Γράφει ο Νίκος Β. Καρατζένης

Παρουσίαση βιβλίου

Ο συνεργάτης μου στην Ιστορική και Λαογραφική εταιρεία Τζουμέρκων, Βαγγέλης Τζούκας προέβη πρόσφατα στην έκδοση βιβλίου το οποίο αναφέρεται στον γενικότερο προβληματισμό γύρω από την ιστορία της ελληνικής αντίστασης και του εμφυλίου που ακολούθησε. Σε μια κατατοπιστική εισαγωγή ο συγγραφέας παρέχει πολλά στοιχεία για την κατανόηση του περιεχομένου του βιβλίου από τον αναγνώστη. Τονίζει λοιπόν πως τρεις άξονες κατευθύνουν την συγγραφή του. Αρχικά επιχειρείται διερεύνηση των διαδικασιών πολιτικής ένταξης των ομάδων και των κατοίκων της Ηπείρου στις αντίπαλες πολιτικές και στρατιωτικές οργανώσεις της εποχής. Σκιαγραφείται η ιδεολογική- πολιτική εικόνα του ΕΔΕΣ και καταβάλλεται προσπάθεια να αναδειχθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές του από άλλες αντίστοιχες οργανώσεις αλλά και οι εσωτερικές αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τον λόγο και την πρακτική της οργάνωσης. Εξυπακούεται πως σε πολλά σημεία γίνεται αναφορά στη φιλοσοφία και στις δράσεις της οργάνωσης του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, που είναι ο κύριος αντίπαλος του ΕΔΕΣ. Ο δεύτερος άξονας αναφέρεται στα γνωρίσματα του προτύπου ηγεσίας των ενόπλων σωμάτων της εν λόγω αντιστασιακής οργάνωσης, η οποία παίρνει την μορφή της «οπλαρχηγίας» που έχει τις καταβολές της στη μακρά παράδοση των ενόπλων του ελληνικού χώρου και προσαρμόστηκε στις αναγκαιότητες της συγκυρίας. Ο τρίτος άξονας σχετίζεται με τον ρόλο των τοπικών κοινωνικών δομών στην μορφή, την οργάνωση και την λειτουργία των ενόπλων τμημάτων του ΕΔΕΣ. Διερευνάται ο ρόλος της συγγένειας, της ληστοκρατικής αντίληψης και πρακτικής που ήταν έντονη στην περιοχή του Ξηροβουνίου και της Λάκκας, γίνεται προσπάθεια να κατανοηθεί η εσωτερική δομή των επιμέρους ομάδων που εντάχθηκαν στον ΕΔΕΣ, τα κίνητρα στην επιλογή της ένταξής τους.

Το περιεχόμενο του βιβλίου αρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο ο Τζούκας πραγματεύεται την οργάνωση της ένοπλης Αντίστασης ΕΔΕΣ και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Ήπειρο, τις εμφύλιες συγκρούσεις του 1943-44 και τη σύγκρουση του Δεκεμβρίου 1944-45 στην Ήπειρο. Ο αναγνώστης πληροφορείται ότι η εμφάνιση των πρώτων αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ πραγματοποιείται τον Μάιο του 1942 στη Στερεά Ελλάδα υπό την ηγεσία του Άρη Βελουχιώτη. Ο Ζέρβας αναχώρησε από την Αθήνα για την περιοχή του Βάλτου Αιτ/νίας στις 23 Ιουλίου 1942, ενώ η εμφάνιση των πρώτων συγκροτημάτων του ΕΔΕΣ έγινε στον ορεινό όγκο του Ραδοβιζίου, στα Ν.Α. της Άρτας, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η οργάνωση αυτή ενσάρκωνε την νομιμοποιημένη εκδοχή του αντάρτικου και είχε την ποικιλότροπη υποστήριξη των Βρετανών (σελ 41).

Η σύγκρουση των δύο οργανώσεων ξεκίνησε με γενική επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον των Ε.Ο.Ε.Α. (Εθνικών ομάδων Ελλήνων ανταρτών) στις 9-10 Οκτωβρίου 1943. Η αφορμή δόθηκε με τη σύλληψη σημαινόντων στελεχών του ΚΚΕ, μεταξύ των οποίων ήταν ο Παντελής Καραγκίτσης, από τον εδεσίτη συνταγματάρχη Νταούλη στο Τσεπέλοβο Ζαγορίου. Η επίθεση του ΕΛΑΣ εξαπολύθηκε σε όλες τις περιοχές που υπήρχαν εδεσίτικα τμήματα, επικεντρώθηκε όμως στην Ήπειρο με το εκστρατευτικό σώμα της Ηπείρου με αρχηγό τον Άρη Βελουχιώτη. Στα τέλη Οκτωβρίου 1943, παρά τις αρχικές τοπικές επιτυχίες του ΕΔΕΣ, οι δυνάμεις του στην περιοχή Τζουμέρκων- Ραδοβιζίου στην ουσία είχαν διαλυθεί.

Στις 31 Οκτωβρίου 1943 στη μάχη της Νεράιδας ο Ζέρβας κινδύνεψε να αιχμαλωτισθεί και διέφυγε τον κλοιό με μερικές δυνάμεις ανταρτών. Με την γενναιόδωρη βρετανική συνδρομή, η ανασυγκρότηση του ΕΔΕΣ πραγματοποιήθηκε σταδιακά στις περιοχές δυτικά του Αράχθου (Λάκκα Σούλι- Ξηροβούνι). Τελικά οι δυο οργανώσεις ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ συνήψαν ανακωχή η οποία επισφραγίστηκε με τη συμφωνία της Πλάκας, 29 Φεβρουαρίου 1944, η οποία προέβλεπε την απελευθέρωση των κρατουμένων και από τις δυο αντίμαχες παρατάξεις.

Η συμφωνία της Καζέρτας ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ των οργανώσεων και συνιστούσε την τελευταία απόπειρα πολιτικού συμβιβασμού υπό την υψηλή εποπτεία των Βρετανών. Το θέμα της αποστράτευσης του ΕΛΑΣ και των Ε.Ο.Ε.Α. ήταν κυρίαρχο ζήτημα στην υπόθεση του συσχετισμού των δυνάμεων. Οι τοπικές ηγεσίες των ανταρτών άρχιζαν να προετοιμάζονται για διπλό ενδεχόμενο: της αποστράτευσης και της σύγκρουσης. Ο Ζέρβας λάμβανε αντιφατικές οδηγίες από τον διορισθέντα Αρχιστράτηγο των εν Ελλάδι δυνάμεων Ρ. Σκόμπι. Οι Βρετανοί και η κυβέρνηση Παπανδρέου αναγνώριζαν ότι οι ΕΟΕΑ συγκροτούσαν έναν αξιόμαχο σχηματισμό, όμως δεν αξιολογούσαν τον ρόλο τους πέρα από το πεδίο της άμυνας σε περίπτωση επιθέσεως του ΕΛΑΣ, η οποία διαφαινόταν.

Ο ΕΛΑΣ απέβλεπε σε ένα γενικότερο συσχετισμό στο επίπεδο εξουσίας καθώς συγκροτούσε έναν ευρύτερο οργανισμό που περιελάμβανε το σύνολο σχεδόν του ελληνικού χώρου, αφού στα τέλη του 1944 είχε κυριαρχήσει σε όλη σχεδόν την ύπαιθρο, είχε διαλύσει τους τοπικούς ένοπλους αντικομμουνιστικούς σχηματισμούς και ετίθετο επιπλέον για τον ΕΛΑΣ το ζήτημα της επιρροής της εαμικής παράταξης στην πολιτική ζωή της χώρας. Η επίθεση του ΕΛΑΣ άρχισε την 21 Δεκεμβρίου 1944 και είχε στόχο τη διάλυση των ΕΟΕΑ. Στην περιοχή Ιωαννίνων τα τμήματα των εδεσιτών υποχώρησαν μετά από σκληρές συγκρούσεις, ενώ σπουδαίο ρόλο έπαιξε και η αυτοδιάλυση δυο μεγάλων σχηματισμών, του ανεξάρτητου Συντάγματος των Κολιοδημητραίων  και του Συντάγματος Ντουσκάρας που τελούσε υπό τις διαταγές του αξιωματικού Ευάγγελου Ζώτου.

Η πιο αιματηρή μάχη δόθηκε στην Άρτα. Στις 21 και 22 Δεκεμβρίου διεξάγονταν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών. Η έκβαση της μάχης απέβη υπέρ του ΕΛΑΣ και οι αντάρτες του ΕΔΕΣ αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη μαζί με πλήθος αμάχων. Οι απώλειες και για τις δύο πλευρές ήταν βαρύτατες. Η προέλαση του ΕΛΑΣ είχε ως αποτέλεσμα πολλά συγκροτημένα τμήματα των Ε.Ο.Ε.Α να βρεθούν σε δύσκολη θέση. Στις 30 και 31 Δεκεμβρίου 1944 τα τελευταία τμήματα του ΕΔΕΣ εγκατέλειπαν την Πρέβεζα, επιβιβάζονταν σε βρετανικά και ελληνικά πλοία με προορισμό την Κέρκυρα. Συνολικά 8.500 άνδρες μεταφέρθηκαν στο νησί, αφού ο ρόλος τους ουσιαστικά είχε λήξει. Στα τέλη Δεκεμβρίου 1944 το ΕΑΜ είχε κυριαρχήσει σ’ όλη την Ήπειρο. Στις «απελευθερωμένες» περιοχές της υπαίθρου επικρατούσε η πεποίθηση ότι έπρεπε να ενσωματωθούν στις δομές της εαμικής ελεύθερης Ελλάδας και καταβλήθηκε προσπάθεια να επικρατήσει κλίμα ομαλότητας, όμως σε ορισμένες περιοχές επικράτησε διάθεση αντεκδίκησης έναντι πρώην μελών ή συνεργατών του ΕΔΕΣ. Οι εκτελέσεις στις οποίες προέβη ο ΕΛΑΣ, κυρίως στην περιοχή της Λάκκας Σουλίου και του κάμπου της Άρτας, δεν συνεισέφεραν στην μείωση των πολιτικών παθών. Μετά τη συνθήκη της Βάρκιζας όμως και τη διάλυση του ΕΛΑΣ η εαμική Αριστερά στην Ήπειρο βρέθηκε αντιμέτωπη με νέα δεδομένα. Οι αντάρτες του ΕΔΕΣ επέστρεφαν στον τόπο τους με διαθέσεις αντεκδίκησης για τη συμπεριφορά του ΕΛΑΣ. Οι περισσότεροι από αυτούς κατατάχτηκαν στην εθνοφυλακή, ενώ στα χωριά της Ηπείρου και Αιτ/νίας άρχισε σταδιακά να ανασυγκροτείται ο κρατικός μηχανισμός της Αθήνας. Η κατάσταση οξύνθηκε τις τελευταίες μέρες του Φεβρουαρίου 1945. Παρά τις προειδοποιήσεις του εαμικού τύπου προς τους «αντιδραστικούς» να μην προβούν σε αντεκδικήσεις, οι προϋποθέσεις για τον γενικευμένο εμφύλιο των ετών 1946-49 είχαν τεθεί ήδη στη συγκυρία της κατοχής.

Στο δεύτερο κεφάλαιο  ιστορείται η συγκρότηση των αντάρτικων σωμάτων στην περιοχή του Ξηροβουνίου και η επικράτηση ενός κλίματος εχθρικού προς τον κομμουνισμό. Μετά την κατάρρευση του μετώπου, το 1941 την γενικότερη κρίση και την αποδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού στο Ξηροβούνι δραστηριοποιήθηκαν ομάδες που ασκούσαν ληστρικές δραστηριότητες γιατί ήταν εξοικειωμένες με το προπολεμικό κύκλωμα της ληστείας. Η ομάδα των Ρετζαίων ακολουθούσε ληστρικές δραστηριότητες σε εκτεταμένη περιοχή καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τη συγκρότηση συμμοριών στη βάση συγγενικών και τοπικών δεσμών. Αυτά τα πρώτα ένοπλα σώματα αποτελούνταν κυρίως από κτηνοτρόφους, «ανθρώπους του ντουφεκιού», όπως θεωρούνταν οι Ξηροβουνιώτες από τους άλλους ηπειρώτες. Ορισμένες οπλισμένες ομάδες αυτού του τύπου ασκούσαν συχνά εξουσία ισχυρότερη από αυτή των σταθμών χωροφυλακής.

Στις αρχές του 1943 η δημιουργία ενόπλων τμημάτων της οργάνωσης του ΕΔΕΣ στην περιοχή οφείλεται στη δράση του πρώην αστυνομικού Αλέκου Παπαδόπουλου, κατοίκου της Σκλίβανης, καταγόμενου από το Ανώγειο. Συγκροτήθηκε υπό την ηγεσία του το Αρχηγείο Ξηροβουνίου, το οποίο διατήρησε την αυτονομία του μέχρι το Μάρτιο του 1944. Ο Α. Παπαδόπουλος δημιούργησε αξιόμαχη ομάδα γιατί το συγγενικό του δίκτυο στην ευρύτερη περιοχή του Ξηροβουνίου υπερέβαινε τα 400 «αδελφοξάδελφα». Συγγενικοί δεσμοί συνέβαλαν επίσης στην πολιτική ένταξη των χωριών του ανατολικού Ξηροβουνίου στις ΕΟΕΑ. Στο Μονολίθι για παράδειγμα κυριαρχούσε το εκτεταμένο δίκτυο της οικογένειας Μέγα. Σε εμπιστευτική έκθεση του Παπαδόπουλου προς τον Ζέρβα, 30 Ιανουαρίου 1943, αναφέρεται η συγκρότηση ανεξάρτητου τμήματος του αξιωματικού Παπαδάτου στην Λάκκα-Σουλίου, ενώ γίνεται λόγος για τις δυσκολίες που δημιουργούσαν στην εδραίωση της οργάνωσης οι «βασιλικοί» και οι «κομμουνιστές» για αψιμαχίες με τμήματα του ΕΛΑΣ, για διάλυση ζωοκλεπτών.

Τρεις παράγοντες, κατά τον Βαγγέλη Τζούκα συνετέλεσαν στη συστράτευση των κατοίκων του Ξηροβουνίου στο πλευρό του ΕΔΕΣ. Η δυναμική ηγετική μορφή του Αλ. Παπαδόπουλου, η δυνατότητα χρηματοδότησης των ανταρτών από το Γενικό Αρχηγείο και η καθυστέρηση δημιουργίας εαμικών επιτροπών στην περιοχή.

Μια ομάδα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και έντονα ασταθή πολιτική συμπεριφορά, η οποία έδρασε στο Ξηροβούνι ήταν αυτή των Γρατσουναίων. Οι Γρατσουναίοι εμφανίζονται ως συμμαχία τριών φατριών από τις κοινότητες Κλεισούρας, Πέντε Πηγαδιών, Αγίας Τριάδας και Βαρλαάμ, με αρχηγούς τους τέσσερις αδερφούς Γρατσούνα, τον Αλέξανδρο Μπουντούρη και τον Νικόλα-Γιώργη. Το κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν η ζωοκλοπή. Ενώ είχαν μόνο μερικές δεκάδες αιγοπρόβατα δικά τους με τις κλοπές έφτασαν στα 700. Κάποια μέλη της ομάδας αυτής, η οποία αριθμούσε 80 άνδρες συνεργάστηκε τον χειμώνα 1942-43 με τα τμήματα του οπλαρχηγού Παπαδόπουλου (σελ 87). Συχνά η ομάδα επιχειρούσε ληστρικές επιδρομές μεγάλης κλίμακας ενεργώντας αυτόνομα ώστε ο Παπαδόπουλος την χαρακτήρισε «μάστιγα της περιοχής» και ανέλαβε δυναμική ενέργεια εναντίον της στις 25 Μαρτίου 1943.

Όταν οι άλλες φατρίες εντάχθηκαν στον ΕΔΕΣ, η ομάδα δεν μπορούσε να μείνει ανεξάρτητη και με βάση τις τοπικές αντιπαλότητες προσχώρησε στον ΕΛΑΣ τον Απρίλιο 1943, μάλιστα συγκαταλέχθηκε στους εαμικούς σχηματισμούς των Κατσανοχωρίων στα βόρεια του Ξηροβουνίου. Οι Γρατσουναίοι όμως αδυνατούσαν να κατανοήσουν τις συνέπειες της ένταξής τους στο Ε.Α.Μ. που υποσχόταν την πάταξη της ανομίας και συνέχιζαν την κλοπή ζώων από τους νομάδες κτηνοτρόφους των χωριών ανατολικά του Ξηροβουνίου, γεγονός που ανάγκασε στη συγκρότηση κοινού ανταρτοδικείου ΕΔΕΣ-ΕΛΑΣ για να επιβάλει ποινές στους αδερφούς Τσόγκα οι οποίοι  λήστεψαν αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού στο χωριό Σερβιανά την άνοιξη του 1943.

Τον Αύγουστο του 1943 η συμμαχία των ομάδων που συγκροτούσαν το σώμα των Γρατσουναίων διαλύθηκε. Οι Γρατσουναίοι εντάχθηκαν, σε τμήμα του ΕΔΕΣ υπό την ηγεσία του αξιωματικού Καρατζά με την ονομασία «Στρατιωτική Διοίκηση Πεδιάδος Άρτης», χωρίς να απέχουν από τις ληστρικές τους δράσεις ως εδεσίτες αντάρτες, αλλά ήρθαν και σε προστριβές με τις φατρίες του Παπαδόπουλου, ο οποίος ζήτησε από τον Ζέρβα την δυναμική εκκαθάριση της ομάδας. Στις 22 Σεπτεμβρίου ο Παπαδόπουλος οργάνωσε ενέδρα στην οποία δολοφονήθηκαν οι δύο δυναμικοί αδελφοί, Νίκος και Γιώργος, ενώ ο Βαγγέλης έλαβε αμνηστεία από τον Παπαδόπουλο (σελ 92). Ο τέταρτος αδερφός ο Λάμπρος, σύμφωνα με μαρτυρία του Ν. Κοσμά εντάχθηκε στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που δρούσε στην περιοχή Ζαγορίου. Συνελήφθη στο χωριό Κράψη Ιωαννίνων από εδεσίτες, οδηγήθηκε στους Γεωργάνους της Λάκκας Σουλίου, χώρο συγκέντρωσης «αντιφρονούντων» δικάστηκε από το ανταρτοδικείο και εκτελέστηκε την 21η Απριλίου 1944 αφού χαρακτηρίσθηκε ως ληστής συμμορίας, η οποία επί μακρόν ελυμαίνετο την δημοσίαν οδόν Ιωαννίνων- Πρεβέζης. Ο ΕΛΑΣ διαμαρτυρήθηκε για την εκτέλεση του Λ. Γρατσούνα, τον οποίο αποκάλεσε ελασίτη αντάρτη.

Με τη συμφωνία της Πλάκας, Φεβρουάριος 1944, το Ξηροβούνι αποτέλεσε το όριο της επικράτειας του ΕΔΕΣ προς την περιοχή των Τζουμέρκων που την έλεγχε ο ΕΛΑΣ και η ομάδα του Παπαδόπουλου συγκρότησε Σύνταγμα που εντάχθηκε στην ΙΙΙ Μεραρχία του ΕΔΕΣ. Το Σύνταγμα Ξηροβουνίου ανασυγκροτήθηκε και μετατράπηκε σε τακτικό στρατό δυνάμεως 800 ανδρών. Ο Παπαδόπουλος εκφραζόταν όχι ως τοπικός ηγέτης μιας ολιγάριθμης αντάρτικης ομάδας αλλά ως σημαίνον στέλεχος ενός ημιαντάρτικου εθνικού στρατού, των ΕΟΕΑ, ο οποίος ήταν αντίθετος σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, που κατά την εκτίμησή του, στόχευε να επιβάλει ο ΕΛΑΣ. Στη στρατηγική αυτή εντάσσεται και η προβολή του «κομμουνιστικού κινδύνου» που κυριαρχούσε στις γειτονικές «εαμοκρατούμενες περιοχές». Οι τοποθετήσεις του Παπαδόπουλου απέναντι στο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ αφορούσαν τα παραδεδεγμένα για την μεσοπολεμική Ελλάδα στερεότυπα για τις ιδιότητες των οπαδών του Μαρξισμού και το είδος του καθεστώτος που προσπαθεί να επιβάλει με τη βία πχ. αναφερόταν στη διάβρωση των ηθών, την αρπαγή της ατομικής ιδιοκτησίας, την κυριαρχία της αθεΐας, τη γενικότερη «απορρύθμιση» της κοινωνίας.

Στα εαμικά περιβάλλοντα η «επικράτεια» του Ζέρβα θεωρούνταν ως τόπος στον οποίο κυριαρχούσε η αυθαιρεσία και η βία του αντικομμουνισμού. Το Ξηροβούνι προβαλλόταν ως χώρος τρομοκρατίας, που κυριαρχούσε «στίφη ατάκτων» τα οποία είχαν ως μοναδικό τους κίνητρο τη δράση εναντίον των συμπαθούντων το Ε.Α.Μ.. Η εαμική πλευρά εξέφραζε την εχθρότητά της προς τον ΕΔΕΣ μέσω του τύπου, των πολιτιστικών εκδηλώσεων, των τραγουδιών. Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, πολιτικός επίτροπος του ΕΑΜ αναφερόμενος στους ενόπλους που συγκροτούσαν τη δύναμη του Παπαδόπουλου, αποκαλεί αυτούς λυκόσκυλα, αγροίκους μισθοφόρους, κλέφτες και χαραμήδες. Αφιερώνει μάλιστα σ’ αυτούς ποίημα στο οποίο αποτυπώνει τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία του ήθους και της συμπεριφοράς τους.

Αδελφοξάδελφα όλοι, φάρα του διατάνου

που το άρπαμά σας είν’ η τέχνη κι η αντρειά,

το Ξηροβούνι εσείς έχετε πιάσει απάνου

χώρια απ’ τους άλλους και απ’ τους ήσυχους μακριά.

 

Πρατάρηδες λεροί με τούφες στο κεφάλι

δίβουλοι, πονηροί, μα αποφασιστικοί

κλέβουνε τη μισή ζωή τους και την άλλη

γυρεύουν χάρη μεσ’ από τη φυλακή.

 

Ξεκάπνισμα ήθελε μια τέτοια λυκοστάνη

μα δεν προφτάσαμε, είχαν άλλοι τυχερό

Μη χαίρεστε όμως. Αν το όπλο μας δεν πιάνει

σας γράφω στα χαρτιά μου για όλον τον καιρό…

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου περιγράφεται η οργάνωση ένοπλων ομάδων στην περιοχή της Λάκκας Σουλίου και η δράση της φατρίας των Κολιοδημητραίων. Το πρώτο ένοπλο τμήμα της περιοχής οργανώθηκε στα τέλη του 1942 από τον αξιωματικό Χρ. Παπαδάτο με αντιεαμικό στίγμα έχοντας ως πυρήνα την φάρα των Κολιοδημητραίων από το χωριό Πεντόλακκο. Η ενσωμάτωση των ανταρτών της Λάκκας στη μεγαλύτερη οργάνωση του ΕΔΕΣ ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1943. Το συγκρότημα του Παπαδάτου ονομάστηκε λόχος Κολιοδημητραίων, εντάχθηκε στο αρχηγείο Ηπείρου της Ε.Ο.Ε.Α. ως ανεξάρτητος σχηματισμός. Η προσχώρηση των Κολιοδημητραίων, όπως και άλλων ομάδων αυτής της μορφής στον ΕΔΕΣ, ευνοήθηκε από την χαλαρότερη σχέση με το ΕΑΜ οργάνωση του εδεσίτικου αντάρτικου αλλά και από την όλη φιλοσοφία των κατοίκων των ορεινών περιοχών της Λάκκας, το σύστημα αξιών των οποίων στηριζόταν: στην περιφρόνηση προς τους «νοικοκυραίους», της «φρόνιμης» κοινότητας, την ανταπόδοση σε περίπτωση προσβολής, την εκδίκηση, την επιβράβευση της ζωοκλοπής ως ένδειξης παλικαριάς αλλά και ως συμπληρωματικού οικονομικού πόρου προς τις ποιμενικές δραστηριότητες, την κατοχή όπλων και την επιδεξιότητα στη χρήση τους, την περιφρόνηση προς «τους αχαμνούς» δηλαδή τους πεδινούς (σελ 123). Η ομάδα των Κολιοδημητραίων βρισκόταν σε διαρκή συγκρουσιακή σχέση με την ομάδα του Παπαδόπουλου μολονότι ανήκαν στην ίδια αντιστασιακή οργάνωση γιατί στη δράση τους προείχε η υπεράσπιση των βασικών αρχών της φάρας, όπως η τιμή και η συγγένεια αλλά και οι λεηλατικές συμπεριφορές.

Μελετώντας ο Τζούκας τη δράση και τη νοοτροπία της εν λόγω ομάδας διαπιστώνει πως το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν ο καιροσκοπισμός και η προσπάθειά της να διαπραγματεύεται πότε με τον ΕΔΕΣ, πότε με το ΕΑΜ τη συμμετοχή της στο αντάρτικο με γνώμονα πάντα το συμφέρον της, ενώ συνέχιζε απρόσκοπτα το ληστρικό της έργο. Η αντιφατικότητα και η υστεροβουλία της ομάδας αυτής προκύπτει από συγκεκριμένες επιλογές της. Τον Οκτώβριο του 1943, όταν οι σημαντικότερες δυνάμεις του ΕΔΕΣ συγκεντρώνονταν στα Τζουμέρκα, οι Κολιοδημητραίοι επέλεξαν στάση αναμονής σκεφτόμενοι ν’ αποχωρήσουν από την οργάνωση ή να επιλέξουν την ουδετερότητα. Τελικά άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλής του 24ου ελασίτικου Συντάγματος που είχε συγκροτηθεί στην περιοχή Ζαλόγγου- Σουλίου, ύστερα όμως από λίγες ημέρες επιτέθηκαν εναντίον ελασίτικου τμήματος στο χωριό Σιστρούνι. Στην τελική φάση της σύγκρουσης του ΕΛΑΣ με τις Ε.Ο.Ε.Α., η οποία ολοκληρώθηκε με την αποχώρηση του Ζέρβα στην Κέρκυρα, το Σύνταγμα Κολιοδημητραίων δεν ακολούθησε τις εδεσίτικες δυνάμεις. Η στάση τους, κατά τον Τζούκα, εκφράζει τη συμμόρφωσή τους με τις αξίες της αγροτικής- ποιμενικής κοινότητας της ορεινής Λάκκας, την εμμονή τους στην τοπικότητα, την προτεραιότητα στις κτηνοτροφικές δραστηριότητες, την οργάνωση στα πλαίσια της φάρας, στην προσδοκία διαπραγμάτευσης με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ (σελ 154).

Το τέλος των Κολιοδημητραίων ήταν τραγικό. Το τάγμα Καραϊσκάκη που ανήκε στην VIII Μεραρχία του ΕΛΑΣ, στα πλαίσια της εκκαθάρισης της περιοχής της Λάκκας από εδεσίτικες ομάδες και από όσους συμμετείχαν ενεργά σε ληστοσυμμορίες που λυμαίνονταν στον τόπο, εκτέλεσε τη νύχτα της 24ης προς 25ης Ιανουαρίου 1945 στη θέση Νταλαμάνι, πλησίον του χωριού Δερβίζιανα 25-30 άντρες από τους Κολιοδημητραίους, τον διοικητή του Συντάγματος Δημ. Π. Ζήκο και άλλους συλληφθέντες από 22 χωριά της Λάκκας. Σύμφωνα με τον καπετάνιο του τάγματος «Καραϊσκάκη» Αλ. Κουτσούκαλη η αδυναμία των πολιτικών οργανώσεων του ΕΑΜ στη Λάκκα να επιβληθούν στα  στρατιωτικά στελέχη Τζουμερκιώτη και Παλιούρα, καθόρισε τελικά την τύχη των συλληφθέντων. Οι εκτελέσεις εκείνες δημιούργησαν αρνητικό κλίμα εναντίον της Αριστεράς. Η γνωστοποίησή τους λίγο καιρό μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, έδωσε αφορμή για μια άνευ προηγουμένου επίθεση εναντίον της Αριστεράς από τις τοπικές εφημερίδες του «εθνικόφρονος» στρατοπέδου. Η ηθική και πολιτική ζημιά του ΕΑΜ από την εκτέλεση των Κολιοδημητραίων δεν αμφισβητείται μεταπολεμικά από πολλούς εαμικούς συγγραφείς.

Οι εδεσίτες από την άλλη μεριά φαίνεται να θεωρούν αναμενόμενο το γεγονός γιατί κατ’ αυτούς οι Κολιοδημητραίοι, αν και Σουλιώτες «πρόδωσαν» τον «αρχηγό» και τιμωρήθηκαν δικαίως. Εγκαταλείποντας τον αμυντικό αγώνα, ευθύνονται για την ήττα των Ε.Ο.Ε.Α.. στην Ήπειρο. Ο Αλ. Παπαδόπουλος κάνει λόγο για «αχαριστία» των Κολιοδημητραίων προς τον Ζέρβα.

Έχει βέβαια μέγιστη σημασία να καταδειχθεί πως η Δεξιά παράταξη που κυριάρχησε στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο (1946-49) επαναδιαπραγματεύτηκε και αξιοποίησε υπέρ αυτής το ιστορικό γεγονός των εκτελέσεων. Στη λογική της εκ των υστέρων ερμηνείας επιλέγεται η αποσιώπηση της συνολικής συμπεριφοράς της φατρίας και της συγκρουσιακής της σχέσης με την ομάδα Παπαδόπουλου. Αν και οι περισσότεροι παλαίμαχοι του ΕΔΕΣ θεωρούν παράνομες τις ενέργειες της ομάδας, στην ουσία επιχειρούν να αναδείξουν τη βία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με το επιχείρημα ότι οι εκτελέσεις δεν περιορίστηκαν στη συγκεκριμένη ομάδα αλλά επεκτάθηκαν στους «φιλήσυχους» πολίτες για να τους εκδικηθούν εξ’ αιτίας της συστράτευσής τους με τον Ζέρβα. Το στίγμα της «προδοσίας» της φατρίας υποχώρησε και τη θέση του έλαβε η ταυτότητα του θύματος των κομμουνιστών. Προβάλλεται λοιπόν «η θυσία» των κατοίκων της Λάκκας και η «παράλογη» βία της Αριστεράς. Δημιουργείται με τον τρόπο αυτό ένα ακόμη μνημείο υπενθύμισης της κομμουνιστικής βίας. Η διαχείριση της επίσημης μνήμης της Δεξιάς οδηγεί στη συμμετοχή των τοπικών αρχών και των παλαίμαχων του ΕΔΕΣ στο ετήσιο μνημόσυνο που διεξάγεται στις 25 Ιανουαρίου στο Νταλαμάνι. Η εκτέλεση μελών της φατρίας τον Κολιοδημητραίων τελικά δημιούργησε μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα εναντίον της Αριστεράς στην ευρύτερη περιοχή. Η εχθρότητα αφορούσε πλέον κάθε αριστερό ή ακόμη και δημοκρατικό πολίτη που είχε συμμετοχή στην Αντίσταση.

Στο τέταρτο κεφάλαιο  αναλύονται οι συνθήκες και οι παράγοντες που συνέβαλαν στη συγκρότηση αντιστασιακών οργανώσεων στο Ραδοβίζι. Ορεινός χώρος του Ραδοβιζίου συνιστά το νοτιοανατολικό όριο της Ηπείρου και συνορεύει στα βόρεια με τα Τζουμέρκα και στα νότια με τον Βάλτο. Το Ραδοβίζι εντάχθηκε στο εθνικό κράτος το 1881.

Στην περιοχή οι αγροτικές εκτάσεις αποτελούσαν τμήμα τσιφλικιών της οικογένειας Καραπάνου, στα οποία καλλιεργούνταν δημητριακά. Ο Καραπάνος λειτουργούσε και ως ισχυρός πολιτικός πάτρωνας αυτού του ορεινού χώρου. Ρόλο διαδραμάτιζαν και τοπικοί γαιοκτήμονες, προερχόμενοι από το χώρο ηγετικών οικογενειών. Στα

χωριά του Ραδοβιζίου υπήρχε και αξιόλογη κτηνοτροφία κυρίως αιγοτροφία λόγω της ορεινότητας της περιοχής.

Στο Ραδοβίζι ήταν έντονη και η παράδοση του αρματολισμού γιατί κατά τους τελευταίους αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας συγκροτήθηκαν αρματολικά δίκτυα με σημαντικότερο επαναστατικό εκπρόσωπό τους τον Γώγο Μπακόλα. Οι κάτοικοι είχαν μεγάλη συμμετοχή στις αλυτρωτικές εξεγέρσεις του 1854, του 1866 και του 1878. Στις «ταραχές» αυτές πρωτοστατούσαν τα οργανωμένα δίκτυα των οικογενειών των προκρίτων, αξιωματικοί που εισέρχονταν από το ελληνικό έδαφος, ομάδες ενόπλων που δρούσαν με τη διπλή ιδιότητα του ληστή και του αντάρτη. Η αρχική επιρροή του ΕΔΕΣ στο Ραδοβίζι οφείλεται στις γνωριμίες του Ζέρβα και στηρίχτηκε στις αξίες της τοπικότητας, της προάσπισης της συνοχής οικογενειακών ομάδων, της αλληλεγγύης. Ο Ζέρβας μετέφερε την έδρα του στρατηγείου του από την περιοχή του Βάλτου στη Μεγαλόχαρη το Σεπτέμβριο του 1942. Την ίδια χρονική περίοδο το ΕΑΜ ερχόταν σε συνεννόηση με παράγοντες της Άρτας, όπως με τους αξιωματικούς Άγγελο Πίσπερη και Γεώργιο Ματζούκη για ίδρυση εαμικής οργάνωσης.

Ο Ζέρβας αξιοποίησε το εκτεταμένο δίκτυο των Κοσσυβάκηδων, οικογένειας με πολιτικό αγωνιστικό παρελθόν, για να εδραιώσει το εδεσίτικο αντάρτικο στο Ραδοβίζι, αφού το Γενικό Αρχηγείο της οργάνωσης αρχικά εγκαταστάθηκε στην οικία του Γρ. Κοσσυβάκη. Οι οικονομικοί πόροι που απαιτούσε η οργάνωση του ΕΔΕΣ εξασφαλίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο δίκτυο. Οι Κοσσυβάκηδες σε κάποιες περιπτώσεις διαχειρίζονταν και τις οικονομικές ενισχύσεις που ελάμβαναν οι τοπικοί ένοπλοι από τον Ζέρβα. Το Μάιο του 1943 ο Ζέρβας θεώρησε ένοχο τον Γρ. Κοσσυβάκη για «την απελευθέρωση» του Ιταλού αυτομόλου Εδουάρδο Φερλάτσο και τον παρέπεμψε σε στρατοδικείο. Η αθώωσή του επέφερε τη ρήξη της οικογένειας με την ηγεσία του ΕΔΕΣ.

Η αποχώρηση του Κοσσυβάκη από τον ΕΔΕΣ, το 1943, και η προσχώρησή του στο ΕΑΜ βοήθησε τα μέγιστα την ανάπτυξη του ελασίτικου αντάρτικου στο Ραδοβίζι και την ανασυγκρότηση του 3/40 Συντάγματος. Ο Κοσσυβάκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ αρχές Ιουνίου 1944 και με τη σύμπραξη του προσωπικού του γνωστού, του Αλκιβιάδη Λούλη βενιζελικού πολιτευτή συγκροτήθηκε το μαχητικό σώμα των «Καραϊσκάκηδων» που εντάχθηκε στο ανασυγκροτημένο 3/40 Σύνταγμα ΕΛΑΣ Άρτας. Ο Νικηφόρος Κοσσυβάκης, γυιός του ηγέτη των «Καραϊσκάκηδων» οργάνωσε ειδική ομάδα δολιοφθορών η οποία έδρασε με επιτυχία στην οδό Άρτας- Αμφιλοχίας. Τον Απρίλιο του 1947 ο Γρ. Κοσσυβάκης δολοφονήθηκε από «στρατοχωροφύλακες» επειδή εγκαλούσε τον Ζέρβα με δημοσίευση σε τοπικές εφημερίδες για την υπόθεση «Φερλάτσο».

Ο Ζέρβας κατόρθωσε να συσπειρώσει στον ΕΔΕΣ και τους οπλαρχηγούς Σπ. Καραμπίνα, Κ. Βόιδηρο και Στ. Χούτα. Οι δύο πρώτοι είχαν συγκροτήσει το Υπαρχηγείο Σκουληκαριάς και ο Χούτας το Αρχηγείο Βάλτου. Ο Καραμπίνας, αγρότης και καρβουνάρης από το Κλειδί Άρτας συγκρότησε το πρώτο ένοπλο τμήμα του ΕΔΕΣ και εξελίχθηκε σε δεινό πολεμιστή και «αναπληρωτή» του Ζέρβα κατά την απουσία του στη Στερεά. Η προσχώρηση των χωρικών του Κλειδίου στον ΕΔΕΣ υπήρξε μαζική και η επιρροή του σημαντική. Ήταν όμως βιαιότατος στην αντιμετώπιση του εχθρού, είτε στη μορφή του Ιταλού στρατιώτη, είτε στη μορφή του ελασίτη αντάρτη.

Ο Κ. Βόιδαρος από το χωριό Ζυγός (Λιβιτσικό) διατηρούσε Χάνι στην περιοχή και ταυτόχρονα ήταν καρβουνέμπορος, δραστηριότητα που του εξασφάλιζε εκτεταμένο δίκτυο γνωριμιών. Αρχικά οργάνωσε ένοπλο τμήμα βασιζόμενος στους οκγνιούς του και στους συγχωριανούς του. Το ΕΑΜ επεδίωξε να τον προσεταιρισθεί. Ο Βόιδαρος έλαβε μέρος στις συσκέψεις των τοπικών εαμικών παραγόντων, όταν όμως διαπίστωσε ότι η δομή και η φιλοσοφία του ελασίτικου αντάρτικου περιόριζαν την αυτονομία του προσχώρησε στον ΕΔΕΣ. Καθώς η επιρροή του ήταν σημαντική, το ΕΑΜ στερήθηκε το δίκτυό του. Οι επιπτώσεις από την αποσκίρτηση του Βόιδαρου ήταν καθοριστικές τόσο στο επίπεδο της αριθμητικής στελέχωσης, όσο και σε αυτό της πολιτικής επιρροής. Ο οπλαρχηγός πρωτοστάτησε στην εμφύλια διαμάχη συμμετέχοντας ενεργά στον αφοπλισμό και τη διάλυση του τοπικού ελασίτικου Συντάγματος 3/40, τον Οκτώβριο του 1943. Τον Απρίλιο του 1944, το τμήμα του Βόιδαρου εισήλθε στην πεδινή περιοχή της Άρτας και άσκησε βία κατά των αριστερών. Κατά τη μάχη της Άρτας, τον Δεκέμβριο του 1944 πολέμησε με φανατισμό εναντίον των ελασιτών και είχε αρκετούς νεκρούς. Μετά τη Βάρκιζα ο Βόιδαρος έγινε γνωστός πανελληνίως για τη συμμετοχή του στην επιχείρηση καταδίωξης και περικύκλωσης του Άρη Βελουχιώτη τον Ιούνιο του 1945.

Η οργανωτική εξάπλωση του ΕΔΕΣ στο Ραδοβίζι συναντούσε εμπόδια από την επιρροή του ΕΑΜ. Γι’ αυτό υπήρξαν διαπραγματεύσεις μεταξύ ΕΑΜ Άρτας και Ζέρβα που οδήγησαν στην υπογραφή συμφωνίας στις 11 Οκτωβρίου 1942. Σύμφωνα με αυτή την ηγεσία του αντάρτικου της περιοχής αναλάμβανε ο Ζέρβας, ο οποίος υποχρεώθηκε να ενισχύσει οικονομικά το ΕΑΜ Άρτας. Παρά την απόπειρα συμβιβασμού η περιοχή βρέθηκε σε ένταση ανάμεσα στις δυο οργανώσεις τον Δεκέμβριο του 1942 με την εμφάνιση ισχυρού τμήματος τετρακοσίων ελασιτών ανταρτών υπό την ηγεσία του Άρη Βελουχιώτη. Ο Ζέρβας οχυρώθηκε στη Μονή Ροβέλιστας. Η σύρραξη τελικά αποφεύχθηκε. Πραγματοποιήθηκε συνάντηση των δύο ηγετών. Η απόπειρα ενοποίησης της αντάρτικης δράσης κατά τις διαπραγματεύσεις της Ροβέλιστας απέβη άκαρπη.

Οι εντυπώσεις των χωρικών του Ραδοβιζίου από τους αντάρτες του Άρη ήταν διφορούμενες. Οι ελασίτες αντάρτες εμφάνιζαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από την αντίστοιχη του ενόπλου χωρικού του ΕΔΕΣ. Ήταν ντυμένοι με ομοιομορφία, έδειχναν εμπειροπόλεμοι και αποφασισμένοι. Επίσης εντύπωση προκαλούσε στους χωρικούς η πειθαρχία των ανταρτών και ο δυναμικός τρόπος επιβολής της ηγεσίας. Ο Ζέρβας όμως γνώριζε τον τρόπο διαπραγμάτευσης με τους χωρικούς αλλά κυρίως με τους ανθρώπους που είχαν επιρροή στις τοπικές κοινωνίες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σημαντικότεροι τοπικοί παράγοντες εντάχθηκαν στον ΕΔΕΣ. Οι οπλαρχηγοί ενισχύονταν οικονομικά από τον Ζέρβα για να συντηρούν τα τμήματά τους. Παρά τη διείσδυση του Ζέρβα στην περιοχή από τον Οκτώβριο 1943 μέχρι τις 4 Ιανουαρίου 1944 στο Ραδοβίζι επικρατούσε ο ΕΛΑΣ. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από «προληπτικές» συλλήψεις στελεχών του ΕΔΕΣ. Πολλοί από αυτούς οδηγήθηκαν σε χώρο συγκέντρωσης αιχμαλώτων στην περιοχή της Θεσσαλίας. Η βιαιότητα της σύγκρουσης «επέτρεπε» τη διάπραξη ενεργειών «εξτρεμισμού» όπως η δολοφονία του ηγουμένου της Μονής Μελατών Γερ. Καλούτση. Οι κάτοικοι του Ραδοβιζίου αντιμετώπισαν με φόβο την είσοδο ελασίτικων τμημάτων στο χώρο. Το Φεβρουάριο του 1944 πραγματοποιήθηκε η αποχώρηση των ΕΟΕΑ από τον γεωγραφικό χώρο που υπήρξε η κοιτίδα τους. Το χωριό Μηλιανά ορίστηκε ως έδρα της VIII Μεραρχίας Ηπείρου.

Στις αρχές Ιουνίου 1944 ανασυγκροτείται το ελασίτικο αντάρτικο με τη δημιουργία των Ταγμάτων «Καραϊσκάκη» και «Σκουφά». Οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί της εαμικής απόπειρας στην περιοχή εστιάσθηκαν στη συνέχεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των οπλαρχηγών της Επανάστασης, με κύριο τοπικό αντιπρόσωπο τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ο οποίος κατά την τοπική εκδοχή γεννήθηκε στη Σκουληκαριά Ραδοβιζίου. Επιχειρήθηκε λοιπόν η ανασύσταση της ελληνικής ιστορίας και η ενθάρρυνση για ένταξη σ’ εκείνο το πολιτικό σχήμα που θεωρήθηκε πως συνεχίζει τις εθνικές παραδόσεις. Κατά συνέπεια ο Νικόλαος Σκουφάς, εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας και ο «λαϊκός» οπλαρχηγός Γ. Καραϊσκάκης εκφράζουν προσωπικότητες της εθνικής ιστορίας που εντάσσονται αρμονικά στο εαμικό σχήμα.

Οι προσπάθειες του ΕΑΜ να ηγεμονεύσει στο Ραδοβίζι περιελάμβαναν και κατασταλτικά μέτρα εναντίον των συμπαθούντων του ΕΔΕΣ και των τοπικών ηγεσιών. Οι οπλαρχηγοί του Ζέρβα, που είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, θεωρούσαν πως η κυριαρχία του ΕΑΜ είναι προσωρινή και περίμεναν την ευκαιρία επιστροφής. Η πόλωση αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του 1944 με εκατέρωθεν καταγγελίες για βιαιότητες. Πολλοί χωρικοί απ’ το Ραδοβίζι βρέθηκαν πρόσφυγες στις ελεγχόμενες από τον ΕΔΕΣ περιοχές του Ξηροβουνίου και της Λάκκας Σουλίου. Οι τοπικοί πληθυσμοί κατά τη διάρκεια της κατοχής είχαν αντιμετωπίσει με καχυποψία την Αριστερά. Ο αντικομμουνισμός στο Ραδοβίζι κορυφώθηκε στην περίοδο που ακολούθησε τον εμφύλιο πόλεμο. Η επίδραση των γεγονότων της κατοχής καθόρισε τον μετέπειτα πολιτικό προσανατολισμό των κατοίκων. Η κυριαρχία της Δεξιάς ήταν σημαντική για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το πέμπτο κεφάλαιο  αφιερώνεται στη συγκρότηση αντάρτικου στα Τζουμέρκα, τα οποία συνιστούν ένα ορεινό συγκρότημα που αποτελεί μέρος της Νότιας Πίνδου και βρίσκεται ανάμεσα από τους ποταμούς Άραχθο και Αχελώο. Ο χώρος των Τζουμέρκων ήταν κατεξοχήν κτηνοτροφικός και η μορφή κτηνοτροφίας που επικρατούσε ήταν η ημιμόνιμη νομαδικού τύπου. Οι νομάδες τους χειμερινούς μήνες κατέβαιναν με τα κοπάδια τους στις πεδιάδες της Άρτας, της Πρέβεζας, της Βόνιτσας, της Αιτ/νίας, με εξαίρεση τους Καλαρρυτινούς που ξεχειμώνιαζαν στο Θεσσαλικό κάμπο. Στους κατοίκους των Τζουμέρκων, οι υπόλοιποι ηπειρώτες προσέδιδαν θετικά πρόσημα και τους αναγνώριζαν ένα «ανοικτό πνεύμα», γεγονός που οφειλόταν στην ενασχόληση μεγάλου πληθυσμού της περιοχής με την οικοδομική. Οι κτίστες της Πέτρας έρχονταν σε επαφή με τον αστικό χώρο (σελ 173). Κατά τους τελευταίους μήνες της Οθωμανικής κατάκτησης η περιοχή των Τζουμέρκων γνώρισε αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη. Τα βλαχόφωνα κεφαλοχώρια Συρράκο και Καλαρρύτες ανέπτυξαν εμπορικές δραστηριότητες με δίκτυα σ’ ολόκληρο το χώρο της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, ενώ οι μετακινήσεις των κτιστών συνέβαλλαν στην ενίσχυση του εισοδήματος των τοπικών πληθυσμών.

Η περιοχή των Τζουμέρκων ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος το 1881, με την εξαίρεση του Συρράκου και των χωριών γύρω από το όρος Περιστέρι, που παρέμειναν υπό Οθωμανική κατοχή μέχρι το 1913. Παρά την ενσωμάτωση ο καθημερινός βίος των κατοίκων δεν βελτιώθηκε, ενώ η καταπόνησή τους από τη συμμετοχή τους στις αλυτρωτικές εξεγέρσεις των προηγούμενων ετών ήταν μεγάλη. Τα χωριά προέβησαν στην εξαγορά της γης από τον Κ. Καραπάνο ύστερα από διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις. Στα χρόνια της Οθωμανικής κατάκτησης λειτούργησαν εκτεταμένα κλεφταρματολικά δίκτυα. Κατά τον πρώτο χρόνο της επανάστασης του 1821 οι αρματολοί των Τζουμέρκων Μήτρος και Γιαννάκης Κουτελίδας, Γ. Τσαρακλής και άλλοι σε συνεργασία με αυτούς του Ραδοβιζίου υπό την ηγεσία του Γώγου Μπακόλα κινητοποιήθηκαν και έλαβαν μέρος σε συγκρούσεις με τους Οθωμανούς. Η επίθεση του Οθωμανικού στρατού προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στην περιοχή. Οι λεηλασίες των Τούρκων και των Αλβανών έμειναν γνωστές στους τοπικούς πληθυσμούς ως «μεγάλος χαλασμός των Τζουμέρκων».

Στην περίοδο του Μεσοπολέμου δάσκαλοι από τα χωριά  των Τζουμέρκων άρχισαν να διαδίδουν μαρξιστικές θεωρίες στους κτηνοτρόφους και τους αγρότες της περιοχής. Παρά τη μικρή εκλογική παρουσία του Κ.Κ.Ε. εμφανίστηκαν οι πρώτοι αριστεροί. Κάποιοι από αυτούς συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά και οδηγήθηκαν στην εξορία. Η οργάνωση αντιστασιακών ομάδων στα Τζουμέρκα άρχισε στα τέλη του 1942. Από την πλευρά της Αριστεράς προείχε η συγκρότηση τοπικών επιτροπών, η «λαϊκή διαφώτιση» και η αποφυγή προκλήσεων έναντι των κατοχικών στρατευμάτων.  Η εμφάνιση του Ζέρβα στο Ραδοβίζι κινητοποίησε τους εαμικούς. Τον Δεκέμβριο του 1942 ο υπομοίραρχος χωροφυλακής Φάνης Τσάκας (Τζαβέλλας) από την κοινότητα Τετρακώμου συγκρότησε ένοπλο σώμα από συγχωριανούς του το οποίο έκανε εντυπωσιακές εισόδους στα χωριά, καταργούσε τις τοπικές αρχές, διόριζε εαμικές επιτροπές, αφόπλιζε χωροφύλακες.

Το Φεβρουάριο του 1943 άρχισε η διείσδυση του ΕΔΕΣ στην περιοχή. Το πιο οργανωμένο τμήμα του εδεσίτικου αντάρτικου, το 3/40 Σύνταγμα συγκροτήθηκε από χωρικούς των Τζουμέρκων με διοικητή τον αξιωματικό του στρατού Γ. Αγόρο από τα Άγναντα, ο οποίος είχε την εξουσιοδότηση από τον Ζέρβα αλλά και την ευθύνη «πολιτικής» οργάνωσης της περιοχής. Στα τέλη του Ιανουαρίου 1943 είχε οργανώσει τμήμα 470 ανδρών με έδρα το Βουργαρέλι. Σημαντικό παράγοντα στην επέκταση του αντάρτικου αποτέλεσε η συστράτευση πολλών χωροφυλάκων με τον Ζέρβα και η οικονομική συνδρομή των Βρετανών. Το χωριό Θεοδώριανα ορίσθηκε ως έδρα της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής.

Και στην περίπτωση των Τζουμέρκων καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ένταξη έπαιξαν τα συγγενικά δίκτυα . Στο Αθαμάνιο τα ¾ των κατοίκων οργανώθηκαν στον ΕΔΕΣ λόγω τριών τοπικών παραγόντων, που άσκησαν επιρροή στους συγγενείς τους. Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ των τοπικών ομάδων των Τζουμέρκων και των άλλων περιοχών. Οι τοπικοί οπλαρχηγοί ήταν προπολεμικά «νοικοκυραίοι» αλλά και οι χωρικοί δεν υπήρξαν ληστές, ούτε συμμετείχαν σε κυκλώματα ληστείας γι’ αυτό ήταν σε θέση να αναλάβουν ρόλους στο πλαίσιο των κοινωνικών ηγετικών ομάδων. Στους κατοίκους είχε εμπεδωθεί η αντίληψη ότι ανήκουν στο εθνικό κράτος και η συμμόρφωση τους με τις αρχές της κεντρικής διοίκησης είναι αυτονόητη. Οι οργανώσεις, ΕΑΜ και ΕΟΕΑ απέβλεπαν στην κοινωνική κατηγορία των νομάδων κτηνοτρόφων, η οποία ενίσχυε τα αντάρτικα σώματα και των δυο κατά τη δεκαετία 1940-50.

Στις 29 Μαρτίου 1943 συνήλθε στο Τραπεζάκι της Κοινότητας Πιστιανών σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ απ’ όλη την Ήπειρο όπου αποφασίστηκε η δημιουργία του Αρχηγείου Τζουμέρκων του ΕΛΑΣ με στρατιωτικό διοικητή τον αξιωματικό Γεράσιμο Μαλτέζο (Τζουμερκιώτη). Οι σχέσεις όμως των οργανώσεων εαμικών και εδεσιτών ήταν αμφίσημες και στο επίπεδο των αρχηγών επικρατούσε αμοιβαία καχυποψία γιατί ο αφοπλισμός της ομάδας Σαράφη- Κωστόπουλου από εδεσίτες (Μάρτιος 1943) είχε δημιουργήσει ένταση στην περιοχή των Τζουμέρκων. Η πλέον σημαντική απόπειρα συμβιβασμού υπήρξε η υπογραφή πρωτοκόλλου τον Ιούλιο του 1943 για την ίδρυση κοινού Στρατηγείου Ηπείρου ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ με έδρα τα Άγναντα, όπου αποφασίστηκε η κοινή περιοδεία Άρη- Ζέρβα στα χωριά των Δυτικών Τζουμέρκων. Οι δύο ηγέτες μιλούσαν στα συγκεντρωμένα πλήθη για το νόημα της αντίστασης κατά του κατακτητή (Ιταλών- Γερμανών). Η έδρα της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ είχε μεταφερθεί στα Άγναντα, ενώ το Βουργαρέλι λειτουργούσε ως άτυπη πρωτεύουσα της υπό τον έλεγχο του ΕΔΕΣ ορεινής περιοχής.

Τελικά οι δυο οργανώσεις δεν απέφυγαν την εμφύλια σύγκρουση τον Οκτώβριο του 1943, καθώς ο πληθυσμός των Τζουμέρκων προσπαθούσε να επιβιώσει υπό δυσμενέστατες συνθήκες ύστερα από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των στρατευμάτων κατοχής. Κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1943 τα χωριά Πράμαντα, Άγναντα, Καταρράκτης και Βουργαρέλι υπέστησαν μεγάλες καταστροφές από τον γερμανικό στρατό: πυρπολήσεις οικιών, βομβαρδισμοί, αρπαγές ζώων, εκτελέσεις χωρικών, ενώ οι αντάρτες δεν μπορούσαν να υπερασπισθούν την περιοχή. Πολλοί τοπικοί παράγοντες θεώρησαν πως έπρεπε να διαλύσουν τα τμήματά τους, οι περισσότεροι αντάρτες εγκατέλειπαν τις θέσεις τους για να ενισχύσουν τις οικογένειές τους.

Οι επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ διεξήχθησαν από τμήματα άλλων περιοχών. Αξιόμαχες δυνάμεις από Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα και Μακεδονία αναπλήρωναν την αδυναμία του τοπικού ΕΛΑΣ και δημιουργούσαν δυσαρέσκεια στους πληθυσμούς των Τζουμέρκων. Τα επεισόδια ήταν πολλά:

ανακρίσεις χωρικών, συλλήψεις παραγόντων του ΕΔΕΣ, πολλοί από αυτούς προωθήθηκαν στο Μυρόφυλλο Τρικάλων ως αντίποινα για τις φυλακίσεις εαμικών στο Βουργαρέλι από εδεσίτες. Η ουσιαστική αποσύνθεση του ΕΔΕΣ μετά τη μάχη της Νεράιδας στις 31 Οκτωβρίου 1943, δημιούργησε την εντύπωση πλήρους κυριαρχίας του ΕΛΑΣ. Η αντεπίθεση των ΕΟΕΑ στις 4 Ιανουαρίου 1944 και η υποχώρηση του ΕΛΑΣ δημιούργησαν νέα δεδομένα. Πολλοί χωρικοί, μέλη του ΕΑΜ έφευγαν με τις οικογένειές τους προς τη Θεσσαλία φοβούμενοι τα αντίποινα των Ζερβικών. Οι μάχες που διεξήχθησαν στο Τετράκωμο ήταν αιματηρές και ο φανατισμός των δυο πλευρών έντονος. Ο ΕΛΑΣ εντέλει κυριάρχησε και η συμφωνία της Πλάκας, δίπλα στο ιστορικό γεφύρι στις 29 Φεβρουαρίου 1944 οδηγούσε στην ενσωμάτωση των Τζουμέρκων στην εαμική ελεύθερη Ελλάδα. Ο Ζέρβας με αναφορές του προς το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής ζητούσε οικονομική συνδρομή για την περίθαλψη «πολλών χιλιάδων» χωρικών, οι οποίοι αποχωρούσαν από την περιοχή των Τζουμέρκων για να αποφύγουν «τους ερυθρούς». Η ενίσχυση του Σ.Μ.Α. έδωσε τη δυνατότητα παροχής 9.100 χρυσών λιρών σε επιτροπές 32 κοινοτήτων κατά το διάστημα Φεβρουαρίου- Ιουνίου 1944. Το τμήμα του Αγόρου αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στην περιοχή της Λάκκας Σουλίου και να υπαχθεί στο Γενικό Αρχηγείο. Στη μονάδα του Αγόρου εντάχθηκε και ο Ιερός Λόχος, ο οποίος συγκροτήθηκε από φοιτητές με εαμικών οργανώσεων της Αθήνας ως απάντηση στην οργανωτική συγκρότηση της αριστερής ΕΠΟΝ (Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων).

Η παγίωση των ορίων στον Άρχθο και η σύναψη ανακωχής μεταξύ ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ δεν απέκλειαν τις τοπικές αψιμαχίες στο χώρο του Λάκμωνα (όρος Περιστέρι). Η παρουσία του εδεσίτικου σχηματισμού της Κράψης Ιωαννίνων στα όρια της εαμικής περιφέρειας προκαλούσε διαρκώς οχλήσεις. Το καλοκαίρι του 1944 το τμήμα της Κράψης επιτέθηκε εναντίον του ΕΛΑΣ στους Καλαρρύτες, άρπαξε 6000 αιγοπρόβατα και τα μετέφερε στην Κράψη. Η προσωπική παρέμβαση του Ζέρβα είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή των ζώων στους ιδιοκτήτες τους. Η κοινή αντίληψη των εαμιτών για τους Κραψίτες διαφαίνεται από τον χαρακτηρισμό τους «ως κατσαπλιάδες» λόγω της ληστρικής τους συμπεριφοράς και της λεηλατικής πρακτικής τους. Η πολιτική κυριαρχία του ΕΑΜ στα Τζουμέρκα έθεσε σε λειτουργία τους θεσμούς της αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης, ενώ στις εκλογές για την αποστολή αντιπροσώπων στο Εθνικό Συμβούλιο της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ψήφισαν για πρώτη φορά οι γυναίκες.

Μέχρι τη συμφωνία της Βάρκιζας η κυριαρχία του ΕΑΜ ήταν αναμφισβήτητη στα Τζουμέρκα. Με την ήττα του ΕΛΑΣ στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944 η κατάσταση άλλαξε και από το 1945 άρχισαν να εμφανίζονται φαινόμενα αντεκδίκησης από εδεσίτες, ενώ η αδυναμία των χωρικών να ενστερνισθούν «την λαοκρατία» της Αριστεράς, οι ισχυρές αντιστάσεις των τοπικών ηγετικών παραγόντων και η πόλωση της εμφύλιας διαμάχης συνέτειναν στην κυριαρχία της δεξιάς παράταξης στα Τζουμέρκα επί μακρόν.

Μελετώντας το βιβλίο του Βαγγέλη Τζούκα κρίνουμε πως τρία είναι τα στοιχεία εκείνα τα οποία συνηγορούν ώστε να θεωρηθεί σπουδαίο. Αρχικά η προσπάθεια και η πρόθεση του συγγραφέα, ιστορικού ερευνητή και κοινωνικού επιστήμονα να μελετήσει με υπευθυνότητα, αμεροληψία και επιστημονική ματιά τα γεγονότα μιας φορτισμένης πολιτικά και ιδεολογικά εποχής, τα οποία αντιμετωπίζονταν κυρίως με τον τρέχοντα λόγο της πολιτικής ρητορείας και της ιδεολογικά μονομερούς και συγκινησιακά φορτισμένης ερμηνευτικής προσέγγισης. Ο Τζούκας σπάει το φαινόμενο της σιωπής που κάλυπτε την περίοδο (1942-1949) της σύγχρονης ιστορίας της Ηπείρου παρά τα έντονα ίχνη της στην συλλογική μνήμη. Πράττει αυτό όχι βέβαια για να αναμοχλεύσει πάθη αλλά για να συνεισφέρει στο διάλογο των επιστημόνων για την αντικειμενική ιστόρηση της ταραγμένης δεκαετίας 1940-1950 στην οποία συντελέστηκε μια άνευ προηγουμένου ανθρωποθυσία στη χώρα μας χωρίς προοπτική. Ειδικότερα ο εμφύλιος σπαραγμός (1946-49) διαχώρισε τους Έλληνες σε δυο κατηγορίες, τους «εθνικόφρονες» και τους υπό επιτήρηση «αντεθνικώς σκεπτόμενους», ενώ ο όρος «εθνικοφροσύνη» κυριάρχησε ως τη μεταπολίτευση του 1974 καθορίζοντας τα όρια νομιμότητας και «παρανομίας». Σύμφωνα με τον Κ. Τσουκαλά «ο εμφύλιος πόλεμος δημιούργησε πρωτοφανή σχίσματα ανάμεσα στους νικητές και τους ηττημένους, εξαφάνισε κάθε ανεκτικότητα και οδήγησε σε εκτεταμένη καταπίεση. Όπως όλες οι εμφύλιες συγκρούσεις, θεσμοποίησε την ιδεολογική και πολιτική πόλωση, που οριοθέτησε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής».

Ο Τζούκας στη γραφή του υιοθετεί την Θουκυδίδεια μέθοδο «των δισσών» λόγων. Ερευνώντας ένα πλούσιο αρχειακό υλικό (σελ 19) παραθέτει

απόψεις και των δύο πλευρών, εαμικής και εδεσίτικης, για να φωτίσει τα ιστορούμενα, αποφεύγοντας να «εκβιάσει» συμπεράσματα ή να συσκοτίσει αμφιλεγόμενα συμβάντα. Γνωρίζει πως το ευαίσθητο ζήτημα της εμφύλιας διαμάχης απαιτεί περίσκεψη, βαθιά έρευνα, κριτική αξιολόγηση και προ πάντων νηφάλια στάση. Στόχος του είναι να αναδείξει «τι πραγματικά συνέβη» δηλαδή  πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της κατοχής, της Αντίστασης και τους εμφυλίου κι όχι όπως «θα έπρεπε» να ήταν. Επιδίωξή του δεν είναι να καταλογίσει ευθύνες εκ του ασφαλούς αλλά να συμβάλει με το έργο του στην ιστορική γνώση και στην εθνική αυτογνωσία στη συνέχεια. Κρίνεται αποτελεσματική η αξιοποίηση των ιστορικών πηγών των απομνημονευμάτων των πρωταγωνιστών και των προσωπικών μαρτυριών των ερωτηθέντων και επιτυχής ο μετασχηματισμός τους σε ιστορική γνώση από τον συγγραφέα.

Η τρίτη αρετή του βιβλίου είναι η πυκνότητα του λόγου και η μεστή παρουσίαση των συμβάντων. Ο Τζούκας κατορθώνει μέσα σε 180 σελίδες -72 σελίδες καλύπτει η βιβλιογραφία-  να περιγράψει ένα πλήθος γεγονότων της περιόδου 1942-45 που εκτυλίχθηκαν στα Τζουμέρκα, στο Ραδοβίζι, το Ξηροβούνι και τη Λάκκα Σουλίου. Ο αναγνώστης λοιπόν δεν χάνεται σε έναν όγκο σελίδων, δεν καταλαμβάνεται από αμηχανία ενώπιον ενός πολυσέλιδου βιβλίου, αντιθέτως μετατρέπεται σε συνερευνητή του συγγραφέα, ο οποίος μεθοδικά και προσεκτικά αφηγείται, περιγράφει, αναζητεί αίτια, εμβαθύνει σε αποτελέσματα μικρής ή μεγάλης διάρκειας για τη μια ή την άλλη παράταξη, για τις τοπικές κοινωνίες για την όλη πολιτική κατάσταση της Ηπείρου, της Ελλάδας γενικότερα.

Περαίνοντας την ενασχόλησή μας με τη συγγραφή του Βαγγέλη Τζούκα εκφράζουμε τα συγχαρητήρια μας στον συντοπίτη συγγραφέα και κοινωνικό ερευνητή ευχόμενοι καλό ταξίδι στο βιβλίο του. Επιπλέον τον παροτρύνουμε να ερευνήσει και άλλες πτυχές της ιστορούμενης περιόδου, όπως την εμπλοκή του ξένου παράγοντα, Βρετανών, Σοβιετικών, Αμερικανών στα ελληνικά πράγματα, την οργάνωση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Ήπειρο, ώστε να δοθεί ολοκληρωμένη εικόνα για τη δράση των κυρίαρχων αντιστασιακών σχηματισμών που έδρασαν και επηρέασαν καθοριστικά την πορεία της χώρας μας.

Ο Βαγγέλης Τζούκας γεννήθηκε στην Άρτα το 1974 με καταγωγή από Ραφταναίους Ιωαννίνων και Αμμότοπο Άρτας. Είναι πτυχιούχος και διδάκτορας του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Το 2003 υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο: Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο- Τοπικότητα και πολιτική ένταξη. Έχει διδάξει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες για την περίοδο 1940-50.

Ν. Β. Καρατζένης

Φιλόλογος

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)