Ένας καλός μου φίλος, απόδημος κι αυτός όπως πολλοί από μας, σε ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας αλλά και κάποιας έκστασης, μου διηγήθηκε τα συναισθήματά του και το όραμά του που τον δένουν «εσαεί» με την γενέτειρά του και που καθρεπτίζουν πολλούς από μας που ο δρόμος της ζωής μας έφερε μακριά της.

Ήταν ένας Σεπτέμβρης στη δεκαετία του 1955, μου διηγείται, όταν, με βαριά καρδία, άφηνα τη γενέτειρά μου και έφευγα για σπουδές στο εξωτερικό, κυνηγώντας σαν νέος στο ξεκίνημά μου το όνειρο και την τύχη.

Από τότε, πέρασαν πολλές δεκαετίες, όπου η ζωή μου έδειξε εύνοια στη δουλειά μου και τύχη στην οικογένειά μου.

Με έφερε όμως, δυστυχώς, μακριά από την πατρίδα και συνεχίζει.

Όλο αυτό το διάστημα, αν και μακριά της, ποτέ δεν ένιωσα τη Φιλιππιάδα μου έξω από τη σκέψη και την καρδιά μου. Μέσα μου κρατήθηκε πάντα ζωηρό το όραμά της. Οι απλοί και ωραίοι άνθρωποί της, το πανέμορφο ποτάμι της Λούρος, με τα παραποτάμια του, οι καταπράσινοι λόφοι της, η ονειρεμένη λίμνη Ζηρού, ο εύφορος κάμπος της οι φτερωτοί συντοπίτες της οι πελαργοί, που γεμίζουν τον ουρανό της και τόσα άλλα πράγματα που την ομορφαίνουν πολύ και την κάνουν να ξεχωρίζει.

Αυτό είναι, συνεχίζει ο συνομιλητής μου, το «αέναο» όραμά μου, η πατρίδα μου, η γενέθλια γη των προγόνων μου και δική μου που κατέχει μια ακριβή θέση στην καρδιά μου και που δεν την αλλάζω με τίποτα.

Του υπενθύμισα, διακόπτοντάς τον, μήπως υπερβάλλει λίγο και μου απαντάει απότομα: Καθόλου! Την αισθάνομαι μου λέει, σαν ρίζα που με τρέφει και με αναζωογονεί κάθε φορά που την σκέφτομαι και πιο πολύ, όταν μου δίνεται η ευκαιρία να την επισκεφτώ. Το όραμά μου αυτό, είναι σαν ένα σκάφος που με αρμενίζει νοερά, με «καλές μπουνάτσες» όπως λένε οι ναυτικοί, μέσα στο πέλαγος της ζωής και με γαληνεύει. Θυμάμαι, συνεχίζει, φοιτητής ακόμη εκεί στην παγωμένη Αυστρία, με πόση ζωντάνια και με πόσο πάθος τόνιζα τις ομορφιές της πατρίδας μου στους φίλους συμφοιτητές μου, που ήταν όλοι από άλλα μέρη. Θα πρέπει, ορισμένες φορές στις αφηγήσεις μου να παρασυρόμουν και λίγο, γιατί οι συνομιλητές μου που τους ζάλιζα με τη Φιλιππιάδα, μου είχαν κολλήσει το παρατσούκλι, με κάποια δόση ειρωνείας βέβαια, «ο φίλος μας απ’ το μικρό Παρίσι». Αυτό δεν με ενοχλούσε, μου τόνισε γελώντας. Απεναντίας με κολάκευε. Ακόμη και σήμερα, κοντά μισό αιώνα μετά, όταν συναντιέται με τους παλιούς τους φίλους, έτσι τον αποκαλούν. Καλώς το «μικρό Παρίσι».  Ακούγοντας την εσώψυχη αυτή εξομολόγηση του φίλου μας, αισθάνθηκα ειλικρινά την ανάγκη να σας τη μεταφέρω όσο πιο πιστά μπόρεσα. Ίσως πολλοί από σας τους απόδημους σας αγγίξει το όραμά του επίσης απόδημου φίλου μας, όπως άγγιξε και μένα και που συμφωνώ και τον κατανοώ απόλυτα. Σήμερα, που όλα αλλάζουν γύρω μας, όμορφο είναι και προπαντός αναζωογονητικό όλες αυτές οι μνήμες, τα βιώματα και οι νοσταλγίες να μην περιέρχονται σε λησμονιά. Είναι πολύ ευεργετικό και το έχουμε όλοι μας ανάγκη στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.

Κ.Κ.

Μάιος 2003

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Φιλιππιάδα”)

 

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)