Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

«…Ακούστηκε στο Ορός ένα τραγούδι συνοδευόμενο με τσιφτελί, στον παραδοσιακό σκοπό της περιοχής.

Νύχτα δεκαοχτώ Ιούνη

Μες στο Δάσος των Νυμφών

Ζεφ Γκιονμπίμπαϊ παλικάρι

Στην ενέδρα των ληστών.

Ο τραγουδιστής στη συνέχεια εξιστορούσε το περιστατικό σε μια μακρόσυρτη ραψωδία…»

Το μυθιστόρημα του Τηλέμαχου Κώτσια απεικονίζει, γυμνή, την Βόρεια, απρόσιτη και απάτητη από εχθρούς, ορεινή Αλβανική επαρχία, όπου κυριαρχούν η πείνα, η σκληρή δουλειά, η καταπίεση, ο απαγορευμένος έρωτας, η ανυπακοή, η υπακοή, η αυστηρότητα των ηθών, τα συμβούλια των αντρών, τα όπλα, η βία, η αιματηρή αυτοδικία, η βεντέτα, το εθιμικό δίκαιο, η εκδίκηση, η μπέσα, το αίμα και πάνω από όλα το Κανούν ή Κώδικας ή βυζαντινός, άγραφος Κανόνας (κατάλοιπο αρχαίων δημοκρατικών θεσμών, που ρύθμιζε στους αιώνες τη ζωή των κατοίκων των περιοχών αυτών με την αυτοδικία).

Πάνω στον αρχαίο Κανόνα της κοινωνίας, τον αρχαίο Κώδικα της φυλής, πάνω στην αίσθηση της μπέσας, έγκειται η ίδια η εθνική συσπείρωση του αλβανικού έθνους. Πάνω σε δεσμούς αίματος. Η εκδίκηση, ο Κώδικας του Λεκ Ντουκαγκίνι (1410-1481),έγιναν τα πιο ισχυρά όπλα των Αλβανών (όπως ακριβώς και των μαφιόζων της Καλαβρίας και Σικελίας, που ήταν Αλβανοί άποικοι του 15ου αιώνα, οι γνωστοί Αρμπερέσιους) για την τήρηση του λόγου και της μπέσας και οι συμφωνίες κυρίων σφραγίζονταν με εγγύηση το αίμα….

Η βεντέτα, είναι ένα εθιμικό δίκαιο, που μόνο στην Αλβανία είναι τόσο ισχυρό.

Ο αιματοβαμμένος Κώδικας του Λεκ Ντουκαγκίνι δεν ήταν υποχρεωτικός νόμος. Ήταν όμως κάτι περισσότερο. Τους νόμους οι άνθρωποι τους εφαρμόζουν επειδή πρέπει, ενώ το εθιμικό δίκαιο το εφαρμόζουν επειδή θέλουν, επειδή επιθυμούν να είναι μέρος του συνόλου, που σέβεται τέτοιους κανόνες. Φοβάσαι να ξεκοπείς από το σύνολο, από το βάρος του, από τη σκιά του…

 

Ο Ζεφ Γκιονμπίμπαϊ εργάζεται σε γεωργικές δουλειές στην Λαμία, στην Ελλάδα, με τα τέσσερα άλλα αδέλφια του. Ο Ζεφ επιστρέφει στο χωριό του στην Ορεινή Βόρεια Αλβανία, με 10.000 € κρυμμένα στο μπουφάν του, για να τα παραδώσει στον πατέρα του Μπιμπ, όμως στο Δάσος των Νυμφών, στα βουνά του Ορός, πέφτει σε ενέδρα. Κατορθώνει να ξεφύγει, αφού σκοτώνει τον ένα από τους δύο κουκουλοφόρους ληστές. Όμως ο ληστής είναι ο Μαράς Τσούραϊ, παιδί οικογένειας με την οποία η οικογένεια του Ζεφ έχει ένα άλυτο χρέος τιμής. Πρόκειται για μια παλιά βεντέτα, πενήντα χρόνων, μια παλιά εκδίκηση, παλιά χρωστούμενα αίματα….

Ο Ζεφ χρωστάει το αίμα του Μαράς. Η τιμή των αδελφών Ουκ και Βουξάν Τσούραϊ, γιοί του Κολ Τσούραϊ, τους επέβαλλε να εκδικηθούν για τον Μαράς. Να πάρουν το αίμα τους. Δεν μπορούσαν να χαρίσουν το αίμα στους Γκιονμπίμπαϊ….

Ήταν πάλι στα αίματα οι δυο οικογένειες, όπως ακριβώς και οι παππούδες τους.

Μετά την εικοσιτετράωρη προθεσμία, ο εκδικητής μπορούσε να σκοτώσει τον Ζεφ….

Τα αδέλφια Ουκ και Βουξάν Τσούραϊ, που εργάζονται και αυτοί στην Ελλάδα, θα είναι οι εκδικητές του, τα κυνηγόσκυλα του, οι ανθρωποκυνηγοί του…

Αυτοί σύμφωνα με το έθιμο, με τον κώδικα τιμής, πρέπει να εκτελέσουν την πατρική παραγγελία.

Ξέρει ο Ζεφ, ότι κάποια ημέρα θα του έβγαινε κάποιος από τα αδέλφια Τσούραϊ στο δρόμο, θα του έλεγε τη φράση της βεντέτας: «Περίμενε την εκδίκηση για τον Μαράς Τσούραϊ» και θα τον πυροβολούσε. Θα τον γύριζε ανάσκελα και θα του έβαζε το δεξί χέρι πάνω στην καρδιά….

Αυτό το όνομα του είχε γίνει εφιάλτης από την ώρα που τον είχε σκοτώσει, και το ήξερε, ήταν το τίμημα του φόνου. Η ψυχή του Μαράς ζούσε μέσα στο δικό του σώμα.

Πώς θα αποφύγει ο Ζεφ τον Κανόνα του Λεκ Ντουκαγκίνι, το δικαίωμα της αυτοδικίας, αυτόν τον Κώδικα που έχει πεντακόσια χρόνια που θεσπίστηκε;

Ο φόβος του θανάτου είχε διεισδύσει σε κάθε κύτταρο του Ζεφ. Η ζωή του είχε πλέον ημερομηνία λήξεως. Βρισκόταν στη δίνη μιας ιστορίας γεμάτης τρόμο, φόβο, κυνηγητό και πανικό.

Η θυσία του Ζεφ θα εξασφάλιζε στα τέσσερα αδέλφια του τη συνέχιση της ζωής τους, όμως μετά τη δολοφονία του, εκείνοι θα είχαν και οι τέσσερις την υποχρέωση για εκδίκηση. Όσο περισσότερο αργούσαν οι Τσούραϊ να εκδικηθούν τον αδελφό τους, τόσο περισσότερο χρόνο είχαν εκείνοι να ζουν χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να κυνηγούν τον δολοφόνο του αδελφού τους. Για αυτό και εκείνος θα έπρεπε να κρύβεται, να κρύβεται εσαεί, για να εξασφαλίσει όχι μόνο τη δική του ζωή, αλλά και των αδελφών του…

Αυτούς τους Τσούραϊ θέλει να αποφύγει τώρα ο Ζεφ.

Επιστρέφει αμέσως στην Ελλάδα για να αποφύγει τα αντίποινα.

Ο Ζεφ κρύβεται στη Σαλαμίνα σε ένα εξοχικό σπίτι, της Στέλλας Κοντογιάννη, μιας πενηντάρας Ελληνίδας εργοδότριας και ερωμένης του. Αυτή τον φιλοξενεί στο σπίτι της και αυτός την βοηθάει σε σπιτικές εργασίες.

Η σωματική επαφή μαζί της ηρεμούσε την ψυχή του Ζεφ. Η ερωτική φωλιά της Στέλλας έμοιαζε με σκοτεινή σπηλιά στην οποία ο Ζεφ έτρεχε να κρυφτεί και να αποφύγει τους διώκτες του. Ένιωθε μια γλύκα, μια θανατερή γλύκα.

Ο Ζεφ ήταν καταζητούμενος, κυνηγημένος, έγκλειστος στην πιο απίθανη, μαγική, γλυκιά φυλακή του κόσμου. Είχε αφοσιωθεί στη Στέλλα, σαν σύζυγος, σαν εραστής, σαν υπηρέτης, σαν προσκυνητής, σαν πιστός σκύλος. Η Στέλλα ήταν το καταφύγιό του, ήταν στη μπέσα της, όπως έλεγε ο Κώδικας τιμής.

Ο θάνατος πλησίαζε τον Ζεφ.

Όμως ο έρωτας για την νεαρή Έφη τον καλούσε να βγει από την κρυψώνα του, από το καβούκι, που κρυβόταν, για να απολαύσει τον έρωτα, αλλά και να πέσει στην παγίδα, για να τον βρει πιο εύκολα ο θάνατος, που καραδοκούσε παντού….

Πρόκειται για Αριστούργημα.

O Τηλέμαχος Κώτσιας γεννήθηκε το 1951 στα Βρυσερά της Δρόπολης στη Β.Ήπειρο. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως μεταφραστής στο Υπουργείο Εξωτερικών. Άλλα έργα του είναι: «Στην απέναντι όχθη», «Ο χορός της νύφης», «Το τελευταίο καναρίνι, «Τεκμήριο αθωότητας» κ.α.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)