Είναι άξιο θαυμασμού το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι, αφού έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους πορεία, δεν περιμένουν στωικά τα γηρατειά, αλλά επινοούν κάποια ενασχόληση που γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο τους, εμπλουτίζει τα ενδιαφέροντά τους, παρέχει ψυχική ικανοποίηση και δίνει διέξοδο στις ανησυχίες τους. Μια τέτοια περίπτωση ανθρώπων αποτελούν τρεις συντοπίτες μας με Σαρακατσιάνικες ρίζες: Ο Χρήστος Ι. Βέργος, ο αδερφός του Δημήτριος και ο Δημήτριος Κ. Κάκος, οι οποίοι επέλεξαν να ασχοληθούν με τη λαϊκή ξυλογλυπτική. Το ενδιαφέρον τους είναι στραμμένο στη Σαρακατσιάνικου τύπου κλίτσα και μάλιστα όχι σε αυτή του τζιομπάνου, την οποία χρησιμοποιεί στην καθημερινή του δραστηριότητα στο κοπάδι, αλλά στην κλίτσα της αγοράς, του παζαριού, όπως συνήθιζαν να την ονομάζουν οι νομάδες ποιμένες του Ελλαδικού χώρου, με άλλα λόγια «την καλή». Επειδή στην αγορά συνήθως έβγαινε ο τσέλιγκας, ο διευθύνων τη στάνη, η κλίτσα αυτή ονομαζόταν και «κλίτσα τσελιγκίτικη».

Τις προδιαγραφές και τη σημειολογία της κλίτσας καταγράφει με ύφος απλό και λόγο κατανοητό ο Σαρακατσιάνος Γεώργιος Κ. Τσουμάνης: «Η κλίτσα αποτελείται από δύο μέρη. Το πάνω μέρος, το κεφάλι, η κυρίως κλίτσα, η χειρολαβή με το κυκλικό της σχήμα και το κάτω μέρος, το κλιτσόξυλο. Από μόνη της η χειρολαβή λέγεται κλίτσα, αλλά και με το κλιτσόξυλο μαζί, πάλι κλίτσα λέγεται. Η κλίτσα είναι πρωτίστως  εργαλείο χρηστικό, είναι όμως και εργαλείο αυτοπροσδιορισμού του κάθε κτηνοτρόφου και επίδειξης κύρους. Είναι σύμβολο εξουσίας που επιβεβαιώνει την ηγετική παρουσία αυτού που την κρατάει στο χέρι του και την επιδεικνύει δημόσια. Η κλίτσα του τζιομπάνου είναι συνήθως απλή, χωρίς κεντήματα στο ξύλο, με μακρύ κλιτσόξυλο για λόγους πρακτικούς. Η κλίτσα του παζαριού, που την κρατούν στο χέρι τους οι κτηνοτρόφοι, όταν βγαίνουν στο παζάρι ή οι γεροντότεροι κάθε μέρα, είναι περισσότερο επιμελημένη με πολλά κεντήματα και τα ξεχωριστά γνωρίσματα του τεχνίτη της. Το κλιτσόξυλο όμως κοντό, συνήθως λίγο παραπάνω από ένα μέτρο κοντά στο 1,10 μ.. Ποικίλει ανάλογα με το ύψος αυτού που την κρατάει. Εδώ ο ρόλος της είναι διαφορετικός. Είναι πρωταρχικά σύμβολο κύρους του κτηνοτρόφου και ύστερα χρηστικό εργαλείο. Πρέπει όμως να είναι βολικό. Η κλίτσα δεν πρέπει να είναι μακριά και ακαλαίσθητη, να φτάνει στο ύψος του ώμου του κατόχου της, όταν αυτός είναι καθιστός. Να κάθεται στο κάθισμα του λεωφορείου και αυτή να μην ξεπερνάει το ύψος του ώμου του, να την κρεμάει στο τσεπάκι του γιλέκου του, να μπορεί ακόμη και στην εκκλησία να την έχει επιμελώς «κρυμμένη» στο στασίδι που κάθεται. Γι’ αυτό η κλίτσα του παζαριού ονομάζεται και κοντόκλιτσα» Γεώργιος Κ. Τσουμάνης, «Τα σαρακατσάνικα χαιρετήματα», Αρ. Φύλλου 55, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2013.

Προσέχοντας τη δραστηριότητα των τριών προαναφερθέντων συνεργατών διαπιστώσαμε ότι συνεισφέρουν από κοινού στην κατασκευή της χειρολαβής της κλίτσας καταθέτοντας ο καθένας τη δική του ιδέα και εκφράζοντας το προσωπικό του ύφος. Ο Χρήστος Βέργος είναι ο θεωρητικός της συντροφιάς. Με την πολύχρονη πείρα του κατευθύνει στο αρχικό στάδιο της κατασκευής της κλίτσας αλλά ασκεί και τα καθήκοντά του αυστηρού κριτή στο τελικό αποτέλεσμα. Αυτός πρώτος αποφαίνεται, αν η κλίτσα είναι «όπως πρέπει» σε εμφάνιση και χρηστικότητα, αν είναι βολική στο χέρι ή επιδέχεται διόρθωση. Είναι τόσο απόλυτος ώστε κρίνει ανελέητα ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του, όταν η κλίτσα «δεν έρχεται» σωστά.

Εκείνος που πολεμάει με το ακατέργαστο ξύλο προσπαθώντας με τα εργαλεία «του πελεκάνου»: ξυλοφάι, ξουράφι, τρυπητήρι να το μεταμορφώσει σε πανέμορφη κλίτσα «τσελιγκίτικη» είναι ο Δημήτριος Κάκος. Ο άνθρωπος αυτός με το εξασκημένο χέρι του, την επιδεξιότητά του, την οξύνοιά του και το μεράκι του έχει κατορθώσει να δημιουργήσει κλίτσες περιωπής. Επειδή είναι τελειομανής, έχει προχωρήσει την γλυπτική της κλίτσας σε τέτοιο επίπεδο ώστε αυτός που βλέπει μια κλίτσα του στο τελικό της στάδιο να αισθάνεται ακατάσχετη επιθυμία να την αποκτήσει και όποιος τελικά το καταφέρει, να πιστεύει ότι κρατάει στα χέρια του ένα πολύτιμο αγαθό ξυλογλυπτικής τέχνης.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Δ. Κάκος είναι η ασφυκτική πίεση που δέχεται από τους πολλούς φίλους του να φιλοτεχνήσει για χάρη τους μια κλίτσα «καλή», του παζαριού. Από την υπερβολική φιλοτιμία του είναι πλέον «καταδικασμένος» να «πελεκάει» μέρα και νύχτα επί ώρες για να ανταποκριθεί στα αιτήματα των φίλων του και να διοχετεύει το μεράκι και την ενέργειά του σε περίτεχνα δημιουργήματα.

Ο τρίτος της συντροφιάς, ο Δημήτριος Βέργος έχει χαρακτηρισθεί ως κορυφαίος δημιουργός για τις γνώσεις του πάνω στο αντικείμενο. Αυτός αποφασίζει για την καταλληλότητα του ξύλου που θα επιλεγεί, αυτός κατασκευάζει κλίτσες εκ του μηδενός, ο ίδιος αναλαμβάνει να «κεντήσει» την κλίτσα, να χαράξει δηλαδή κάποια σχήματα στη χειρολαβή της. Η εργασία αυτή απαιτεί ειδικές ικανότητες: οξυμμένη προσοχή, επιμονή στη λεπτομέρεια, ακρίβεια στις γραμμές, λεπτότητα στο «σκάλισμα», το λάξευμα των παραστάσεων στην επιφάνεια της κλίτσας. Το αγαπημένο θέμα, που αποτυπώνει στις κλίτσες του είναι το κεφάλι του βαρβάτου κριαριού με τα στριφογυρισμένα κέρατα επηρεασμένος από την ποιμενική ζωή, αφού ο Δ. Βέργος έχει ποιμενικές καταβολές και από τον πατέρα του και από τη μητέρα του. Ο ίδιος αναλαμβάνει να «κεντήσει» και τις κλίτσες του Δ. Κάκου με το τελείωμά τους.

Είναι αλήθεια πως παρατηρώντας κάποιος τις απεικονίσεις των κριαριών στις κλίτσες του Δ. Βέργου θαυμάζει τη φυσικότητα, τη ζωντάνια, την εκφραστικότητά τους και έχει την αίσθηση πως από στιγμή σε στιγμή θ’ ακούσει το βραχνό και άγριο βέλασμα των κριαριών και τον κρατερό κρότο των κεράτων τους όταν αυτά φιλονικούν για τα αξιώματα του κοπαδιού την εποχή της γονιμότητας των θηλυκών, την εποχή του μαρκάλου, όπως είναι γνωστή η περίοδος αυτή στα ποιμενικά χρονικά.

Παράλληλα με τη «συντροφιά των τριών» δραστηριοποιείται αθόρυβα και ο μάχιμος κτηνοτρόφος Χρήστος Αρ. Βέργος, ο οποίος κατασκευάζει «τσελιγκίτικες» κλίτσες επιλέγοντας και αυτός τη Σαρακατσιάνικη γραμμή στην οποία ομολογουμένως έχει σημειώσει αξιόλογες επιδόσεις, αν και η αδιάκοπη φροντίδα του για το κοπάδι δεν του αφήνει και πολλά περιθώρια χρόνου.

Η δυσκολία που ορθώνεται μπροστά στους τέσσερις αυτούς λάτρεις της «κλίτσας της αγοράς» είναι η ανεύρεση του ξύλου. Επειδή είναι αμετανόητοι ζηλωτές του πυξαριού, το οποίο υποστηρίζουν ότι είναι το πιο κατάλληλο, το πιο ταιριαστό για την «τελιγκίτικη» κλίτσα, η εξασφάλισή του αποτελεί γι’ αυτούς μια επίπονη δοκιμασία. Για την αναζήτηση αυτού του «κρυμμένου θησαυρού» κατά καιρούς διανύουν μεγάλες αποστάσεις πεζοπορώντας μέσα στα αδιαπέραστα πια δάση του Ζαγορίου Ιωαννίνων, ιχνηλατώντας ξεχασμένα μονοπάτια, ακροβατώντας σε γκρεμούς, βαδίζοντας συχνά επί τα ίχνη της αρκούδας της Πίνδου, αγκομαχώντας σε ανηφορικές πλαγιές κουβαλώντας στην πλάτη τους την πολύτιμη πρώτη ύλη, το πυξάρι. Όμως το πάθος και το μεράκι τους για την πυξαρένια κλίτσα τροφοδοτεί το σώμα τους με σθένος, και το πνεύμα τους με φαντασία ώστε να λησμονούν τους κόπους και την κούραση, αφού μοιράζονται τη χαρά της συνδημιουργίας, που τους προσφέρει το τελειωμένο έργο τους ως καρπός συλλογικής προσπάθειας και πειθαρχημένης δράσης.

Αυτοί λοιπόν οι αφανείς εργάτες του ξύλου συμβάλουν με τον τρόπο τους στη διαφύλαξη της Ελληνικής παράδοσης καθώς ακολουθούν τα πρότυπα κατασκευής της ποιμενικής κλίτσας σύμφωνα με την τεχνοτροπία και τους σχεδιασμούς που τους εμφύσησαν οι προγενέστεροι Σαρακατσιαναίοι «Πελεκάνοι» της περιοχής της Ηπείρου προσέχοντας να μην ξεφύγουν από το ύφος της Σαρακατσιάνικης  κλίτσας, της προορισμένης να συνοδεύει στην αγορά τους ερημικούς ποιμένες της ελληνικής υπαίθρου.

Κλείνοντας την αναφορά μας στο έργο των τεσσάρων δημιουργών «της κλίτσας της καλής» εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια σ’ αυτούς και τους ευχόμαστε να είναι υγιείς για να συνεχίσουν την προσπάθειά τους ακούραστοι και εμπνευσμένοι και να χαρίζουν σε όλους, όσοι τους συναναστρέφονται, συγκινήσεις από την ενατένιση του ωραίου και ζεστασιά που προσφέρει μια περίτεχνη κλίτσα φτιαγμένη από ξύλο. Μια ταπεινή κλίτσα από ξύλο μιλάει κατευθείαν στην ψυχή του ανθρώπου και τον πλημμυρίζει με συνειρμούς συνδεδεμένους με την αγροτική ζωή και την ατέλειωτη ποιμενική περιπέτεια.

Νίκος Β. Καρατζένης

Φιλόλογος

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 5.0/5 (1 vote cast)
Η κλίτσα της αγοράς, η «καλή», 5.0 out of 5 based on 1 rating