Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

«Όλα στο πεζοδρόμιο καταλήγουν.

Οι αδιαπραγμάτευτες αρχές

με το δυσβάστακτο ειδικό βάρος,

οι αξιακοί κώδικες που κατέρρευσαν

σε ψευδαισθήσεις ληθαργικής ευμάρειας,

τα ανεκπλήρωτα οράματα

για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη,

οι δοκιμασμένες φιλίες,

οι μεγάλοι έρωτες,

τα δανεικά ιδανικά,

τα μεγαλόπνοα πειράματα

για ένα κόσμο χωρίς αφεντικά και δούλους

αγοράζοντας από νεόκοπους συλλέκτες

σε τιμή ευκαιρίας.

Σπεύσατε…»

Καταδύεται ολομόναχος στον πάτο του κοινωνικού πηγαδιού. Φωτίζει τους σκλαβωμένους, τους απόκληρους , τους παρανόμους, τους αποτυχημένους, τους μετανάστες, τους περιπλανόμενους, τους προλετάριους, τους επαναστάτες, τους αναρχικούς. Αφουγκράζεται τους κολασμένους και τους καταπιεσμένους. Υφαίνει κόμπο-κόμπο το λερό πέπλο της απόγνωσης και της μοναξιάς. Φλέγεται στην εσωτερική του μοναξιά. Κοιτάζει από το λόφο της σιωπής, το φως στο βάθος της νωπής, αρχαίας γραμμής των οριζόντων. Αναζητά την περιπέτεια και τον τυχοδιωκτικό τρόπο ζωής. Ακολουθεί ένα λαβυρινθώδες ταξίδι. Αφήνεται στη ρέμβη των πραγμάτων. Ταξιδεύει σε τόπους υπαρκτούς, μυθικούς, μεταφυσικούς, άυλους και αόρατους. Προχωρά στους δρόμους που άνοιξαν ο Ανσέλμο Λορένθο, ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και η Φεδερίκα Μοντσένι. Διαβάζει για την κοινωνική επανάσταση, την Καταλονία και την Βαλένθια. Κρατάει ζωντανά τα αστικά barrios και τα αγροτικά pueblos. Τα βέλη του έχουν στόχο τη φτώχεια και την εκμετάλλευση. Απεχθάνεται κάθε μορφή εξουσίας και ιεραρχίας. Πολεμά αδιάλλακτα την καθεστηκυία τάξη. Στέκεται πάντα όρθιος. Αποτίσει ελάχιστο φόρο τιμής στους χιλιάδες νεκρούς, που θυσιάστηκαν για τα ελευθεριακά οράματα και τους ελευθεριακούς στόχους. Ξεδιπλώνει μαυροκόκκινα ξεφτισμένα λάβαρα. Βυθίζει την επανάσταση σε ένα μπουκάλι ουίσκι. Κόβει με τους συντρόφους του το βήμα και κοιτάζουν μαζί στις λεωφόρους, που προελαύνει η θριαμβευτική τους ήττα. Βασίζεται στην αλληλεγγύη, στη φιλία και στη βαθιά προσωπική σχέση. Δοκιμάζει να καταστρέψει και να αναστήσει ξανά. Δοκιμάζει τις αντοχές του. Παραδίδεται στα ένστικτά του και στις σεξουαλικές του ορμές. Λατρεύει τις γυναίκες και τον έρωτα. Αφήνει τις γυναίκες να τον οδηγήσουν παντού. Είναι η αγάπη του μια έκλειψη σελήνης. Βλέπει την αντάρτισσα του τίποτα σερί να πίνει τα ηδύποτα. Του αρέσουν οι καταχρήσεις. Πνίγεται στο αλκοόλ. Παραδίδεται με πάθος στα σκληρά αντρικά ποτά και στην απεραθίτικη ρακή που μεθάει ακόμα και την Πούλια. Πλέει σαν τον ναυαγό σε ωκεανούς ουίσκι. Αντιμετωπίζει την κρίση με πολύ …μεθύσι. Ξυπνάει στο Κανακιώτικο τοπίο, που είναι αλλιώτικο έργο εξωπραγματικό και αγναντεύει πέρα στα δαντελένια τα νησιά και στις αρυτίδωτες θάλασσες. Χαρτογραφεί τη θλίψη των νόστων. Είναι προκλητικός και άγιος μαζί, άθεος και πιστός. Αισθάνεται απείθαρχος, ρέμπελος, ταραξίας αλάνης, ανυπότακτος, κλαρίτης, στασιαστής. Είναι μάγκας και αλάνι επειδή τη ζωή τη γλεντάει σαν παιδί. Περπατά ξυπόλητος στις απέραντες αμμουδιές της Μικρών Κυκλάδων. Ταξιδεύει κατά την Αμοργό, την Πάρο και τη Νάξο. Καβαλικεύει τα ατίθασα άτια του Αιγαίου πελάγους. Λούζεται σαν τον Ίκαρο στα αγριεμένα νάματα της Νικαριάς. Κρατάει μέσα του τα καλοκαίρια της πατρίδας του. Θυμάται παλιές ιστορίες της Απεράθου του. Λατρεύει τη Νάξο. Μιλάει για την δική του Ιστορία. Ιστορία του είναι το τραγούδι του. Μαζεύει ψέματα από τον αέρα. Τινάζει στον αέρα με δυναμίτη το σμπαραλιασμένο σύστημα. Τα υγρά όνειρά του δεν πεθαίνουν στο πλυντήριο. Ακούει ρεμπέτικα της φυλακής. Ασταμάτητα. Τραγουδάει με τον φίλο του τον Κώτσο, στη Σκάλα… τση Ρηνιάς. Την ύπαρξή του αναστατώνει, του Τσιτσάνη η μελωδία και του Μάρκου η συγχορδία. Με τις χορδές του λαγούτου του αποχαιρετά τις θαλάσσιες πραιρίες. Αναρωτιέται αν ο παράδεισος μας πεθαίνει. Φοβάται τα σκουλήκια που προσβλέπουν σε έναν παράδεισο για πεταλούδες. Γνωρίζει ότι ο Θάνατος κάνει κάθε νύχτα πανηγύρι. Σηκώνει το στομωμένο τσεκούρι του. Κραυγάζει ζήτω η επανάσταση. Γεύεται την εκδίκηση. Αποδομεί την ιστορία και τα έθιμα. Λαχταράει μια βαθιά αδελφοσύνη με το νερό. Λατρεύει τις λεπτομέρειες. Αναρωτιέται αν ψαρεύουν στον Παράδεισο, αν κάνουν πόλεμο, αν πίνουν σε γιορτές. Ταξιδεύει στον σακάτικο παράδεισο. Βλέπει από το πολύ μεθύσι πολύχρωμα σύμπαντα. Αλλάζει και μένει ίδιος. Χύνει τα δάκρυά του για τους αθώους. Θέλει να πολεμήσει τους πλούσιους. Ψάχνει να βρει την γη της επαγγελίας και την Ουτοπία. Βλέπει το παρελθόν που επιστρέφει, το παρελθόν που είναι πάντα εδώ .Ξέρει ότι ο θεός είναι άναρχος. Θέλει να τουφεκιστεί μαζί με άλλους ισπανούς αναρχοσυνδικαλιστές της CNT. Θέλει να σταυρωθεί σε ένα σταυρό από βρωμόλογα. Αναρωτιέται πώς μπορεί να ξεκινήσει κάτι καινούργιο με όλο αυτό το χτες εντός του; Θυμάται την πανέμορφη Απείρανθο Νάξου, που γεννάει παλικάρια σαν τον Μανώλη Γλέζο, για κάθε λογής αγώνες. Θυμάται το Χριστό που σταμάτησε στο Έμπολι. Θυμάται τον άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά. Θυμάται τους στρατιώτες της Σαλαμίνας. Θυμάται τον Πλωτίνο Ροδοκανάκη. Θυμάται το σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας. Θυμάται το θάνατο τόσων αγωνιστών, που ήταν ο κόπρος που τρέφει τα μεγάλα γεγονότα στο σώμα της ιστορίας. Θυμάται την λησμονημένη κοινωνική επανάσταση που χάθηκε, το όραμα που έμεινε λειψό, την προσδοκία για ένα δίκαιο κόσμο….

Είναι κάτοχος της πιο αποκαλυπτικής «λοξής ματιάς». Είναι ένας γοητευτικός λόγιος. Είναι ο σπουδαίος ποιητής και δημοσιογράφος Δημήτρης Νανούρης, ο επαναστατημένος «Μετέωρος » της Εφημερίδας των Συντακτών, ο άνθρωπος που φυλακίστηκε το 1979-80 για τις πολιτικές του ιδέες, ένας άνθρωπος όλου του κόσμου.

 

«Και εμείς που ξεκινήσαμε απ’ το πεζοδρόμιο

ισορροπώντας τη νιότη μας στων πυρκαγιών

τα ακοίμητα και κοφτερά γλωσσίδια

πάλι στο πεζοδρόμιο καταλήγουμε.

Ξανασυναντιόμαστε σε άγριες πορείες

βαφτίζοντας εκ νέου τα δυσανάγνωστα αυτονόητα

μεροκάματο, οκτάωρο, ασφάλιση, αρωγή,

ενηλικιωνόμαστε στα οδοφράγματα

που ξεκλειδώνουν διάπλατα

τις λεωφόρους του μέλλοντος.

Επαναδιαπραγματευόμαστε

το τομάρι μας

μόνο που αυτή τη φορά

θα το πουλήσουμε πολύ ακριβά.

Όλα στο πεζοδρόμιο καταλήγουν».

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)