-Στις 26 Οκτωβρίου φεύγω για το χωριό!

-Πάλι στο χωριό θα πας;

Ακούγεται η φωνή της συμβίας μου.

-Ε! Έχω δύο μήνες να πάω.

Εξάλλου είναι και το πανηγύρι και δεν θέλω με τίποτα να το χάσω.

Το πανηγύρι είναι η παλιά εμποροζωοπανήγυρι ή αλλιώς «μουχούστι» όπως συνηθίζουμε να το λέμε. Αρχίζει στις 26 Οκτώβρη και διαρκεί μια εβδομάδα. Γίνεται κάθε χρόνο την ίδια ημερομηνία. Η αρχή του χάνεται μέσα στο χρόνο. Παλιότερα, γινόταν καθαρά πωλήσεις και αγορές ζώων για τις τότε ανάγκες των κατοίκων της περιοχής. Σήμερα όμως η συνήθεια αυτή έχει εντελώς εκλείψει και το πανηγύρι είναι καθαρά μια μεγάλη αγορά αγαθών που βρίσκεις ό,τι ζητήσεις και σε καλές τιμές.

Κάθε χρόνο σχεδόν που πηγαίνω στο πανηγύρι αυτό και περιδιαβαίνω τα πλουμιστά κιόσκια με τις διάφορες πραμάτειες που διαφημίζονται με τις δυνατές φωνές των πωλητών κοντοστέκομαι στα περίπτερα με τα γλειφιτζούρια και τους χαλβάδες. Ιδίως εκείνον τον άσπρο με τα αμύγδαλα που τον κόβουν μ’ ένα σκεπάρνι. Γι’ αυτό τον λένε «χαλβά σκεπαρίσιο». Γλυκές αναμνήσεις σε πικρό φόντο… μια που όλα τα γλυκά είναι απαγορευμένα για την ηλικία μου.

Παραδόξως, το είδος αυτό του χαλβά προσφέρεται και σήμερα στο πανηγύρι όπως τα παλιά χρόνια.

Το πανηγύρι για το ταξίδι μου στη γενέτειρά, είναι απλά μια δικαιολογία. Η πραγματικότητα είναι μία ανεξίτηλη έλξη, ένας δυνατός νόστος που νιώθουμε όλοι εμείς για τις πατρίδες μας που οι συνθήκες της ζωής, μας ανάγκασαν να απομακρυνθούμε από τις ρίζες μας.

Έτσι δικαιολογημένα έρχεται η αγάπη, και η μνήμη γι’ αυτή που ποτέ δεν πέφτει σε νάρκη αλλά αγρυπνεί. Η επίσκεψη μου σε τακτά διαστήματα στην πατρίδα, δίνει διάρκεια στον ανελέητο χρόνο και η νοσταλγία προσωρινά αμβλύνεται.

Επιστροφή στις ρίζες λοιπόν. Στις νοσταλγικές θύμησες που ζωντανεύουν βιώματα και σκηνές απ’ την παλιά ζωή του χωριού. Τότε που ο παλμός της ζωής υπήρχε παντού. Στα χαμηλά σπίτια με τις ευρύχωρες λουλουδιασμένες αυλές, τότε που σαν παιδιά δίναμε ζωντάνια στα σοκάκια, στις αλάνες (τζαμί και κουτσέκι) στον κάμπο, στο μεγάλο και το μικρό ποτάμι του Λούρου, στους λόφους μέσα στο δάσος, τη Δαφνούλα, τη βρύση και αναστατώναμε τις γειτονιές με τα παιχνίδια μας, τα ξεφωνητά και τα γέλια. Τότε που οι άνθρωποι ζούσαν στη σκληρή βιοπάλη χωρίς το άγχος του καταναλωτή και χωρίς κοινωνικές και επαγγελματικές διακρίσεις και προκαταλήψεις, αφού οι περισσότεροι ήταν γεωκτηνοτρόφοι και μικροεπαγγελματίες. Τότε που όλοι ζούσαν με απλότητα, λιτότητα και ολιγάρκεια, αφού δεν τους είχε καταλάβει το μικρόβιο του κέρδους, της πολυτέλειας και του ανταγωνισμού.

Οι μηχανές δεν είχαν εισβάλει ακόμα και οι δουλειές ήταν χειρωνακτικές. Στις γειτονιές υπήρχε παντού το πνεύμα της αλληλοβοήθειας και της ανθρωπιάς. Οι εικόνες της καθημερινότητας ήταν σκληρές αλλά γραφικές. Στην αγροτική ζωή κυριαρχούσε κέφι και τραγούδι. Γαληνεμένη ήταν ακόμα και η ζωή του τσοπάνη που έβοσκε πρόβατα, γίδια και βόδια και ύστερα τα οδηγούσε στα μαντριά τους.

Τα σπίτια, μπορεί να ήταν μικρά και φτωχικά όμως τα διέκρινε μια αρχοντιά με εκείνες τις πεντακάθαρες ασβεστωμένες αυλές, τα στρώματα με τα πλουμιστά υφαντά και διακοσμημένα με πλεκτά και κεντητά έργα λαϊκής τέχνης.

Μπορεί τα σπίτια να ήταν φτωχικά και μικρά αλλά χώραγαν πολλούς ανθρώπους, γνωστούς και άγνωστους, όπως απαιτούσε ο πατροπαράδοτος άγραφος νόμος της φιλοξενίας.

Έπειτα, εκείνες οι γιορτές, τα πανηγύρια και τα διάφορα ήθη και έθιμα, γέμιζαν τις ψυχές μας με χαρά και κέφι μέσα σε μία ατμόσφαιρα οικειότητας και αγάπης.

Αναπολώντας όλα αυτά, κάνω μια γρήγορη αντιπαράθεση με το σήμερα. Επιχειρώ νοερά μια σύγκριση του παλιού τρόπου ζωής με την σημερινή αστικοποίηση και τις συγκλονιστικές τεχνικές επιτεύξεις και προόδους. Μια σύγκριση με μια σημερινή κοινωνία που ενδημεί η βία, η εγκληματικότητα, η εκμετάλλευση, τα ναρκωτικά και μύρια άλλα κακά.

Σύγκριση με μια σημερινή πραγματικότητα που λείπει η χαρά της ζωής απ’ τους ανθρώπους, που συνθλίβονται στα γρανάζια της μηχανικής και αφύσικης ζωής, γεμάτοι σκοτούρες, αγωνία και άγχος.

Χρόνο με το χρόνο, οι άνθρωποι γίνονται πιο νευρωτικοί και πιο απόμακροι.

Γι’ αυτό πολλοί αναπολούν τις παλιές εποχές και τους παλιούς χαμένους παραδείσους, που είχαν την τύχη στο διάβα της ζωής τους να βιώσουν και να μπορούν να κάνουν μία σύγκριση σαν αυτή που επιχειρεί η μικρότητά μου με το άρθρο αυτό.

Άντε γεια και καλό μου ταξίδι.

Κ.Κ.

Οκτώβριος 2006 (αναδημοσίευση από το περιοδικό «Φιλιππιάδα» που εκδίδει ο Σύλλογος Φιλιππιαδιωτών της Αθήνας)

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)