσει έναν έρωτα φλογερό (;), εξολοθρευτή (;), λυτρωτή (;), ακραίο (;). Ιδού το αποκορύφωμα:

«Να μην ξεχάσω

κάθε μου μέρα χαρακιά θα την τραβάω

πάνω στη σάρκα, κι ας με κάνει να πονάω,

όλα, ανάποδα και ίσια θα τα ζήσω

όσο κι αν καίει αυτή η φωτιά, δεν θα τη σβήσω».

Περαίνοντας την περιδιάβαση μας στους ατίθασους στίχους και στοχασμούς της Σ. Ν. Γερογιάννη, ευχόμαστε καλό ταξίδι στο πρώτο της ποιητικό φανέρωμα και στην ίδια υγεία, αστείρευτη έμπνευση και δημιουργικό οίστρο. Η ίδια γνωρίζει ότι τα τοπία της ποιοτικής γραφής είναι δύσκολα και απαιτητικά. Το πρώτο βήμα έγινε εκ μέρους της, αναμένουμε καινούργιες και πρωτότυπες δημιουργίες με περίσκεψη και τόλμη αλλά «με λογισμό και μ’ όνειρο» κατά τον Διον. Σολωμό. Εμείς εκφράζουμε τα θερμά μας συγχαρητήρια στη Σ.Ν. Γερογιάννη και συνιστούμε ανεπιφύλακτα την μελέτη του πρώτου της βιβλίου.

Η Σόνια Ν. Γερογιάννη έζησε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στη Φιλιππιάδα Πρεβέζης. Τα τελευταία χρόνια ζει στην Αθήνα. Σπούδασε διαδοχικά, παραϊατρικά, τραπεζική διοίκηση και Νομικά, ενώ είχε μακρόχρονη πορεία στον τραπεζικό τομέα, σε διευθυντικές θέσεις σχετικές με το νομικό αντικείμενο. Οι Έλληνες κλασικοί και η διεθνής μυθολογία, η λογοτεχνία και η ποίηση, ήταν πάντα μια πηγή έμπνευσης για εκείνη, ενώ η καθημερινή ζωή, τα ταξίδια και οι τέχνες πυροδότησαν την ενασχόλησή της με την συγγραφή.

Επικοινωνία: sonia-gerogianni@hotmail.com

Τηλ: 26830 22824 Φιλιππιάδα

Νίκος Β. Καρατζένης

Φιλόλογος   

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)