Δημήτρη Βλαχοπάνου «Αγαπημένη μου αδελφή Αλεξ…» 

Γράφει η  Νίνα Αναστασιάδη*

 

Με το βιβλίο του «Αγαπημένη μου αδελφή Αλεξ… μια αληθινή ιστορία» ο συγγραφέας Δημήτρης Βλαχοπάνος επιλέγει να δώσει μυθιστορηματική διάσταση σε ένα συγκλονιστικό γεγονός:
την αποτρόπαια σφαγή των κατοίκων του Κομμένου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Ειδικότερα αναπλάθει το γάμο της εικοσιτριάχρονης Αλεξάνδρας Μάλλιου που πνίγηκε στο αίμα. Αναμετράται επομένως με ένα υλικό που προέρχεται από την  ιστορική πραγματικότητα και είναι από μόνο του τόσο ισχυρό που υπερβαίνει ίσως την ίδια τη λογοτεχνική έμπνευση. Αναλαμβάνει εξ ορισμού ένα δύσκολο έργο.

Παράλληλα καλείται να ακολουθήσει μια επίπονη εσωτερική διεργασία, ώστε να μεταβεί από τη διάσταση της πραγματικής ζωής στη σφαίρα της τέχνης. Καλείται να μετουσιώσει τα ιστορικά τεκμήρια και τις μαρτυρίες, ακόμα και την προσωπική του σχέση με το γενέθλιο  τόπο  και τους νεκρούς του, σε λογοτεχνικό λόγο. Να πλάσει τον κόσμο των ζωντανών, να αναδείξει την κοινωνία τους, τη ζωή τους και την ψυχή τους. Και να το κατορθώσει αυτό μιλώντας με ισορροπία και μέτρο, αλλά όχι χωρίς συγκίνηση. Περπατάει έτσι σε ένα δύσβατο μονοπάτι.

Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος  δίνει λογοτεχνική διάσταση σε υπαρκτά πρόσωπα που ενεργούν σε ένα επίσης υπαρκτό περιβάλλον μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Δίνει λογοτεχνική διάσταση σε  πρόσωπα – θύματα,  τα οποία γνωρίζουμε ίσως μόνο λόγω του φρικιαστικού θανάτου τους. Διαφορετικές προσωπικότητες ξεπηδούν απ’ τις σελίδες. Άνθρωποι μιας ορισμένης κοινωνίας της Ηπείρου στην κατοχική Ελλάδα του ’43. Ο πατέρας μιας δωδεκαμελούς οικογένειας με την έγνοια για τη φαμίλια του, η δυναμική σύντροφός του με τη λυτρωτική αίσθηση του χιούμορ, η υπάκουη και ευαίσθητη Αλεξάνδρα, ο μικρός αδελφός που δε θέλει να την αποχωριστεί, ο άβουλος πρόεδρος της κοινότητας, ο σκοτεινός και ηγεμονικός Θεόφιλος, οι αντάρτες του Άρη. Τους  περισσότερους από αυτούς τους αναπλάθουμε με δικές μας εικόνες, τους ακούμε να μιλούν, τους βλέπουμε να κινούνται. Αυτή – θεωρώ – είναι η υψηλότερη τιμή που αποδίδει ο συγγραφέας στα θύματα του Κομμένου. Μας τα παραδίδει ως ζωντανές υπάρξεις με όλη τους τη δίψα για ζωή και με όλη τους την τραγικότητα.

Οι ήρωες είναι πρόσωπα που επιχειρούν να αποτρέψουν τη μοιραία έκβαση των πραγμάτων, η οποία όμως δεν είναι στο χέρι τους.  Καθώς αναμετρώνται με δυνάμεις υπέρτερες θυμίζουν ήρωες αρχαιοελληνικής τραγωδίας, που δίνουν μάταιο αγώνα με στοιχεία ειρωνείας λίγο πριν την οριστική συντριβή. Η έννοια της μοίρας διατρέχει άλλωστε τις σελίδες του βιβλίου από την αρχή. «…Κι εμείς τι; Ένα αλώνι γινήκαμε, ένα αλώνι γεμάτο στάχια που πέφτουν απάνω μας σα δάρτες και μας στουμπίζουν, να ιδούμε τι θ’ απομείνει στο τέλος».

Η μοίρα είναι προδιαγεγραμμένη, και ολόκληρο το βιβλίο, ενώ αρχίζει  με την ιλαρή ατμόσφαιρα της προετοιμασίας του γάμου, αποτελεί το χρονικό πολλών προαναγγελθέντων θανάτων. Ένα χρονικό πέντε ημερών που υφαίνεται γύρω από τον ιστό του γάμου. Όταν ο γάμος τελεστεί, το νήμα θα κοπεί και θα έρθει ο όλεθρος. Την πιο ανυποψίαστη, την πιο απρόσμενη ώρα… Είναι συγκινητική η προσωπική, σχεδόν ερωτική συνάντηση του ζευγαριού, του πατέρα της νύφης Θεόδωρου Μάλλιου και της γυναίκας του Βασιλικής, τα χαράματα, όταν το γαμήλιο γλέντι οδεύει στο τέλος του. Εκεί οι δυο τους, μακριά από τους καλεσμένους, θυμούνται με τρυφερότητα τα δικά τους νιάτα, κάνουν τον απολογισμό της κοινής τους ζωής και σχεδιάζουν το μέλλον, όταν πρώτοι αντιλαμβάνονται την εισβολή των Γερμανών στο χωριό. Στέκονται στις δικές τους «Σκαιές Πύλες». Πρόκειται για  μια καταλυτική αντίθεση στα όρια της ζωής και του θανάτου!…

Η ιστορία του Κομμένου, η σφαγή ενός ολόκληρου χωριού μετά από ένα γαμήλιο γλέντι, αποτελεί μοναδικό παράδειγμα της ναζιστικής θηριωδίας. Ο υπολοχαγός Βίλι Ρέζερ έφερε επιτυχώς εις πέρας την εκκαθαριστική επιχείρηση «Αύγουστος» εναντίον επικίνδυνων ληστοσυμμοριτών στο χωριό Κομμένο σύμφωνα με τις εντολές του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Δίστασε ελάχιστα όταν αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για αμάχους. Είναι ο εκτελεστής, ο θύτης – τιμωρός, ο άνθρωπος μέσα στη στολή, πιστό όργανο της ναζιστικής ιδεολογίας.

Ώρες μετά, αμυδρές αμφιβολίες και ίχνη ανθρωπιάς εισβάλλουν ύπουλα στην ψυχολογία του. Μα τις αποδιώχνει. Η δική του μοίρα τον συνέδεσε με την ευθύνη για το θάνατο τόσων αθώων ανθρώπων, δεν γνωρίζει καν πόσων. H μοίρα όμως –ή αυτό που λέμε μοίρα– δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους. Η μοίρα είναι μια σφαίρα που βρίσκει τον άλλον στην τύχη. Αλλά η σφαίρα μπορεί καμιά φορά να γυρίσει πίσω και να βρει τον σκοπευτή. Το αίμα των νεκρών στο Κομμένο καταδιώκει τον υπολοχαγό, του φέρνει στο νου την αγαπημένη του αδερφή Άλεξ. «Ο πόλεμος είναι θάνατος», σκέφτεται.  Οι ρωγμές που δημιουργεί ο συγγραφέας στην οχυρωμένη προσωπικότητα του Βίλι Ρέζερ διευρύνονται σε ρήγματα βαθιά και από μέσα τους αναδύεται το ίδιο ερώτημα που ταλανίζει και το μικρό αδελφό της Αλεξάνδρας. ΓΙΑΤΙ;

Αυτό το γιατί είναι και το μήνυμα του βιβλίου, ένα μήνυμα ειρήνης, ένα μήνυμα αντίστασης σε θεωρίες και πρακτικές που πρεσβεύουν το μίσος και υιοθετούν τη βία. Το βιβλίο του Δημήτρη Βλαχοπάνου είναι μια ειλικρινής προσπάθεια ενίσχυσης της συλλογικής μνήμης και  μια απόλυτη καταγγελία  της ιδεολογίας του ναζισμού, δυστυχώς οδυνηρά επίκαιρης και στις μέρες μας.

*Η Νίνα Αναστασιάδη είναι φιλόλογος

και υπηρετεί στο 2ο Γυμνάσιο Ηγουμενίτσας

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)