Γράφει ο

Νίκος Β. Καρατζένης 

φιλόλογος 

Ο Τσέχος φιλόσοφος Φράντς Κάφκα (1883-1924) είπε κάποτε: «Γράφω, σημαίνει: ανοίγω σε υπέρτατο βαθμό τον εαυτό μου». Αυτό έπραξε και ο Α. Ζορμπάς που έζησε εξήντα και πλέον χρόνια στο Θεσπρωτικό, στην ενδοχώρα του Ηπειρωτικού Νότου. Θέλησε να μιλήσει για τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους της μικρής του πατρίδας, για τη βιοπάλη τους, τον τρόπο που έζησαν, για την εποχή που έζησαν γιατί γνωρίζει καλά πως «τα χρόνια φεύγουν σαν διαβατάρικα πουλιά», πως οι μνήμες των ανθρώπων εξασθενούν, τα ιστορικά στοιχεία τα καταβροχθίζει ο πετροκαταλύτης χρόνος. 

Έτσι λοιπόν ο Α. Ζορμπάς ακολουθώντας τις εσωτερικές του αναζητήσεις αθόρυβα και αποτελεσματικά, με τη συγγραφή του παραδίδει στις επόμενες γενεές μια πλούσια παρακαταθήκη, αφού στο βιβλίο του περιγράφονται 120 επαγγέλματα, αναφέρονται 800 επαγγελματίες και αποτυπώνονται με έμμεσο τρόπο: η οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της περιοχής του Θεσπρωτικού, όψεις της τοπογραφίας, της γεωγραφίας και της φυσιογνωμίας της μέσα από την αφήγηση και τη φωτογραφική απεικόνιση ανθρώπων, τόπων, κτηρίων και εργασιακών χώρων. 

Ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του (σελ 16) εκμυστηρεύεται τις προθέσεις και τις στοχεύσεις του: «δεν αρκέστηκα στην απλή συγκέντρωση και καταγραφή μόνο των επαγγελματικών στοιχείων για τον κάθε επαγγελματία. Για να σχηματίσει ο αναγνώστης μια πληρέστερη εικόνα για τον καθένα και μια γενικότερη και σφαιρική πληροφόρηση για τη ζωή και την εποχή αυτού, προσπάθησα να συγκεντρώσω στοιχεία βιογραφικής και οικογενειακής κατάστασης. Επίσης πολλές επαγγελματικές δραστηριότητες, όπως η συμμετοχή σε πολέμους καθώς και κοινωφελείς δράσεις αποτελούν ενδιαφέρον συμπλήρωμα». 

Ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους της Λάκκας σαν ένας αποστασιοποιημένος λαογράφος ή εθνογράφος, αλλά ως ο δικός τους άνθρω- πος, ο γραμματέας του δήμου τους, ο οποίος τους έζησε από κοντά, συνομίλησε μαζί τους στο λαϊκό καφενείο, τους συμβούλευσε όταν χρειάστηκε, τους διευκόλυνε στις γραφειοκρατικές διαδικασίες, μοιράστηκε μαζί τους τις μικροχαρές της ζωής και τις λύπες της γι’ αυτό τα γραπτά του δεν φαίνεται να αφορούν άλλους αλλά μοιάζουν με προσωπικά απομνημονεύματα. Είναι διάχυτες στο έργο του: η συμπάθεια, η ζεστασιά, η κατανόηση με τις οποίες περιβάλλει τους ανθρώπους του μεριάτικου. Αναφερόμενος στον πλανόδιο ψαρά ΛΙΤ (σελ. 332-33) αποτυπώνει με ρεαλισμό την τραχύτητα των συνθηκών εργασίας του και σχολιάζει με συγκατάβαση τη ροπή του προς το ποτό. Γράφει: «Η βροχή δεν τον πτοούσε. Με βροχή έφευγε από το βάλτο, με βροχή έκανε τα δρομολόγια και με βροχή επέστρεφε με μόνη προστασία ένα αδιάβροχο με κατσιούλα. Πολλές φορές τον συναντούσαμε σταματημένο με το τρίκυκλο στην άκρη του δρόμου λόγω βλάβης. Το κοίταζε περίλυπος γιατί αδυνατούσε να επισκευάσει το σαραβαλάκι του, πότε λόγω έλλειψης ‘’μηχανολογικών γνώσεων’’ και πότε λόγω ‘’υπερχείλισης του δικού του ρεζερβουάρ’’ από ούζο». 

Με παρρησία και ευθυκρισία ο Α. Ζορμπάς ηθογραφεί, συγκρίνει και αξιολογεί την ανιδιοτελή προσφορά των πρακτικών ορθοπεδικών στον πονεμένο άνθρωπο. «Ιατρείο τους το σπίτι, το καλύβι, το χωράφι, η στάνη, ο ίσκιος ενός δέντρου… Δίχως φωτεινές ταμπέλες, δίχως κορνιζαρισμένα πτυχία που να κρέμονται στον τοίχο σε περίοπτη θέση… Σπούδαζαν, καθώς γιάτρευαν τα τσακισμένα ζώα τους και δίδασκαν με την αλληλοδιδιακτική, συνήθως από γονέα σε παιδί. Το πτυχίο το έπαιρναν από τη ζωή. Τα υπέγραφαν οι σακατεμένοι που γιατρεύονταν. Και ήταν εγκυρότατο. Αμοιβή τους ένα κέρασμα, ένα ευχαριστώ από την καρδιά του κόσμου. Άνθρωποι σπουδαίοι στην ταπεινότητά τους, ονομαστοί στην αφάνειά τους, άνθρωποι χρήσιμοι στην κοινωνία του τόπου τους» σελ. 135. 

Οι περιγραφές του Ζορμπά αποδεικνύουν την ικανότητά του να παρατηρεί και να απεικονίζει πιστά την πραγματικότητα. Έτσι στις σελίδες 464-465 η γραφή του καθηλώνει με τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τις άθλιες συνθήκες σφαγής των ζώων, την υγιεινή του «καταστήματος» και τα μέσα διασφάλισης της ποιότητας του κρέατος. Σημειώνει: «Τα σφαγεία του Αποστόλη ήταν τα χαντάκια, οι όχτοι των χωραφιών και οι χώροι κάτω από τα δέντρα. Ο τόπος πίσω από τα σπίτια είχε γεμίσει από αίματα, κοπριές και λάσπες και προσέλκυε κάθε είδους άγριο και ήμερο σαρκοφάγο ζώο… Το τραγικό ήταν που δεν υπήρχε καθόλου νερό κατά τη διάρκεια της σφαγής. Ας φαντασθούμε τον Αποστόλη αιμοσταγή να γδέρνει το σφάγιο στις λάσπες και στις βρωμιές. Και όλα αυτά με γρήγορους ρυθμούς, κάτω από τη βροχή ή το λιοπύρι, για να προλάβει να γδάρει το σφάγιο πριν κρυώσει. Μετά την εκδορά ο ταλαίπωρος μετέφερε τα σφάγια στην πλάτη του στο κρεοπωλείο. Τα κρεμούσε σ’ ένα ξύλινο ντουλάπι με σίτα για να προφυλάσσονται από τις μύγες…». 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ζορμπάς δεν είναι ένας απλός αφηγητής αλλά προχωρεί σε εύστοχες παρατηρήσεις και καίριες αξιολογήσεις της δράσης των ηρώων του, σε ανίχνευση του κώδικα αξιών τους και ανάλυση της προσωπικότητά τους. Για παράδειγμα σχεδιάζοντας το πορτραίτο του οικοδόμου Θ.Χ.Β. από το Ριζοβούνι γράφει: «Ξεκίνησε ως βοσκός στο κοπάδι του πατέρα του. Ως το μεγαλύτερο παιδί πολύτεκνης οικογένειας βοήθησε στην ανατροφή των αδελφών του. Τα εφτά μικρότερα αδέρφια του περίμεναν πολλά, όχι μόνο από τους φτωχούς γονείς τους αλλά και από τον μεγαλύτερο αδερφό τους… Εργάστηκε σκληρά σε οικοδομές, το μυαλό του έπαιρνε στροφές. Συνδυάζοντας την εργατικότητα με την εμπειρία του στις οικοδομικές δουλειές και με την ευστροφία που τον διέκρινε… Στο Πολυστάφυλλο έφτιαξε ένα σπίτι από τα θεμέλια. Σε άλλη εργασία εκτιμήθηκε για την εργατικότητα και την ξυλουργική του επιδεξιότητα… Στο Θεσπρωτικό οργάνωσε πολυμελές συνεργείο από εργάτες και οικοδόμους. Έφτιαξε δικό του σπίτι, σπούδασε και αποκατέστησε τα παιδιά του. Το 1967 μετακόμισε οικογενειακώς στην Αθήνα παρασυρόμενος από το κύμα αστυφιλίας». Σελ. 315-316. 

Τερπνό ανάγνωσμα θεωρούνται οι εύθυμες ιστορίες, με τις οποίες ο συγγραφέας διανθίζει το βιβλίο του στις σελίδες: 85, 160, 178-180, 421-422, πλημμυρισμένες από λυρισμό, ηθογραφία, αφέλεια, ειλικρίνεια. Οι ιστορίες αυτές συναρπάζουν, όχι μόνο με τη ροή της αφήγησης και το απέριττο ύφος τους, αλλά επιπλέον γιατί μέσα από αυτές αναδύονται απλά και αβίαστα η νοοτροπία των κατοίκων της περιοχής, οι διαπροσωπικές τους σχέσεις, τα μικροκαμώματά τους, οι όποιες ιδιορρυθμίες τους, οι αστεϊσμοί μεταξύ των γραφικών τύπων, ένας ολόκληρος κόσμος… 

Ο Α. Ζορμπάς αγαπάει τη Λάκκα, αγαπάει τους ανθρώπους της γι’ αυτό ασχολήθηκε με τα μικρά και τα μεγάλα επιτεύγματά τους στο σκληρό τοπίο της βιοπάλης. Συμπάσχει στον πόνο τους. Στη σελ. 359 κάνει το μνημόσυνο ενός άτυχου παλικαριού. «Ο Νεαρός Π. πέθανε στο άνθος της ηλικίας του. Πέθανε άκλαυτος και αστόλιστος». Στη σελ. 343 μιλάει με πίκρα για τα χαμένα όνειρα ενός χαρισματικού νέου: «Ο Α. τελείωσε το δημοτικό σχολείο, φοίτησε στο Σχολαρχείο Θεσπρωτικού και υπήρξε άριστος μαθητής. Ο διακαής του πόθος να γίνει δάσκαλος προσέκρουσε σε απρόβλεπτες δυσκολίες. Σε ηλικία 18 ετών ξεκίνησε να μάθει τη ραπτική. Στα 20 χρόνια της ηλικίας του παντρεύτηκε…». Στις σελ. 367-368 διεκτραγωδεί τη μυθιστορηματική ζωή ενός ορφανού στα πέτρινα χρόνια που η «τρισκαταραμένη» φτώχεια καταδυνάστευε τους ταπεινούς και καταφρονημένους. «Το 1948 ο Κώστας σε ηλικία 10 χρονών, χτυπημένος από την ορφάνια, την εγκατάλειψη και την πείνα, χωρίς να ξέρει κανείς, έφυγε από το σπίτι του (Ριζοβούνι) και πήγε με τα πόδια στην Άρτα για την αναζήτηση καλύτερης τύχης. Ένα ισχνό, ρακένδυτο και πεινασμένο παιδάκι σταμάτησε στην πόρτα ενός σιδεράδικου. Στον σιδερά Φ.Ζ. ο ταλαίπωρος Κώστας βρήκε εκτός από φαγητό και ύπνο, πλούσια φιλοξενία και κυρίως αγάπη, ανθρωπιά και θαλπωρή. Αυτά είχε ανάγκη. Ο πατέρας του ύστερα από αναζήτηση, μετά από επτά χρόνια, τον εντόπισε στην Άρτα και τον επανέφερε στο πατρικό του σπίτι…». 

Η έγνοια τελικά του Ζορμπά να αντισταθεί στη λαίλαπα των «νέων καιρών», που αφανίζει μνήμες και ισοπεδώνει τις κοινωνίες, λαούς και πολιτισμούς, τον ώθησε να ενδιαφερθεί, να παρατηρήσει, να ερευνήσει, να συνομιλήσει και τελικά να γράψει. Το παρόν πόνημα είναι ένα απόσταγμα μνήμης, νοσταλγίας και αγάπης για τους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, για ήθη και αξίες μιάς άλλης εποχής που το Θεσπρωτικό ήταν μια γειτονιά. Το παρόν βιβλίο περιέχει στους κόλπους του τη Λακκιώτικη ανάγνωση των πραγμάτων και αποτελεί τεκμήριο για την ιστόρηση του Ελληνικού λαϊκού βίου από το 1860 έως τις μέρες μας. 

Βέβαια η ειλικρινής εξομολόγηση του συγγραφέα (σελ. 19) ότι αφήνει εκτός μελέτης κάποια επαγγέλματα, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη της ατυχούς «αυθαίρετης» αυτής επιλογής, διότι παρέλειψε τις δύο πρωταρχικές ασχολίες των κατοίκων της περιοχής, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κοιλάδα του Θεσπρωτικού και η μικρή Λάκκα ευρύτερα με τα απάνεμα και προσηλιακά χειμαδιά τους και τους ήπιους νοτιάδες απετέλεσαν επί αιώνες κοιτίδες ποιμενισμού. Πέραν αυτού ο Α. Ζορμπάς στο έργο του καταγράφει επαγγέλματα, των οποίων ο ομφάλιος λώρος ήταν η κτηνοτροφία. Για παράδειγμα: Οι έμποροι του γάλακτος και οι τυροκόμοι, οι τομαράδες, οι εμπορομεσίτες ζώων, οι χασάπηδες, οι καποτάδες, οι σαμαράδες, οι πεταλωτήδες, «έτρωγαν ψωμί» από τα κοπάδια, τα οποία κρατούσαν καταδικασμένους τους ποιμένες σε αιχμαλωσία 365 μέρες τον χρόνο. Πιστεύουμε ότι ο φιλόπονος ερευνητής, ο έντιμος και ακριβοδίκαιος συγγραφέας θα επανέλθει με καινούριο πόνημά του, αφιερωμένο στους «λησμονημένους» ξωμάχους της Λάκκας, που αποτελούν πολύτροπα βασανισμένη και αγνοημένη επαγγελματική κατηγορία του Ελληνικού πληθυσμού ως οφειλόμενη τιμή σ’ αυτούς για τον αγώνα τους στον πρωτογενή τομέα παραγωγής ώστε να γραφούν και αυτοί στην ιστορία του τόπου τους, αφού «μια ζωή» ήταν γραμμένοι στα δευτέρια των δασικών και αγροφυλάκων και στα φορολογικά κιτάπια των κοινοτήτων τους. 

 Ολοκληρώνοντας την περιήγησή μας στη συγγραφή του Α. Ζορμπά εκφράζουμε τα θερμά μας συγχαρητήρια σ’ αυτόν τον αφανή εργάτη του πνεύματος, ο οποίος αφιέρωσε χρόνο, δυνάμεις, χρήματα, αγάπη και μεράκι για να καταγράψει πτυχές του βιοποριστικού μόχθου και της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων του Θεσπρωτικού και της μικρής Λάκκας. Ο Ζορμπάς με το πνευματικό του εγχείρημα αφήνει αδρά τα χνάρια του στην ιστορία του τόπου του με το να προσθέτει τις δικές του σελίδες στον πολιτισμό της γενέτειράς του, η οποία αποτελεί μικρογραφία της μεγάλης πατρίδας, της Ηπείρου, της Ελλάδας. Άνθρωποι ανήσυχοι και υποψιασμένοι, όπως ο συγγραφέας, δεν «σκοτώνουν τον χρόνο τους στα καφενεία» αλλά μέσα από τη μνήμη τους και την προσωπική τους έρευνα καταθέτουν πολύτιμες γνώσεις για πρόσωπα και δρώμενα τοπικής και ευρύτερης εμβέλειας πριν προλάβουν να τα καλύψουν το σκοτάδι, η σιωπή και η λήθη των ανθρώπων. 

Κλείνοντας τη συνομιλία μας με το βιβλίο του Α. Ζορμπά συνιστούμε ανεπιφύλακτα τη μελέτη του από κάθε συντοπίτη, από κάθε ηπειρώτη και από κάθε ευαίσθητο άνθρωπο, ο οποίος τιμά την Ελληνική παράδοση και την πνευματική δημιουργία.

 

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)