Επετειακό

Του Μιλτιάδη Δ. Κωστάκου

Στο σπίτι μας παλιά είχαμε έξω στην αυλή ένα κράνος και ένα σαμάρι. Η συγχωρεμένη η μάνα μου τα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του νοικοκυριού της. Το μεν κράνος γυρισμένο ανάποδα για να βάζει νερό να πίνουν οι κότες, το δε σαμάρι για να ακουμπάει απάνω του τη σκάφη που έπλενε τα ρούχα με το σαπούνι.

Έβλεπα κάθε μέρα τα δύο αυτά οικιακά, ας τα πούμε, σκεύη και είχα τόσο εξοικειωθεί με τη χρήση τους, ώστε δεν μου περνούσε άλλη σκέψη γι’ αυτά αναφορικά με τον σκοπό για τον οποίο πρωτοφκιάχτηκαν. Πάντα όμως είχα μέσα μου την υποψία ότι κάποιος άλλος ήταν ο προορισμός τους. Κι εδώ ήταν το μπέρδεμα.

Παιδί στο δημοτικό ήμουνα και ήξερα, για παράδειγμα, ότι το κράνος ήταν πολεμικό αντικείμενο, να προστατεύει το κεφάλι του φαντάρου. Με μπέρδευε όμως το μέγεθος. Ήταν αφύσικα μεγάλο και δεν έβλεπα ποιο κεφάλι θα ερχόταν στα μέτρα του. Κάποιες φορές που το φορούσα για να λύσω την απορία μου, εκείνο μου έπεφτε ως κάτω στο πηγούνι και περίσσευε ολόγυρα. Μα, ήταν άνθρωποι που είχαν τόσο μεγάλο κεφάλι που να τους βόλευε εκείνο το κράνος; Αυτό έλεγα από μέσα μου και δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχαν άνθρωποι με τέτοιες πελώριες σωματικές διαστάσεις.

Το ίδιο συνέβαινε και με το σαμάρι. Ήξερα και αυτού τη χρήση του. Στο χωριό, στην Παλιά Φιλιππιάδα, ήταν πολλά γαϊδούρα και άλογα. Όμως τέτοιο σαμάρι σαν κι εκείνο που είχαμε στο σπίτι άλλο δεν είδα. Όπως το κράνος, ήταν κι αυτό αφύσικα μεγάλο, κοντά ένα μέτρο στο ύψος. Επί πλέον ήταν σιδερένιο και τόσο ατσούμπαλο που μόνο σαμάρι δεν θύμιζε η εικόνα του. Αν δεν το έλεγε η μάνα μου σαμάρι, εγώ δε θα ήξερα τι είναι τελικά. Τα σαμάρια που είχα υπόψη μου είχαν ξύλινο σκελετό από λεπτές σανίδες και τα γεμίσματα καλύπτονταν από πετσί και μέσα είχαν άχυρο. Κι ακόμα ήταν σχετικώς μικρά, συγκρινόμενα με το σιδερένιο σαμάρι, που λέμε παραπάνω.

Τι συνέβαινε, λοιπόν, με τα δύο αυτά αντικείμενα; Ποιοι τα έφκιαξαν και για πια χρήση; Πως είχαν βρεθεί στην αυλή του σπιτιού μου;

Αυτά τα ερωτήματα απασχολούσαν το παιδικό μου μυαλό τότε. Εντάξει, όχι πως μου είχαν γίνει έμμονη ιδέα, αλλά όσο να κάνεις μικρό παιδί ήμουν και κάθε πράγμα που έβλεπα μπροστά μου ήθελα να μάθω τι είναι, όπως συμβαίνει με όλα τα παιδιά.

Ρώτησα τον πατέρα μου σχετικά. Αυτός μου είπε ότι το κράνος και το σαμάρι ήταν γερμανικά και τα χρησιμοποιούσαν κάτι Γερμανοί στρατιώτες που τους είχαν τοποθετήσει στον κήπο μας στα χρόνια της κατοχής για τα μέτρα τάξης. Είχαν κι ένα βαρύ πυροβόλο ανάμεσα στα δέντρα του κήπου περιστρεφόμενο πάνω σε μια μεταλλική εξέδρα για να αναχαιτίζουν τα αγγλικά αεροπλάνα που τροφοδοτούσαν με πολεμικό υλικό τους αντάρτες στα βουνά. Είχε να το λέει ο μακαρίτης ο πατέρας μου για το πόσο σκληροί και φοβεροί στρατιώτες ήταν οι Γερμανοί. Εκεί που κάθονταν και καταγίνονταν με τις ατομικές τους ασχολίες, έτρωγαν ή πλένονταν, με το που άκουγαν στον ουρανό τον βόμβο αεροπλάνου, στη στιγμή πετάγονταν στο πόδι κι έπιαναν θέση μάχης σε χρόνο ρεκόρ, που λέμε. Τόσο γυμνασμένοι και πειθαρχημένοι ήταν. Ο δε Γερμανός πολυβολητής δεν έπαυε να χειρίζεται το πολυβόλο ως τη στιγμή που το αεροπλάνο θα χανόταν από τα μάτια του.

Όταν η Γερμανία έχασε τον πόλεμο, έφυγαν από τον κήπο μας και οι Γερμανοί στρατιώτες, αφήνοντας μεταξύ άλλων πίσω τους το κράνος και το σαμάρι, για τα οποία κάνουμε λόγο εδώ. Άφησαν κι ένα πέτσινο μαύρο μπουφάν, που ο πατέρας μου το φορούσε τα επόμενα χρόνια ως λάφυρο πολέμου. Δηλαδή βολεύτηκε με άλλα λόγια, τόσο γερό που ήταν εκείνο το μπουφάν.

Έτσι έλυσα τις απορίες μου. Όμως, για να πω την αλήθεια, παρά το ότι έμαθα για την προέλευση και την πολεμική τους χρήση δεν μπόρεσα να διώξω από μέσα μου την ειρηνική εικόνα του κράνους με το νερό και τις κότες γύρω του. Το ίδιο και με το σαμάρι, με τη σκάφη πάνω του και τη μάνα μου να πλένει τα ρούχα. Αυτή η εικόνα θα κρατούσε χρόνια ολόκληρα μετά, μέχρι που τα δύο αυτά αντικείμενα-σκεύη χάθηκαν, άγνωστο πως.

Χάθηκαν αλλά έμεινε η ανάμνησή τους. Κι όχι μόνο αυτό. Στον άνθρωπο η εικόνα των πραγμάτων παραλλάζει με τον καιρό ανάλογα με τις καινούργιες εμπειρίες που διαφοροποιούν τον ψυχικό και συναισθηματικό μέσα μας κόσμο. Με άλλα λόγια καθώς με τα χρόνια ωριμάζει το μυαλό μας βλέπουμε διαφορετικά τα πράγματα απ’ ότι μέχρι χτες. Η τα βλέπουμε από άλλη οπτική γωνία. Πιο κοντά στην ουσία και την αλήθεια.

Για παράδειγμα και προκειμένου για το θέμα που μιλάμε, το κράνος και το σαμάρι στη δική μου αντίληψη πέρασαν στο χώρο των συμβόλων. Έγιναν πλέον σύμβολα και μάλιστα σύμβολα πολεμικά. Είχαν κατασκευαστεί για ένα συγκεκριμένο σκοπό, να υπηρετήσουν τα κοσμοκρατορικά σχέδια ενός παράφρονα ηγέτη, του Χίτλερ. Και ορίστε πως και που κατάντησαν. Στην υπηρεσία μιας απλής Ελληνίδας νοικοκυράς για τις οικιακές τις ανάγκες. Στη σκάφη και στην κοτοφωλιά της μακαρίτισσας της μάνας μου. Περισσότερος εμπαιγμός για την αλαζονεία και την ανθρώπινη ματαιοδοξία πουθενά δεν ξανακούστηκε.

Ένα αυτό!

Το δεύτερο είναι πως πάλι άρχισε να ξυπνά η γερμανική φιλοδοξία από άλλους δρόμους και με άλλους τρόπους. Η σημερινή οικονομική κρίση άγγιξε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο, πλην της Γερμανίας. Παραπονιέται και διαμαρτύρεται η κυρία Μέρκελ, γιατί της παρακολουθούν τα τηλέφωνα!

Σας λέει τίποτα αυτό; Γιατί εμένα μου λέει κάποια πράγματα!

Μιλτιάδης Δ. Κωστάκος

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)