Ο έλεγχος της κοινής γνώμης ήταν η μόνιμη άσκηση επί χάρτου των διαμορφωτών της κυρίαρχης ιδεολογίας που διαιωνίζει σε κάθε κοινωνία τα κατεστημένα συμφέροντα. Κυριαρχία σε ένα κοινωνικό σύνολο νοείτε μόνον μέσα από το διαρκές φιλτράρισμα των τάσεων του κοινωνικού σώματος και την προσαρμογή τους στα ειδικά ελιτίστικα συμφέροντα, μέσα βέβαια από χρήσιμα μέσα που επηρεάζουν σε βαθμό γενίκευσης την κοινή γνώμη και δη την πάντα ελκυστική για την κοινοβουλευτική δημοκρατία πλειοψηφία.

Ως εδώ είναι λογικά τα βήματα κάθε δοκιμασμένης λογικής των Think Tank τέτοιων μηχανισμών τηλεκατευθυνόμενης κοινής γνώμης, μιας και φανερά εκπροσωπεί απρόσωπους μεν, εντελώς προσωπικούς δε, ολιγαρχικούς αυτοσκοπούς και βλέψεις, οπότε τι ποιό αναμενόμενο από τη μετατροπή του ψεύδους σε κινητήρια δύναμη κριτικής, με τον αμοραλισμό ενδεδυμένο ηθική υπεροχή, στα πλαίσια πάντα των αναγκαιοτήτων ή αν θέλετε των δόσεων του φαρμάκου που κάθε κοινωνικό μόρφωμα χρειάζεται.

Στην περίπτωση της Ελλαδικής κοινωνίας κι αυτές ακόμα οι υπερπόντιες σχολές κοινωνικού ελέγχου και ερευνών είμαι σίγουρος πως όσο κι αν ψάξουν στις βίβλους των περί διαμόρφωσης και ελέγχου της κοινής γνώμης, δε θα βρουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν την συνεχιζόμενη λαϊκή ανοχή πρακτικών κοινωνικής διάλυσης.

Δεν νομίζω πως ακόμα κι ο πιο νεοφιλελεύθερος θιασώτης της δυτικής μεταμοντέρνας ανθρωποφάγας κουλτούρας θα μπορούσε να σκεφτεί να κατηγορήσει τον Γρηγορόπουλο που άοπλος πέθανε από σφαίρα αστυνομικού ότι ήταν κωλόπαιδο. Τούτο το κάνουν έλληνες πολίτες που αντί να κρυφτούν στη σκέψη και μόνο αποδίδουν ευθύνη σε δεκαπεντάχρονο απέναντι σε όργανο της τάξης.

Ούτε νομίζω πως μπορεί κάποιος ερευνητής προηγμένων τεχνικών καθοδήγησης ποτέ να φανταστεί πως πλήθος ελλήνων του 2013 πιστεύει πως τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις της βίαιης δυτικοποίησής μας, μπορεί να τις διεκπεραιώσει ένα πολιτικό σύστημα καρικατούρα και υπουργοί καρτούν.

Ποιός άλλωστε λογικός άνθρωπος θα περίμενε στην σημερινή Ελλάδα να υπάρχει τέτοιο ποσοστό φανερού φασισταριού γιατί η οργή κι η αγανάκτηση θα μπορούσαν να διοχετευτούν κι αλλού όχι μόνο σε νεοναζιστές.

Ποιά κατάσταση ακραίας φτώχιας μπορεί τόσο εύκολα να χωνευτεί με λίγα σπαραχτικά ρεπορτάζ εργολαβικών καναλιών που επικαλύπτονται απ’ τη λάιφ στάιλ πλευρά της καθημερινότητας;

Πως μπορείς να πιστέψεις ότι σήμερα στη δίνη αυτή υπάρχει ακόμα κόσμος που προκρίνει κατάλληλο τον πρωθυπουργό που λέει πως έχουμε τόσους μετανάστες όσους κι ανέργους λες και φταίν οι μετανάστες για τους άλλους κι όχι η πολιτική που ακολουθεί ως τελευταίος υπάλληλος υπεράκτιων συμφερόντων;

Ποιός opinion leader δε θα παραδώσει πτυχία αν του πεις πως υπάρχουν πολίτες σήμερα που κατηγορούν το παιδί που ήταν τζαμπατζής στο τρόλεϊ για τον θάνατό του κι όχι το ανάλγητο σύστημα που δημιούργησε τις συνθήκες για τέτοια ανημποριά;

Mια τέτοια λίστα είναι πραγματικά ατέλειωτη οπότε κλείνοντας το άπειρο, πως μπορείς λογικά να συζητήσεις με άνθρωπο που εμπιστεύεται αυτούς που τον οδήγησαν στον όλεθρο όχι όμως την αντιπολίτευση που ας μην φέρνει καμιά ευθύνη δεν μπορεί να φέρει λύση απλά γιατί έτσι.

Τα δεδομένα θα τρόμαζαν αληθινά ένα δοκιμασμένο επιστήμονα της δύσης και θα τον έκαναν να αμφισβητήσει τα πτυχία του αλλά θα τον καθησύχαζα γιατί πιστεύω πως έχω ψηλαφήσει τις απόκρυφες παρυφές της νεοελληνικής κοινής λογικής και οι εξηγήσεις μου θα γλυκάνουν κάθε κίνδυνο εγκεφαλικού παραληρήματος. Η αφήγησή μου θα εξηγήσει τα αίτια και της αφορμές του ελληνικού παραδόξου.

Στη διαδικασία λοιπόν προσαρμογής στα πρότυπα του καταναλωτισμού ο έλληνας μπήκε φουριόζος ερχόμενος από κακοτράχαλα βουνά και κουβαλώντας ως μοναδική του παρακαταθήκη την ανωτερότητά του απ’ τον γείτονά του. Γαλουχημένος σε λογικές της ήσσονος προσπάθειας κι απόντος ενός κράτους δικαίου έψαχνε εναγωνίως με δουλοπρεπή τρόπο να αναρριχηθεί μέσα από γλείψιμο κι ατέρμονη κολακεία των προχούντων, που ελλείψει αγάδων ήταν πια οι πολιτευτές.

Στην προσπάθεια αυτή το στείρο κι αδύναμο μυαλό του φορούσε όποια πολιτική ιδεολογία τον συνέφερε και γινόταν πηγαίος φανατικός οπαδός ως την ικανοποίηση βέβαια του άκρατου ωφελιμισμού του.

Ποτέ φυσικά στον τοσοδούλικό του εγκέφαλο δεν χώρεσε η μακροπρόθεσμη οπτική παρά μόνο το τώρα, άλλωστε έτσι είχε μάθει έτσι ήξερε από παιδί.

Στα μεγάλα τώρα πράγματα και στον εξευρωπαϊσμό του, είχε ως τροφείς του πολιτικούς της ντροπιαστικής ηθικής και του πρόστυχου πατριωτισμού της κατοχής και μ’ αυτούς πρωτεργάτες αντικατέστησε στο (εν πάση περιπτώσει μυαλό του) τον βασιλιά με τον αόριστο ηγέτη.

Έτσι του έλεγαν έτσι έκανε αλλά μόνο όσο πέρναγε το δικό του αλλιώς άλλαζε στρατόπεδο. Ποτέ δεν ήταν εύκολο θύμα φύλαγε πάντα τα στερνά του. Με τα χρόνια πια της εισδοχής στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια βρήκε τη μανιέρα του στον σοσιαλισμό της πλέον ανήκεστης εθνικής βλάβης και πήρε κατά το δοκούν μέρος στο φαγοπότι, πάντα βέβαια μέσα στην ατολμία του, πάντα βολεμένος με ψίχουλα αλλά μόνιμα εκμεταλλευόμενος με το φαιδρό του ανάστημα καταστάσεις.

Στα χρόνια αυτά έμαθε καινούρια πράγματα όπως δικαιώματα κι αυξήσεις, επιδότηση και κρατική βοήθεια και πλήθος άλλα ευεργετήματα αλλά αυτός πάντα αλληθώριζε προς τον γείτονα και κοίταζε μη λάχει και τον προσπεράσει αυτός ο τενεκές που ήταν πάντα κατώτερός του απλά δεν το γνώριζε αλλά που θα πήγαινε μια μέρα;

Η αλήθεια είναι πως μέσα σ’ αυτές τις αλλαγές που ήταν ενίοτε καταπέλτης, το βλέμμα του πήγαινε μόνο μέχρι τον διπλανό του και δεν προσπαθούσε να κατανοήσει σε βάθος τις καινούριες συνθήκες κι ούτε έβλεπε τη μεγάλη εικόνα με τους ηγέτες να παραφουσκώνουν απ’ το ασύλληπτο χρήμα που σωρεύονταν. Όχι, αυτόν τον ενδιέφερε μόνο η οικογένειά του και το κοντινό μέλλον μιας και μακριά δε έβλεπε έτσι κι αλλιώς γιατί να σκοτιστεί επομένως με ανώφελες βλακείες, αφού ως τώρα είναι καλά θα βρει τρόπο να ραφώσει πάλι κάπου, είτε για να βολέψει τα παιδιά του, είτε για να παρανομήσει όπως το έκαναν όλοι, ακόμη κι ο μισητός του γείτονας.

Με το μάτι του όμως παγιδευμένο έχασε τον πλουτισμό όχι μόνο των επιφανών αλλά και των παραδίπλα με τις πληρωμένες σπουδές στο εξωτερικό και την κομματική ταυτότητα εγγύηση απολαβής μιας επιστημονικής φενάκης. Γνώρισε τότε στο μεγαλείο της την ενημέρωση από εντεταλμένους εργολάβων και ολιγαρχών που διαμόρφωσαν καινούρια γλώσσα, καινούριους όρους, καινούρια ήθη απευθείας απ’ τη δύση.

Είδε τα παιδιά του να ξοδεύουν τα εσώψυχά τους στο λάιφ στάιλ και να γίνονται οκνηροί οπαδοί μιας ξένης κουλτούρας αλλά δεν τρόμαξε μιας κι ο τρόπος του τον βοήθησε να έχει περιουσία να ζήσουν και τα παιδιά αρκεί να μην τα πέρναγε το παιδί του γείτονα. Μιας κι η κατάσταση βόλευε δεν χρειάζονταν να αλλάξει τίποτε εφόσον ουδέποτε κατάλαβε τι πάει να πει ιδεολογία γιατί να αφήσει τώρα τα παιδιά του να σκεφτούν αλλιώς οπότε αργά και σταθερά τα προετοίμαζε για τον στίβο της ζωής όπως την ήξερε με τα ίδια εργαλεία και τους ίδιους προβληματισμούς.

Έγινε εφάμιλλος των ευρωπαίων αλλά στάθηκε πιο έξυπνος μιας και με τον τρόπο του νόμιζε πως κατάλαβε καλύτερα τον δυτικό πολιτισμό. Άβουλος και κενός πνευματικά απέκτησε αναγνωρισιμότητα στον δικό του μικρόκοσμο κι αφού αναλώθηκε όλα τα χρόνια να διαφεντεύει μιαν άρρωστη ιδέα περί κοινωνικότητας, άρχισε να διαμορφώνει δικές του κοινωνικές θεωρίες και δικές του απόψεις ως επί το πλείστον αλάνθαστες λόγο του βιωματικού του ισχυρού υποβάθρου (ένας βίος όμως συμφέροντος και βολέματος δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος).

Ο γείτονας δίπλα του ευημερούσε κι αυτός κι αυτό τον σκότωνε οπότε στην κομματική αντιπαράθεση ήταν πρώτος γιατί μόνο έτσι έπαιρνε αξία, πως αλλιώς να καθορίσει τον εαυτό του αν όχι με τον γείτονά του που έχουν διαφορές από γενιές τώρα;

Αργότερα στα χρόνια του γενικού ξεχειλώματος κατάφερε να κρατήσει ισορροπίες λόγω πάλι του θλιβερού του αναστήματος και της ανύπαρκτης τόλμης του. Έκανε λίγα όμως ήταν ευτυχής γι’ αυτά εφόσον πρόσθεσε στη φαρέτρα του κάποια ποσά ακόμη. Πρόλαβε και πλουσιοπάροχο εφάπαξ και καλή σύνταξη στο τσάκ.

Τα παιδιά του τα βόλεψε πριν χρόνια στο δημόσιο και τώρα αν και δυσκολεύονται μπορεί να τα βοηθήσει. Οι μέντορές του τα τηλεοπτικά παράθυρα τον έκαναν πλέον ισότιμο καφενειακό συνδαιτυμόνα που πάντα τα ξέρει όλα κι έχει δίκιο γιατί έτσι του είπε το μέγκα. Πιστεύει εκ βαθέων πως αυτοί που αυτός ψήφιζε θα σώσουν την χώρα μιας και μέσα του γνωρίζει πως μ’ αυτούς έφτασε εδώ που είναι τώρα γιατί να εμπιστευτεί άλλους που άλλωστε τον φοβίζουν μην χάσει κι ότι έχει;

Είναι πλέον τόσο τραγικά διεφθαρμένος που δεν έχει θέση στην ψυχή του πόνος ή ανάγκη αλλά μόνον το εγώ. Συνεχίζει να νομίζει πως θα πάν καλύτερα τα πράγματα παρότι τα ίδια του τα παιδιά έχουν προβλήματα αλλά επειδή έχει τον τρόπο δεν ανησυχεί ακόμα. Στο ακόμα μένει για λίγο σκεφτικός αλλά ξαναπαίρνει φωτιά όταν στην τηλεόραση οι πληρωμένοι δημοσιογράφοι που γνωρίζει τόσα χρόνια κατηγορούν πάλι κάποιους υπαλλήλους που πληρώνονται χοντρά και πρέπει να απολυθούν.

Από μέσα του αγαναχτεί με την διαφθορά στο κράτος άσχετα αν κι ο ίδιος απ’ αυτή τη διαφθορά έφτιαξε τη δική του ζωή όμως τώρα είναι τα πράγματα αλλιώς…. Βλέπει γύρω του την κατάντια γνωστών ανθρώπων αλλά δεν συγκινείτε πια.

Το εγώ του τον έχει φάει ολόκληρο, δεν υπάρχει δείγμα δικό του πια παρά η επίφαση μιας ανθρώπινης μονάδας σε μια πλειάδα αριθμών. Φυσικά είναι κωλόπαιδο ο Γρηγορόπουλος, φταίχτης ο τζαμπατζής του τρόλεϊ, απρόσεχτη η μάνα με το μαγκάλι, ερωτικά απογοητευμένος όποιος αυτοκτονεί. Δεν μπορεί να αντιδράσει αλλιώς κι ότι λέει είναι ότι του είπε η τηλεόραση.

Το τελευταίο του αποκούμπι είναι ο γείτονας που ευτυχώς υπάρχει ακόμα κι όπως κοιτάζει με την ατάραχη νοσταλγία του κενού βλέμματος προς τα εκεί, για πρώτη φορά στη ζωή του εύχεται να είναι καλά ο γείτονας του, ο μοναδικός μπούσουλας της μίζερής του ζωής.

Κατάλαβες τώρα αγαπητέ opinion leader γιατί οι θεωρίες σου και τα μοντέλα σου πέφτουν έξω στην Ελλαδική κοινωνία; Γιατί είναι τόσο καλή στο να πιθηκίζει, που στο τέλος ξεχνάει ποιά είναι!

 

 

Γεωργιος Αλ. Ευαγγέλου

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)