Γράφει ο Νίκος Β. Καρατζένης

Με αναφορές σε αρχαίους Έλληνες συγγραφείς στη σύγχρονη εποχή, εκδόσεις «Παρατηρητής» Θες/νίκη, 2004

Οι τρόποι «ανάγνωσης» ενός βιβλίου σχηματικά είναι δύο: η φιλολογική προσέγγιση, με τα εφόδια του φιλόλογου και της κριτικής και η προσέγγιση έμμεσα βιωματική, του αναγνώστη που διάβασε και ξαναδιάβασε το έργο. Θα επιχειρήσω να συνδυάσω και τους δύο τρόπους. Ο Ορέστης Κουρέλης δομεί την «ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΟΧΛΩΝ» σε εικοσιπέντε κεφάλαια με τίτλους δηλωτικούς του περιεχομένου τους. Αναφέρουμε ενδεικτικά: ο ψυχισμός του πρωτόγονου ανθρώπου, ο όχλος αδυνατεί να σκεφτεί, ο δημαγωγός και η μάζα, επιθετικότητα της μάζας…. Ως φιλόλογος ο συγγραφέας με το στέρεο υπόβαθρο της κλασσικής του παιδείας έχει επινοήσει μιαν ευφυή τεχνική. Επιλέγει δηλαδή ως υπότιτλο σε κάθε κεφάλαιο ένα απόφθεγμα αρχαίου Έλληνα στοχαστή για να δώσει το νοηματικό κέντρο κάθε κεφαλαίου. Αυτή του η επινόηση δηλώνει την αρχαιομάθεια του συγγραφέα και την ευθυκρισία του να εντοπίζει την πιο καίρια και εύγλωττη ρήση από τον θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας για να καταδείξει τις διάφορες εκφάνσεις και εκδοχές της μαζοποιημένης συμπεριφοράς του ανθρώπου ανά τους αιώνες.

Η «ΨΥΧΟΛΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΟΧΛΩΝ» είναι σύγγραμμα επιστημονικού περιεχομένου με κυρίαρχο το ψυχολογικό υπόστρωμα και με σαφέστατες προεκτάσεις στην κοινωνιολογική σκέψη και στην πολιτική επιστήμη. Ο Κουρέλης δεν περιορίζει την έρευνα της μαζοποιημένης συμπεριφοράς μόνον στους αρχαίους Έλληνες στοχαστές αλλά εντρυφά και στο έργο των θεμελιωτών των επιστημών: «Ψυχολογία του ασυνειδήτου», «ψυχολογία των μαζών και των όχλων» Καρλ Γιουγκ (1875-1961), Γκουστάβ Λεμπόν (1841-1931), Σίγκμουντ Φρόυντ (1856-1939), οι οποίοι με τις ανατρεπτικές θεωρίες τους επηρέασαν τον οικουμενικό στοχασμό και καθόρισαν τα πλαίσια της επιστήμης της ψυχολογίας.

Θα ακολουθήσουμε τους βηματισμούς του συγγραφέα στην αναζήτηση και παρατήρηση της συμπεριφοράς της μάζας. Στα πρώτα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου μελετάται ο ψυχισμός του πρωτόγονου ανθρώπου. Ο Κουρέλης εστιάζοντας σε απόψεις του Πλάτωνα (428-347 π.Χ.), του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.) και βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας Εβραϊκής καταγωγής συγγραφέα Ελία Καννέτι (1905-1994), συνάγει ότι η κοινωνική ζωή του ανθρώπου έχει βιολογική προέλευση και η πράξη της ομαδικότητας είναι αυθόρμητη. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, η ανάγκη για αυτάρκεια και ο φόβος εξ’ αιτίας της μοναξιάς και του αγνώστου συνέβαλαν στη δημιουργία κοινωνιών μέσα στις οποίες ο άνθρωπος βρίσκει την ολοκλήρωσή του και πετυχαίνει τους στόχους του. Η κοινωνιολογική σκέψη του Πλάτωνα συμβάλλει στην κατανόηση της διαμόρφωσης των πρώτων πρωτόγονων μαζών. Οι πρωτόγονοι ήταν επιρρεπείς στην υποβολή γιατί τους χαρακτήριζαν: η αφέλεια, η έλλειψη πονηριάς, ο αυθορμητισμός και η ευπιστία ως απόρροια της άγνοιας και της αμάθειας. «Γι’ αυτούς λοιπόν τους λόγους ήταν αγαθοί και επιπλέον και γι’ αυτό που ονομάζεται συνήθως ευπιστία. Όσα δηλαδή άκουγαν ότι είναι καλά και κακά, επειδή ήταν αφελείς, χωρίς πονηριά, τα νόμιζαν αληθινά και τα πίστευαν…» Πλάτων «Νόμοι» 6796.

          Ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ιάμβλιχος (245-325μ.Χ) υποστηρίζει πως η θέσπιση του δικαίου στις οργανωμένες κοινωνίες προέκυψε από το φυσικό ένστικτο του ανθρώπου και τη δύναμη της λογικής. Οι νόμοι θεσπίστηκαν γιατί ο άνθρωπος γεννήθηκε αδύνατος να ζήσει μεμονωμένος. Οι κοινωνίες των ανθρώπων επέβαλαν τον αλληλοσεβασμό μεταξύ των μελών τους για να επιβιώσουν. «Γιατί, αν γεννήθηκαν οι άνθρωποι αδύνατοι να ζουν μεμονωμένα, αν από ανάγκη ήρθε ο ένας κοντά στον άλλον…, αν δεν είναι δυνατό να ζουν χωρίς νόμους… εξαιτίας αυτών των αναγκών βασιλεύουν στους ανθρώπους και ο νόμος και το δίκαιο γιατί από τη φύση τους έχουν εξασφαλισθεί αυτά κατά τρόπο ισχυρό». Ιάμβλιχος «Ανώνυμος», Προτρ. Ρ. 100.

Στον Όμηρο ο συγγραφέας εντοπίζει την τεχνική της μεταστροφής της κοινής γνώμης με προμελετημένους χειρισμούς της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Στην Ιλιάδα περιγράφεται η απογοήτευση και η αγανάκτηση των στρατιωτών των Αχαιών για το ανέφικτο της άλωσης της Τροίας παρά την εννιάχρονη πολιορκία της. Ο Αγαμέμνων επιθυμεί τη συνέχιση του πολέμου, αλλά πιστεύει πως δεν θα έχει θετική εξέλιξη η επιβολή της θέλησής του με τη βία γι’ αυτό καταστρώνει σχέδιο με τον Οδυσσέα και τον Νέστορα για να πετύχουν την αλλαγή της ψυχολογίας και της διάθεσης των στρατιωτών. Στη συνέλευση του στρατού ο Αγαμέμνων συμμεριζόμενος δήθεν την άποψη του στρατεύματος προτείνει τη λύση της πολιορκίας της Τροίας και επάνοδο στην Ελλάδα. Με τις καίριες ομιλίες τους ο Οδυσσέας και ο Νέστορας κατορθώνουν αυτό που είχαν σχεδιάσει, τη συνέχιση της πολιορκίας με τη συναίνεση των μαχητών. Με τα παρακάτω λόγια του Οδυσσέα ο Όμηρος διεισδύει στις ψυχές των ηγητόρων του στρατού:

«Εσένα δεν ταιριάζει να σε φοβίζω σαν κάποιον παρακατιανό

κάθισε λοιπόν και συ ο ίδιος και βάζε και τους άλλους να

καθίσουν. γιατί δεν ξέρεις ακόμα καθαρά τι σκέπτεται ο

γυιός του Ατρέα. Τώρα τους δοκιμάζει (τους στρατιώτες)

γρήγορα όμως θα τιμωρήσει τους γυιούς των Αχαιών» Ιλιάδας Β’ 190-193.

Με άλλη όμως γλώσσα ο Οδυσσέας μίλησε στους στρατιώτες υπενθυμίζοντάς τους ότι οφείλουν να είναι πάντοτε υπάκουοι υπήκοοι και υποταγμένοι στις διαταγές των ανωτέρων. Στους ίδιους στίχους άξιες παρατήρησης είναι οι πολιτειακές αντιλήψεις του Ομήρου, ο οποίος στο έργο του τάσσεται υπέρ της αριστοκρατίας και της μοναρχίας.

«Καημένε, κάτσε ήσυχος και άκουε αυτά που λεν οι άλλοι που είναι καλύτεροι από σένα. ούτε στον πόλεμο σε λογαριάζει κανείς ούτε στο συμβούλιο. Το βασιλιά δεν κάνουμε όλοι οι Αχαιοί εδώ πέρα. Η πολυαρχία δεν είναι καλό. Ένας να είναι ο κυβερνήτης, ένας ο βασιλιάς». Ιλιάδας Β’ 200-205.

Ο Σόλων ο Αθηναίος (639-559 π.Χ.) προβαίνει σε εύστοχες επισημάνσεις για την ψυχολογία των μαζών. Απευθυνόμενος στους Αθηναίους  στιγματίζει την ενδοτική στάση τους στα λόγια των δημαγωγών, όταν λειτουργούν ως μάζα, ενώ ως άτομα είναι δύσπιστοι, προσεκτικοί και υποψιασμένοι.

«Από δική σας δειλία και αφροσύνη σας χτυπούν οι φουρτούνες. οι θεοί δεν είναι φταίχτες. εσείς οι ίδιοι αρματώσατε τούτους εδώ.έτσι από αυτά στην τρανή πέσατε τώρα σκλαβιά. ίδια αλεπού πονηρή περπατάει ο καθένας σας χώρια, μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά. Οι γαλιφιές σας πλανεύουν και δίνετε πίστη στα λόγια, όμως καμιά προσοχή στα έργα δεν δίνετε σεις.» Σόλων, 11 4 «Ανθολόγιον αρχαίων Ελλήνων λυρικών».

Μια χαρακτηριστική περίπτωση ευπιστίας του όχλου αναλύει ο Ηρόδοτος (485- 421 ή 415 πΧ.). Ο Αρισταγόρας ο Μιλήσιος επιχειρεί να επηρεάσει τους Αθηναίους για να βοηθήσουν τις Ιωνικές πόλεις της Μ. Ασίας οι οποίες επαναστάτησαν εναντίον των Περσών (499-494 π.Χ.) για την αποτίναξη του Περσικού ζυγού. Ο λόγος του Αρισταγόρα βρήκε ανταπόκριση στους Αθηναίους, οι οποίοι στην εκκλησία του δήμου αποφάσισαν ως παρορμητικό πλήθος συνεπαρμένοι από το συναίσθημα. Αντίθετα ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης, ο οποίος λειτούργησε με τον ορθό λόγο απέρριψε το αίτημα του Αρισταγόρα με το επιχείρημα ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν το εγχείρημα που απαιτεί πορεία τριών μηνών από τη θάλασσα. Ο Ηρόδοτος σχολιάζει: «Και τι δεν τους υποσχόταν στη μεγάλη ανάγκη που βρισκόταν, ώσπου τους έπεισε. Διότι, φαίνεται, είναι ευκολότερο να παρασύρει κανείς τους πολλούς παρά τον ένα, αφού τον Κλεομένη, ένα και μόνο, δεν κατόρθωσε να τον παρασύρει, ενώ αυτό το κατόρθωσε σε τριάντα χιλιάδες Αθηναίους». Ηρόδοτος Ε 97.

Είναι κοινός τόπος πως, όταν τα άτομα μεταμορφωθούν σε μάζα, αισθάνονται τρομερή δύναμη εξαιτίας του μεγάλου αριθμού και του όγκου, ενώ συγχρόνως αποκτούν την ψευδαίσθηση της εξουσίας. Πιστεύουν πως μπορούν να διαπράξουν τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα χωρίς τον φόβο της τιμωρίας. Ο φιλόσοφος και πολεοδόμος Ιππόδαμος (498- 408 π.Χ.) ισχυρίζεται πως η αίσθηση της ατιμωρησίας οδηγεί στην κατάλυση του δικαίου και στην αναρχία.

«Γιατί ο κάθε άνθρωπος, άμα γεμίσει το μυαλό του από το αίσθημα της αναρχίας και άμα βγάλει από μέσα του τον φόβο που του γεννάει την υποψία της ποινής, γίνεται ανυπότακτος και παρανομεί και καταντάει ικανός για όλα τα κακά». Ιππόδαμος «Περί Πολιτείας» Στο «Ανθολόγιον» Στοβαίου ΜΓ 94.

Συχνά ένας δεινός ομιλητής με φράσεις εμπρηστικές είναι σε θέση να προκαλέσει βίαιες συγκινήσεις, να ενώσει ένα ανομοιογενές πλήθος, να το μεταβάλλει σε όχλο και να το στρέψει σε παράλογη δράση, ενώ ένας σταθμισμένος και συνετός λόγος να αγνοηθεί ή να καταστεί αναποτελεσματικός. Ο Ευριπίδης, ο από σκηνής φιλόσοφος (485- 406 π.Χ.) καταθέτει την μαρτυρία του.

«Μετά από αυτόν σηκώθηκε κάποιος άντρας θρασύτατος… που στήριζε τη δύναμή του στις φωνές και στην αυθάδεια από αμάθεια που σίγουρα κάποτε θα τους έβαζε σε μεγάλο κίνδυνο. γιατί όταν κάποιος ευχάριστος στα λόγια αλλά κακός στη γνώμη πείθει το πλήθος, για την πόλη είναι μεγάλο κακό. όσοι όμως δίνουν σωστές συμβουλές, κι αν δεν είναι αμέσως χρήσιμοι, αργότερα ωφελούν την πόλη». Ευριπίδης «Ορέστης» 902-910.

Ο Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης (460-398 π.Χ.) αναλύει μια περίπτωση στρατιωτικής «προπαγάνδας» αναφερόμενος στον Λακεδαιμόνιο στρατηγό Βρασίδα, ο οποίος διοχέτευσε στους στρατιώτες του πληροφορίες παραποιώντας την αλήθεια και εμφανίζοντας υποβαθμισμένη τη μαχητικότητα του αντιπάλου προκειμένου να συγκρατήσει τον στρατό του σε πειθαρχημένη τακτική υποχώρηση με αναπτερωμένο το ηθικό του.

«Έτσι απ’ όλα αυτά το βλέπετε καθαρά ότι όλος ο τρόμος, που προξενούν (οι αντίπαλοι) προ της μάχης, είναι μηδαμινός, μόνο που κάνει μεγάλη εντύπωση στην όψη και την ακοή… ακόμη θα γνωρίζετε οι τέτοιου είδους όχλοι περιορίζουν την ανδρεία τους μόνο σε επιδεικτικές απειλές από μακριά χωρίς να προχωρούν στην πράξη…». Θουκυδίδης Δ’ 126.

Ο Βρασίδας λοιπόν προκειμένου να φέρει σε πλεονεκτική θέση τους πανικόβλητους στρατιώτες του μείωσε τους αντιπάλους εφαρμόζοντας τους κανόνες της αντιπροπαγάνδας η οποία προτείνει: «Μεγάλωνε όσο μπορείς τα προσόντα σου, τις θετικές πλευρές σου, τις επιτυχίες σου. Μηδένιζε τις θετικές πλευρές, τα προσόντα, τις επιτυχίες του αντιπάλου σου. Μεγάλωνε τις αποτυχίες του, τα λάθη του, τα ελαττώματά του. Οι λεπτές διακρίσεις, ο σεβασμός των αποχρώσεων, το ακριβές ζύγισμα δεν αποδίδουν. Οι μεγάλες μάζες ξέρουν μόνο δύο βασικές διακρίσεις: καλό και κακό, άσπρο και μαύρο». Γεώργιος Γεωργαλάς, «Η προπαγάνδα» σελ. 268.

Η θέληση του λαού είναι δυνατόν πολλές φορές κάτω από ορισμένες συνθήκες, όπως οργή, αγανάκτηση, αδικία, να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά τη γνώμη των αρχόντων και να τους εξαναγκάσει να προβούν σε πράξεις αντίθετες μ’ εκείνες που επιτρέπει ο νόμος και υπαγορεύει η συνείδησή τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο κίνδυνος να εκτραπεί μια ελεύθερη δημοκρατία σε δημαγωγική οχλοκρατία είναι μεγάλος. Ο Αθηναίος ιστορικός και στρατηγός Ξενοφών (427-355 π. Χ.) παραθέτει παράδειγμα για να τεκμηριώσει την μεταμόρφωση των πολιτών σε ευμετάβλητο όχλο. Το περιστατικό συνέβη μετά την ήττα του αθηναϊκού στόλου από τους Σπαρτιάτες στις Αργινούσες (406 π. Χ.). Ο αθηναϊκός λαός θεώρησε υπεύθυνους τους στρατηγούς γιατί δεν περισυνέλεξαν τους στρατιώτες που έχασαν τη ζωή τους. Οι στρατηγοί εισήχθησαν σε δίκη και, ενώ ο νόμος όριζε ότι έπρεπε ο καθένας να απολογηθεί χωριστά, ο λαός απαιτούσε να δικασθούν όλοι μαζί. Πράξη παράνομη που ακύρωνε τους θεσμούς του δικαίου. Ήταν τόση όμως η δύναμη του πλήθους, ώστε ανάγκασε τους δικαστές να παρανομήσουν φοβούμενοι το μένος του.

«Επειδή μερικοί πρυτάνεις είπαν ότι δεν θα θέσουν σε ψηφοφορία την πρόταση του Καλλιξένου, γιατί ήταν παράνομη, ανέβηκε και πάλι στο βήμα ο Καλλίξενος και επανέλαβε την κατηγορία εναντίον των στρατηγών. Ο δε όχλος εκραύγαζε ν’ απαγγείλει κατηγορία εναντίον των αντιδρώντων. Οι πρυτάνεις φοβήθηκαν και συγκατατέθηκαν να θέσουν σε ψηφοφορία το ζήτημα όλοι, εκτός από τον Σωκράτη, ο οποίος είπε ότι δεν θα πράξει αυτό που απαιτεί ο όχλος παρά ό,τι ο νόμος ορίζει». Ξενοφών «Ελληνικά» Α, 7, 12-15.

Ο Πολύβιος ο Ιστορικός (203- 120 π. Χ.) από τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας με την κριτική ματιά του διεισδύει στον ψυχισμό των ανθρώπων ως πρώιμος κοινωνικός ψυχολόγος. Μελετώντας διάφορες κοινωνικές ομάδες εντοπίζει ομοιότητες και διαφορές στη συμπεριφορά τους και προσπαθεί να ερμηνεύσει τα βαθύτερα κίνητρά τους. Αναφέρει ότι μια μεγάλη κοινωνική ομάδα, οι Αρκάδες είναι φιλάνθρωποι και φιλόξενοι γιατί θέλησαν να καταπραΰνουν τη σκληρότητα της φύσης και την τραχύτητα της ψυχής τους με θυσίες, συνελεύσεις, χορούς και έθιμα. Αντίθετα οι Κυναιθείς, Αρκάδες και αυτοί είναι αγροίκοι γιατί εγκατέλειψαν τις ωραίες αυτές συνήθειες. Για ν’ απαλλαγούν από την αγριότητα χρειάζονται παιδεία και προ πάντων μουσική.

Σημειώνει ο ιστορικός: «Αυτά (θυσίες, συνελεύσεις, χορούς, έθιμα) επειδή τα παραμέλησαν τελείως οι Κυναιθείς, και μάλιστα ενώ είχαν μεγάλη ανάγκη από μια τέτοια βοήθεια, επειδή κατοικούσαν στο σκληρότερο τόπο και στο χειρότερο κλίμα της Αρκαδίας, επιδόθηκαν στις μεταξύ τους συγκρούσεις και φιλονικίες και αποθηριώθηκαν… Ακόμη και για χάρη των Κυναιθέων, για να στραφούν προς την παιδεία και πιο πολύ στη μουσική, για να εξημερωθούν γιατί μόνο έτσι μπορούν ν’ απαλλαγούν από την αγριότητα…» Πολύβιος «Ιστορία» Δ’ 21, 5-6, 10-11.

Την αναγκαιότητα της παιδείας με την ευρύτερη έννοια του όρου επικροτεί και ο Αττικός ρήτορας Ισοκράτης (436-338 π. Χ.) πλέκοντας το εγκώμιο της Αθήνας στην οποία γεννήθηκε ο στοχασμός και καλλιεργήθηκε ο περίλαμπρος πολιτισμός της, γεγονός που έκανε το όνομα των Ελλήνων να μην είναι μόνο σύμβολο της καταγωγής τους, αλλά και σύμβολο του παγκόσμιου καλλιεργημένου πνεύματος. Σεμνύνεται ο Ισοκράτης για την Αθήνα: «Η πόλη μας κατόρθωσε, ώστε το όνομα Έλληνας να είναι σύμβολο όχι πλέον της καταγωγής του, αλλά σύμβολο καλλιεργημένου πνεύματος και να ονομάζονται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή». Ισοκράτης «Πανηγυρικός» 1Γ’ 50.

Μελετώντας το πόνημα «ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΟΧΛΩΝ» του Ορέστη Κουρέλη κρίνουμε πως τρία είναι τα στοιχεία εκείνα τα οποία συνηγορούν ώστε να θεωρηθεί εξόχως σημαντικό. Αρχικά η πρωτοτυπία στη σύλληψη και στη σύνθεση. Ο συγγραφέας είχε την ιδέα να αναζητήσει μορφές αγελαίας συμπεριφοράς στα έργα των αρχαίων Ελλήνων και να εμπλακεί στη μελέτη του φαινομένου της μαζοποίησης στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη κοινωνία στην οποία αυτό είχε λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με τη διαφήμιση, τον συρμό της μόδας και την πολιτική δημαγωγία με την «αγαστή» σύμπραξη των μέσων μαζικής προπαγάνδας.

Ο Κουρέλης ανέδειξε τη σπουδαιότητα του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος οι εκπρόσωποι του οποίου έθεσαν στην ανθρωπότητα τα πελώρια ερωτήματα για τα γενεσιουργά αίτια της μαζοποίησης, για τις τεχνικές επηρεασμού της κοινής γνώμης, για τα ολέθρια αποτελέσματα που επιφέρουν στη δημοκρατία και στην κοινωνία οι δημοκόποι και φαύλοι πολιτικοί, οι οποίοι διαχειρίζονται τις τύχες του άβουλου και ετεροκατευθυνόμενου πλήθους. Οι καίριες επισημάνσεις των αρχαίων Ελλήνων διανοητών για την ανθρώπινη συμπεριφορά απετέλεσαν αντικείμενο έρευνας των σύγχρονων επιστημών του ανθρώπου: της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της πολιτικής επιστήμης.

Η επιστημονική  επάρκεια, η κριτική σκέψη, η διεισδυτική ματιά και το φιλέρευνο πνεύμα αποτελούν τον βαρύ οπλισμό του συγγραφέα ο οποίος τον βοήθησε να αντλήσει από τα πλούσια κοιτάσματα του αρχαίου ελληνικού στοχασμού εκείνα τα αντιπροσωπευτικά έργα, τα οποία αναφέρονται στην ψυχολογία των μαζών, στους παράγοντες που επιδρούν και μεταλλάσσουν τον λαό σε όχλο, στην υποκριτική «τέχνη» των ασκούντων την εξουσία, και να επιλέξει τα παραθέματα εκείνα τα οποία καταδεικνύουν τον ρόλο της παιδείας και του ορθού λόγου στην αποφυγή της μαζοποίησης.

Η τρίτη αρετή του βιβλίου είναι το απέριττο ύφος του. Η γραφή του Κουρέλη είναι φυσική και αβίαστη γιατί ο πεπαιδευμένος συγγραφέας δεν απευθύνεται στους ειδήμονες και μυημένους αλλά στον μέσο αναγνώστη. Πρόθεσή του δεν ήταν να γράψει μια μελέτη με αυστηρά επιστημονική προσέγγιση «της ψυχολογίας των όχλων» αλλά να κοινοποιήσει τους προβληματισμούς του επί του θέματος στηριζόμενος στις βαθυστόχαστες παρατηρήσεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, ιστορικών, ρητόρων και ποιητών. Η λιτότητα στα εκφραστικά μέσα με την συνειδητή αποφυγή των εντυπωσιασμών, η σαφήνεια και η απλότητα στη διατύπωση, ο μεστός και άμεσος λόγος συναρπάζουν τον αναγνώστη και τον παρακινούν να γίνει συνοδοιπόρος και συνερευνητής του συγγραφέα στην ανίχνευση του ψυχικού και διανοητικού κόσμου του ανθρώπου από τα πρωτόγονα κοινωνικά μορφώματα ως τις σύγχρονες πολύμορφες και πολύπλοκες κοινωνίες.

Περαίνοντας την πνευματική οδοιπορία μας στο έργο του φιλολόγου Ορέστη Κουρέλη εκφράζουμε τα θερμά συγχαρητήριά μας στον ακαταπόνητο ερευνητή και αξιόλογο συνάδελφο και συνιστούμε ανεπιφύλακτα τη μελέτη της «ψυχολογίας των όχλων» για να αισθανθεί ο αναγνώστης «την από αναγνώσεως αυτής ηδονήν», κατά παράφραση του Αριστοτέλη.

Γράφει ο Νίκος Β. Καρατζένης

Φιλόλογος

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)