Γράφει ο

Γεώργιος Αλ. Ευαγγέλου

«Πολλοί δολοφόνοι κυκλοφορούν με προκλητική αυθάδεια στη χώρα κι είναι σίγουρο πως για τα εγκλήματά τους δεν πρόκειται ποτέ να δικαστούν. Οι ενοχές, οι τύψεις, η μετάνοια δεν μπόρεσαν ποτέ να εκφραστούν κοινωνικά, ούτε καν πολιτικά», με τα λόγια αυτά σχολιάζει τις σχεδιαζόμενες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της περίφημης «ανοικοδόμησης» στη Γερμανία ο νομπελίστας Χάινριχ Μπέλ στην κληρονομιά (Heinrich böll, Das vermächtnis ,1948). Η διαπίστωση αυτή του Μπέλ έρχεται μετά απ’ την εξαετή στρατιωτική του θητεία στα μέτωπα της Ευρώπης όπου υπηρέτησε ένα καθεστώς που οδήγησε την πατρίδα του στην παρακμή και το ιστορικό περιθώριο, σ’ ένα σωρό από ανθρώπινα όσο και υλικά συντρίμμια. Εκείνο που ο ίδιος δεν έβλεπε να γίνεται ήταν να αποδίδεται δικαιοσύνη στο μέτρο του δυνατού, δικαιοσύνη που θα επέφερε την κάθαρση και την αναπόφευκτη κοινωνική ανάκαμψη.

Οι πολιτικοί υπεύθυνοι της ανοικοδόμησης μέσα από μεταρρυθμίσεις στον κοινωνικό και οικονομικό τομέα εντόπισαν τα αίτια της καταστροφικής πορείας της χώρας και επινόησαν τις θεσμικές εκφράσεις που θα προστάτευαν στο μέλλον τον Γερμανικό λαό απ’ το να ακολουθεί τυφλά το σκεπτικό ενός τρελού σκεπτόμενος το ίδιο τρελά μ’ αυτόν.

Τα αίτια είχαν τις ρίζες τους στην απόλυτη φτώχια όπου βυθίστηκε η Γερμανία του μεσοπολέμου πιεζόμενη από τους νικητές σε πολεμικές επανορθώσεις. Ουρές τεράστιες σε συσσίτια, παιδική θνησιμότητα, ασύλληπτη ανεργία οδήγησαν τους πολίτες στην αγκαλιά του ναζισμού και της ακραίας ιδεολογίας. Μια ιδεολογία μίσους που έπλαθε εχθρούς με φυλετικά ή άλλα κριτήρια, απομακρύνοντας έντεχνα απ’ το προσκήνιο τους υπεύθυνους της ύφεσης και της καταστροφής ήτοι ξένα κι εγχώρια συμφέροντα που ήθελαν όμηρο την χώρα (πρόκειται για τους χρηματοδότες του ναζιστικού καθεστώτος και της στρατιωτικής μηχανής του, ο Χίτλερ δεν ήταν μάγος).

Άλλωστε πάντα όταν η ελίτ κινδυνεύει να χάσει προνόμια και πλούτο έχει ως εφεδρεία ακροδεξιά κόμματα που εμφανίζονται ως εκτονωτικό της λαϊκής οργής, που αλλιώς θα μπορούσε να διοχετευτεί στην κοινωνική αντίσταση και τον ξεσηκωμό με απρόβλεπτες συνέπειες για το σύστημα.

Αφού λοιπόν τα αίτια ήταν φανερά κι ολωσδιόλου συνυφασμένα με τα οικονομικά, η μεταπολεμική Γερμανία πέτυχε σταδιακά και σε συμφωνία με τους δανειστές και πιστωτές της την απάλειψη του βραχνά του δυσβάσταχτου χρέους και την σύνδεσή του εναπομείναντος με την ανάπτυξη.

Δημιούργησε έπειτα ένα κράτος πρόνοιας τόσο οργανωμένο κι ισορροπημένο ώστε να εκλείψει στο μέλλον ο κίνδυνος της παράδοσης μεγάλου μέρους του πληθυσμού στην απόλυτη φτώχια. Αποτέλεσε έκτοτε το πρότυπο της κοινωνικής προστασίας στην Ευρώπη και σε λίγα χρόνια άρχισε να γίνεται πάλι μια δυνατή οικονομία.

Μπορεί βέβαια η δικαιοσύνη που επιζητούσε ο Μπέλ, έχοντας ζήσει την απόλυτη φρίκη του πολέμου να μην αποδόθηκε ποτέ, παρά μόνο εκλεκτικά κι επιλεκτικά όμως λόγω των κοινωνικών στοχεύσεων και την ορθολογικοποίηση των κριτηρίων εξέτασης των αιτίων και των αφορμών της παρακμής δημιουργήθηκαν εκ των άνω οι όροι ανάκτησης εμπιστοσύνης στο κράτος κι οι προϋποθέσεις της κοινωνικής ισορροπίας, εργαλεία αναγκαία όσο και ικανά για να δώσουν νέα πνοή σε έναν κόσμο ιστορικά και πολιτισμικά στιγματισμένο και ντροπιασμένο.

Οι επιγραμματικές αυτές επισημάνσεις παρουσιάζουν περιληπτικά τον τρόπο μετάβασης ενός λαού από ένα παρελθόν απεχθές και παρανοϊκό σε μια νέα πορεία μέσα απ’ τη δημιουργία του στυλοβάτη της κοινωνίας: το κράτος ως αρωγό κι εγγυητή της σταθερότητας.

Αν τώρα θελήσουμε να περάσουμε στην ελληνική πραγματικότητα την ίδια ακριβώς περίοδο θα παρατηρήσουμε πως μετά την κατοχή η ανάγκη για δικαιοσύνη οδήγησε πολλούς στα δικαστήρια των δωσιλόγων, που στήθηκαν παντού στη χώρα ώστε να πληρώσουν οι προδότες των ομοεθνών τους που συνεργάστηκαν με τον εχθρό. Τότε δυστυχώς έγινε το μεγαλύτερο κι ασυγχώρητο λάθος της αριστεράς: η έναρξη του εμφυλίου πολέμου που έδωσε άλλοθι στους ξένους κι αμνηστία στους γερμανοτσολιάδες.

Χρειάζεται μόνο μια προσεκτική ιστορική ανάγνωση των κατηγορουμένων στα δικαστήρια των δωσιλόγων για να ανακαλύψει κανείς ονόματα μικρά και μεγάλα που θήτευσαν όλα τα επόμενα χρόνια σε κυβερνητικούς θώκους. Έγιναν απλά οι προδότες νομείς της εξουσίας και με τη συνδρομή ξένης οικονομικής βοήθειας απερίγραπτα πλούσιοι. Είναι οι ίδιοι που σήμερα κυβερνούν μιας και το ποιόν τους δεν μπορούσε να τους προικίσει με ιδεώδη κοινωνικής ανάτασης και προστασίας παρά μόνο με την ασυδοσία, την απληστία και τον καιροσκοπισμό του ανθρώπινου κτήνους.

Αν πρώτο μέλημα της Γερμανικής μεταπολεμικής πολιτικής τάξης ήταν η εύρεση των τρόπων (θεσμικών, συνταγματικών) αποφυγής μιας εθνικής διάλυσης έστω κι όχι με την ενδεδειγμένη δικαιοσύνη εδώ οι ίδιοι προδότες που επί γενεές διέλυσαν εθνικά πολλές φορές τη χώρα έγιναν και μετά τον πόλεμο οι δωροδοκούμενοι των Γερμανικών και άλλων συμφερόντων μ’ έναν λαό που αφού έντεχνα τον διαίρεσαν με τον εμφύλιο ήταν πλέον επικοινωνιακά πανεύκολο να τον κάνουν ότι θέλουν.

Πιο συγκεκριμένα αν ο Χίτλερ όντας σχιζοφρενής έκανε έναν ολόκληρο λαό να βυθιστεί στην ιδιότυπη εθνική σχιζοφρένεια, οι δικοί μας ηγήτορες κι εντολοδόχοι έμαθαν μια ολόκληρη κοινωνία να σκέφτεται πρόστυχα, ατομοκεντρικά και μισαλλόδοξα με όνειρο ζωής το χρήμα και τίποτε άλλο. Ενώ η Ευρώπη ολοκληρωνόταν σταδιακά και κάθε χώρα έβλεπε την ιδιαιτερότητά της όχι ως κενό γράμμα αλλά στοιχείο συγκερασμού μέσα στο οικονομικό σύστημα που διαμορφωνόταν, οι ταγοί μας υπόγραφαν και υπογράφουν αβλεπή τα πάντα, αρκεί να μην χάσουν το χρήμα και τα προνόμια.

Κίνδυνο διαμαρτυρίας δεν έχουν μιας κι εύκολα ξυπνούν αδόκιμα εμφυλιακά σύνδρομα κι ασχολείται ο λαός με το ανούσιο, αφήνοντας σ’ αυτούς όλα τα περιθώρια σύλησης της πατρίδας κι αφανισμού του κόσμου. Διαλύουν εσχάτως όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα δικαιώματα που κερδήθηκαν με αγώνες αλλά το πρόβλημα σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις είναι αν πρέπει να απολυθεί ο δημόσιος υπάλληλος ή αν η αντιπολίτευση παρουσιάζει έτοιμες λύσεις ή τι πουκάμισο φόραγε ο Τσίπρας (κοινώς, ο κόσμος κυριολεκτικά καίγεται και το…).

Παθολογικές καταστάσεις ενός άρρωστου κοινωνικού σώματος που προσμένει τον ηγέτη σωτήρα, ενώ γνωρίζουν οι πάντες πως αυτή η ηγετομανία μας έχει ισοπεδώσει. Όλη αυτή η συμπεριφορά του πολίτη απέναντι στην όποια κυβέρνηση δεν υπάρχει καμία περίπτωση να αλλάξει, γιατί ο χρόνος έχει δείξει πως εκ των άνω ποτέ δεν υπήρχε θέληση μεταρρύθμισης που θα διαφυλάττει την σταθερότητα αλλά επιδερμικές αλλαγές μέχρι εξασφάλισης κερδών και θέσεων των ίδιων κι απαράλλαχτων χαμερπών αναστημάτων .Είναι οι ίδιοι που όπως τότε πρόδιδαν τους συγχωριανούς στους κατακτητές έτσι και τώρα παραδίδουν τα πάντα σε ανώνυμους τοκογλύφους κι εκτρέφουν όμορφα κι απροκάλυπτα ένα φρικαλέο νεοναζιστικό κόμμα ως το τελευταίο ανάχωμα στην κυοφορούμενη κοινωνική έκρηξη.

Συγκρίνοντας τελικά τον τρόπο που στον ίδιο ιστορικό χρόνο, δύο κοινωνίες αναγκάστηκαν να ανοικοδομηθούν μέσα απ’ τα συντρίμμια παρατηρούμε εξόφθαλμα πως η πολιτική τάξη της Γερμανίας αναζήτησε ορθά τους μηχανισμούς που θα διασφάλιζαν την εμπιστοσύνη και την ευμάρεια ενώ η ελληνική πολιτική τάξη έχοντας κοτσαμπάσικα αντανακλαστικά στο γονιδίωμά της δεν της καίγεται καρφί αν στο τέλος διαμελιστεί η χώρα.

Εκεί είχαν να παλέψουν με τις τύψεις και τις ενοχές για μια σκοτεινή εποχή στην ιστορία τους, εδώ παλεύουμε με τα αποκαΐδια ενός εμφυλίου που μπορεί ακόμα να διαιρεί τον κόσμο με άνεση, κάνοντας τον καθένα να σκέφτεται τον κώλο του ακόμη κι αν αυτό αφαιρεί κάθε ευοίωνο μέλλον απ’ το ίδιο του το παιδί.

Οι ελπίδες όσον αφορά την ανατροπή της κατάστασης είναι μηδαμινές έως ανύπαρκτες απλούστατα γιατί δεν υπάρχει το κράτος εγγυητής της σταθερότητας όπως συμβαίνει κατά κόρον στην κεντρική Ευρώπη κι όσο η συνείδηση όλων έχει υποστεί τέτοιου βαθμού αλλοίωση από τους φορείς μιας άρρωστης παλαιότατης κοπής νοοτροπίας το πιο πιθανό είναι να βαλτώσει η χώρα σε δεκαετίες υπανάπτυξης.

Αυτό που η διορατικότητα του Μπέλ διέβλεπε, την ατιμωρησία ως κίνδυνο ενός νέου εκφυλισμού, την υπερκέρασε η θεσμική κατοχύρωση, η συνταγματική πρόβλεψη, η πολιτική συνέπεια. Την αδιάκοπη ατιμωρησία χρόνων και χρόνων που απολαμβάνουν οι βαθιά ακαλλιέργητοι και διεφθαρμένοι πολιτικοί μας και ο κομματικός στρατός τους που από τότε που ο κατοχικός έφυγε ελέγχει για λογαριασμό του τον τόπο, δεν την ακολουθεί καν μια επίφαση συνταγματικότητας ή έστω θεσμικής σταθερότητας.

Πλέον έχουν αποθρασυνθεί τόσο πολύ που βγαίνουν δημοσίως και βρίζουν τους πολίτες, μοιράζουν ως ιεροδικαστές τις ευθύνες σε όλους μα ποτέ στους ίδιους, μιλούν με χυδαίες βωμολοχίες από θέσεις κοινοβουλευτικού κύρους (καλά κάνουν βέβαια αφού ξέρουν σε ποιούς απευθύνονται) χώρια που διαψεύδουν καθημερινά τους εαυτούς τους χωρίς να ιδρώνει ποτέ το αυτί τους.

Είναι ψεύτες με πατέντα, ελεεινοί τυχοδιώκτες συμπλεγματικής υποτέλειας, παράσιτα βεβαιωμένης σαθρότητας που όμως καταφέρνουν να έχουν τα ηνία της Ελλάδας ακόμη και τώρα, διότι πολύ απλά απευθύνονται σε μια μάζα που την έχουν κάνει σαν τα μούτρα τους.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)