Γράφει ο Δημήτριος Κολιός

Βιογραφικό

Ο Δημήτριος Κολιός γεννήθηκε στα Ιωάννινα. Ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Εν συνεχεία σπούδασε Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Επίσης, είναι Παιδαγωγός Ειδικής Αγωγής με επάρκεια στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα και στην Ελληνική γραφή braille. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και υποψήφιος διδάκτορας στη Φιλοσοφική σχολή του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών του σπουδών έχει εκπονήσει πολυάριθμες μελέτες με θέμα την οικονομική και κοινωνική ιστορία, όπως και την ιστορική δημογραφία του νομού Πρέβεζας κατά τους νεώτερους χρόνους.

Μέσα από την παρούσα μελέτη δίνεται η δυνατότητα να τοποθετηθεί ο δήμος Φιλιππιάδας, απέναντι στον εαυτό του και την ευρύτερη περιοχή. Εντοπίζονται έτσι, μέσα από τη μελέτη της Δημογραφίας του δήμου οι μεταβολές εκείνες που διαφοροποιούν τη Φιλιππιάδα από το 1913 έως το 2001. Η γεωγραφική θέση του χώρου της Φιλιππιάδας έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και στην εξέλιξη του οικισμού. Τα ιστορικά γεγονότα (οθωμανική περίοδος) επέδρασαν στην εξέλιξη του οικισμού. Ο ρόλος αυτός κατοχυρώθηκε ακόμα περισσότερο από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος για να προστατεύσει τη διαδρομή των καραβανιών, που από τις ακτές του Αμβρακικού κατευθύνονταν προς τα Ιωάννινα, οχύρωσε τη Θέση Πέντε Πηγάδια, με ισχυρά φρούρια.

Η Φιλιππιάδα είναι κωμόπολη της Ηπείρου και ανήκει διοικητικά στην επαρχία Νικοπόλεως και Πάργας του νομού Πρεβέζης. Είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Λιοβούνι, σε μικρή απόσταση από τη δυτική όχθη του ποταμού Λούρου. Παράλληλα είναι εμπορικό, πνευματικό, εκπαιδευτικό και διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, που συγκροτούσε μέχρι τη μεταρρύθμιση «Καλλικράτη», μαζί με άλλες δέκα κοινότητες το Δημοτικό Συμβούλιο Φιλιππιάδας. Η πόλη περιλαμβάνει τους οικισμούς της Παλαιάς Φιλιππιάδας, του Ελευθεροχωρίου και της Νέας Φιλιππιάδας. Ήταν έδρα του διευρυμένου δήμου Φιλιππιάδας, που περιελάμβανε και περιλαμβάνει τα χωριά: Πέτρα, Νέα Κερασούντα, Ρωμιά, Άγιος Γεώργιος, Κερασώνα, Παναγιά, Κλεισούρα, Γυμνότοπος και Δρυόφυτο. Ο δήμος Φιλιππιάδας με βάση την επίσημη απογραφή του 2001, έχει πληθυσμό 8.429 κατοίκους. Από το 2010, η Φιλιππιάδα, σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση «Καλλικράτη» υπάγεται πλέον στο δήμο Ζηρού, ο οποίος προέκυψε από την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Φιλιππιάδος, Θεσπρωτικού και Ανωγείου και της κοινότητας Κρανέας. Έδρα του νέου δήμου ορίστηκε η Φιλιππιάδα.

Η απελευθέρωση της Φιλιππιάδας το 1913 στάθηκε αποφασιστικής σημασίας για την εποίκηση αρχικά των ημιορεινών και ορεινών οικισμών της, λόγω των μεγάλων εκτάσεων και των βοσκοτοπίων της και κατά δεύτερο λόγο των πεδινών οικισμών. Η διανομή απαλλοτριωμένων ιδιωτικών και εθνικών γαιών που άρχισε το 1917 και συνεχίστηκε με την έλευση των προσφύγων το 1923, σε συνδυασμό με την βελτίωση των καλλιεργητικών μεθόδων στάθηκαν οι βασικότεροι λόγοι που άρχισε η κάθοδος του πληθυσμού από ορεινούς σε πεδινούς αγροτικούς πληθυσμούς.

Σύμφωνα λοιπόν, με την απογραφή του 1913, η επαρχία Φιλιππιάδας και των γειτονικών χωριών που υπάγονταν σ’ αυτή, παρουσίασαν αύξηση του πληθυσμού τους, σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή του 1907. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την αύξηση έπαιξε η λήξη των Βαλκανικών πολέμων και η άφιξη του νέου πληθυσμιακού δυναμικού στην περιοχή της Ηπείρου γενικότερα. Η αύξηση αυτή αφορά, κυρίως, σε κτηνοτροφικούς συνοικισμούς της ημιορεινής και ορεινής ενδοχώρας. Το 1913 υπάγονταν στην υποδιοίκηση Φιλιππιάδας εξήντα εννέα οικισμοί. Η συνολική έκταση της Φιλιππιάδας και των οικισμών της έφτανε περίπου τα 970.330 χιλιάδες στρέμματα. Πρόκειται επομένως για μια τεράστια επιφάνεια και γι’ αυτό άλλωστε δικαιολογείται και ο μεγάλος αριθμός του πληθυσμού που εγκαταστάθηκε στη Φιλιππιάδα και τους γύρω οικισμούς της, που έφτανε στο σύνολο τους 24.290 χιλιάδες κατοίκους, με τους άνδρες να εμφανίζονται περισσότεροι (12.615 άνδρες και 11.675 χιλιάδες γυναίκες).

Παρατηρώντας την απογραφή του 1923 παρατηρείται μία σημαντική άφιξη προσφύγων στη Νέα Φιλιππιάδα, σε σύνολο 1.052 προσφύγων. Το πιθανότερο όμως είναι, ότι στον αριθμό προσφύγων της Φιλιππιάδας είναι ενσωματωμένοι και οι πρόσφυγες των γειτονικών συνοικισμών της Φιλιππιάδας. Γι’ αυτό και η Φιλιππιάδα εμφανίζει σημαντικό αριθμό προσφύγων. Αφού, άλλωστε ένα πολύ μικρό ποσοστό προσφύγων εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο που εξάγεται από αυτή την απογραφή είναι η μεγαλύτερη αναλογία του γυναικείου πληθυσμού 89,80% έναντι του ανδρικού σε σχέση με τις απογραφές του 1913 και 1920, πράγμα που αποδεικνύει την άνοδο του γυναικείου πληθυσμού έναντι του ανδρικού από το 1929 και εξής. Επίσης, η μεγάλη άνοδος του γυναικείου ποσοστού υποδηλώνει και ένα άλλο γεγονός. Δηλαδή, στους προσφυγικούς πληθυσμούς δεσπόζουν κυρίως γυναίκες και γέροντες, καθώς η Μικρασιατική καταστροφή έπληξε κυρίως τον ανδρικό πληθυσμό, αφού η άφιξη στη Φιλιππιάδα 363 ανδρών και σχεδόν διπλάσιων γυναικών (689), ενισχύει την ανωτέρω επισήμανση. Τέλος, η άφιξη προσφύγων στη περιοχή της Φιλιππιάδας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία καινούργιων οικισμών στην ευρύτερη περιοχή, όπως της Νέας Κερασούντας.

Η επαρχία Φιλιππιάδας το 1928 αποτελείται από είκοσι έξι κοινότητες, έναντι εξήντα εννέα οικισμών το 1913 και δεκαπέντε κοινοτήτων το 1920. Έτσι, η επιφάνειά της το 1928 ανέρχονταν περίπου σε 431.867 χιλιάδες στρέμματα. Παρατηρείται δηλαδή, μια μείωση της συνολικής της επιφάνειας σε σύγκριση με το 1913 και μεγαλύτερη από το 1920, λόγω των διοικητικών αλλαγών της. Επίσης, το 1928, ιδρύθηκε – όπως τονίστηκε ήδη από την απογραφή του 1923- το χωριό της Νέας Κερασούντας από Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 και τη συνθήκη της Λωζάνης, όπου καθορίζεται η ανταλλαγή πληθυσμών το 1923.

Η απογραφή του 1928, φανερώνει μια πληθυσμιακή πύκνωση κυρίως ημιορεινών και ορεινών οικισμών, ενώ και χωριά με χαμηλό υψόμετρο παρουσιάζουν μια μικρή πληθυσμιακή άνοδο αλλά πρόκειται για λίγους οικισμούς. Τα περισσότερα χωριά με χαμηλό υψόμετρο παρουσιάζουν μια στασιμότητα του αγροτικού πληθυσμού. Ο πληθυσμός φαίνεται να προτιμάει και σ’ αυτή την απογραφή κυρίως οικισμούς με υψηλό υψόμετρο διότι τα χωριά αυτά προσφέρονταν για κτηνοτροφικές δραστηριότητες λόγω των μεγάλων εκτάσεων και βοσκοτοπίων, ευνοώντας έτσι την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας κατά κύριο λόγο και της γεωργίας κατά δεύτερο. Ώθηση στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της γεωργίας έπαιξαν εξάλλου, όπως τονίσαμε και οι απαλλοτριώσεις εθνικών γαιών. Εξάλλου, στο χρονικό διάστημα 1922-1939 παρατηρήθηκε στην Ήπειρο μια αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων κοντά στα 663,1 τ. χλμ που αντιστοιχούσε σε 5,33% του συνόλου. Έτσι, ο θεσμός της απαλλοτρίωσης αποτέλεσε πόλο έλξης για την εποίκηση κυρίως ημιορεινών και ορεινών οικισμών, αλλά και πεδινών, όπως της Φιλιππιάδας και των υπολοίπων που παρατηρήθηκε μία αύξηση του πληθυσμού τους.

Το 1940 παραμονές της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου η κοινότητα Φιλιππιάδας αποτελείται από τους οικισμούς της Νέας Φιλιππιάδας, του Ελευθεροχωρίου και της Παλαιάς Φιλιππιάδας. Έτσι, οι τρεις οικισμοί αποτελούσαν στις περισσότερες απογραφές, όπως και εξακολουθούν να αποτελούν, τον πολεοδομικό ιστό της Φιλιππιάδας, καθώς γειτνιάζουν με τον ομώνυμο οικισμό σε ακτίνα το πολύ ενός χιλιομέτρου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ευκολότερη μετακίνηση των κατοίκων από τον έναν οικισμό στον άλλον.

Ως προς το συνολικό πληθυσμό, η κοινότητα Φιλιππιάδας όπως προκύπτει το 1940, παρουσιάζει αύξηση του πληθυσμού της σε σχέση με το 1913 τόσο στη Νέα Φιλιππιάδα με 18,95% και το Ελευθεροχώρι με 88,96% όσο και στην Παλαιά Φιλιππιάδα με μία μικρή αύξηση 5,13%. Η απαλλοτρίωση μεγάλων ιδιωτικών, εθνικών, εκκλησιαστικών γαιών, που ξεκίνησε από το 1917 και εντατικοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια με την άφιξη και αποκατάσταση των προσφύγων φαίνεται ότι λειτούργησε ευεργετικά στην Ήπειρο. Ήδη, τα τσιφλίκια που απαλλοτριώθηκαν μέχρι το 1938 στην Ήπειρο ανέρχονταν στα 471, που αντιστοιχούν στα 2.003.965 στρέμματα, τα οποία δόθηκαν σε 39.835 οικογένειες. Ως αποτέλεσμα αυτού, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες, έτσι ώστε η πεδινή αγροτική ενδοχώρα να εποικίζεται από σημαντικό σε αριθμό πληθυσμιακό δυναμικό.

Από το χρονικό διάστημα 1951 έως 1981 η Φιλιππιάδα χαρακτηρίζεται από πληθυσμιακή σταθερότητα, καθώς η αύξηση που παρατηρείται στον πληθυσμό της είναι αμελητέα. Τα διοικητικά όρια της Φιλιππιάδας αλλάζουν και κατά την περίοδο 1951-1981. Ιδιαίτερη καινοτομία αποτελεί ότι από το 1951 έχουμε τη σύσταση του δήμου Φιλιππιάδος ο οποίος αποτελείται από τη Φιλιππιάδα, το Ελευθεροχώρι και την Παλιά Φιλιππιάδα. Ο δήμος το 1951 αποτελείται από 3.173 κατοίκους. Σε σχέση με το 1941 ο δήμος παρουσιάζει συνολική αύξηση με 50,02%, η οποία παρουσιάζεται στη Νέα Φιλιππιάδα με 124,57%, στην Παλαιά Φιλιππιάδα με μικρότερη αύξηση 32,69% ενώ στο Ελευθεροχώρι παρουσιάζει μείωση με 14,24%. Η πληθυσμιακή μεταβολή μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ακολουθεί πτωτική πορεία. Τότε η πόλη αρχίζει να υποδέχεται σημαντικό αριθμό ατόμων από την ύπαιθρο, οι οποίοι κατέφυγαν στην πόλη για να προφυλαχτούν από τα εμφυλιοπολεμικά γεγονότα. Αυτό συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Αυτή είναι και η αιτία λοιπόν που ο δήμος παρουσιάζει συνολική αύξηση 50,02% σε σχέση με το 1941. Διότι, στη μετεμφυλιακή περίοδο συντελέστηκε μία εκτεταμένη μετακίνηση ορεινών πληθυσμών, κατ’ αρχάς για πολιτικούς και αργότερα για οικονομικούς λόγους.(άνω τελεία) η μετακίνηση είχε ως κατεύθυνση πεδινές περιοχές της χώρας.

Το 1961, ο δήμος Φιλιππιάδας αποτελείται από την Φιλιππιάδα και την Παιδούπολη Ζηρού Φιλιππιάδος. Διότι, η Παλαιά Φιλιππιάδα και το Ελευθεροχώρι αποτελούν συνοικισμούς της Φιλιππιάδας. Η διοικητική αστάθεια του δήμου σε συνδυασμό με τις μετακινήσεις αποτελούσαν τους βασικότερους λόγους που ο δήμος παρουσιάζει συγκριτικά μεγαλύτερο πληθυσμό με 7,09% σε σχέση με το 1951. Από την μεταπολεμική περίοδο αρχίζει μια πτώση του πληθυσμού στον ηπειρωτικό χώρο η οποία γίνεται πιο εντυπωσιακή στα τέλη του 1950, όταν αρχίζουν να εκδηλώνονται οι οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές στην Ελλάδα. Εξάλλου, οι συνέπειες της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου ήταν τεράστιες.

Το 1971 ο δήμος εμφανίζει μία μικρότερη αύξηση του πληθυσμού με 5,76% σε σχέση με το 1961, που οφείλεται και εδώ στις διοικητικές μεταβολές που επηρεάζουν εκ νέου τον πληθυσμό του δήμου, ο οποίος αποτελείται από τρεις οικισμούς, την Φιλιππιάδα, τον Άγιο Γεώργιο και την Παιδούπολη, καθώς και από το φαινόμενο της μετανάστευσης.

Παρακολουθώντας τις απογραφές του 1951, 1961 και 1971, διαπιστώνεται πως η πληθυσμιακή εξέλιξη της Φιλιππιάδας ως το 1971 είναι αμελητέα. Αυτό δείχνει ότι η ύπαιθρος του νομού Πρεβέζης έλκεται από την Αθήνα. Η έλλειψη οικονομικών δομών δεν της επέτρεπε να αντισταθεί στην έλξη της Αθήνας, προς την οποία κινήθηκαν κατά κύριο λόγο οι Πρεβεζάνοι, και ταυτόχρονα δεν είχε τις δυνατότητες να δελεάσει τον μετακινούμενο αγροτικό πληθυσμό. Η μείωση οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι οι κάτοικοι της υπαίθρου μετακινήθηκαν προς τη Γερμανία και την Αθήνα. Σε αυτό συνετέλεσε κατά μεγάλο βαθμό η μη συγκεντροποίηση των γαιών, που αποτελούσε ένα επίσης αγκάθι για τον αγροτικό πληθυσμό, γεγονός που ενίσχυε τις μετακινήσεις. Εξάλλου, ένα σπουδαίο μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής γεωργίας είναι η τάση προς κατάτμηση μάλλον παρά προς συγκέντρωση. Η περιοχή όμως, της Φιλιππιάδας ιδιαίτερα, στρέφεται και προς τα αστικά κέντρα της Ηπείρου, δηλαδή στα Ιωάννινα και στην Άρτα. Η Άρτα αντιστέκεται στην εξέλιξη του λιμανιού της Πρέβεζας, γιατί διαθέτει- όπως και διέθετε άλλωστε δική της «σκάλα» ήδη από το εμπόριο των Γάλλων στην Άρτα κατά τον 18ο αιώνα- που εξυπηρετούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες. Η έλξη γίνεται ακόμη μικρότερη, αν υπολογιστεί ότι η Κορωνησία, ανήκε ως πρόσφατα στο νομό Πρέβεζας, έλκεται από την Άρτα, η οποία είχε γοργότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την Πρέβεζα και ταυτόχρονα ήταν σε μικρότερη χιλιομετρικά απόσταση, κάτι που το εκμεταλλεύτηκε δρομολογώντας αυτοκίνητα στις περιοχές αυτές, για να διοχετεύσει το καταναλωτικό κοινό στη δική της αγορά. Η διαφαινόμενη προοπτική, να ασκεί αστική επιρροή η Άρτα στα χωριά του νομού και στη Φιλιππιάδα, κινητοποίησε στη δεκαετία του 1950 και το Δημοτικό Συμβούλιο Πρέβεζας.

Πληθυσμιακή σταθερότητα συνεχίζει να παρουσιάζει ο δήμος Φιλιππιάδας και κατά την απογραφή του 1981. Όπως και στις προηγούμενες απογραφές, τα διοικητικά όρια του δήμου έχουν αλλάξει εκ νέου, καθώς αποτελείται πλέον από δύο οικισμούς, τη Φιλιππιάδα και τον Άγιο Γεώργιο. Αυτή είναι και η αιτία λοιπόν, που ο δήμος παρουσιάζει μια συνολική μείωση του πληθυσμού με 7,83%, αφού στην παρούσα απογραφή δεν προσμετράται η Παιδούπολη, η οποία δεν αποτελεί πλέον οικισμό του δήμου. Η Νέα Φιλιππιάδα παρουσιάζει αμελητέα αύξηση με 0,95%, ενώ ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζει τον ίδιο αριθμό κατοίκων, όπως και στην απογραφή του 1971, δηλαδή 54 κατοίκους. Η ουσία λοιπόν είναι ότι κατά το χρονικό διάστημα 1951 έως 1981, ο δήμος Φιλιππιάδας χαρακτηρίζεται από μία πληθυσμιακή σταθερότητα. Αυτό οφείλεται στην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, καθώς το καθεστώς των κατακερματισμένων γαιών και της μη συγκεντροποίησής του αποτελούσε απ’ ότι φαίνεται τροχοπέδη για την εποίκηση των οικισμών της Φιλιππιάδας και της αγροτικής ενδοχώρας γενικότερα.

Αυτό που παρατηρείται λοιπόν από τις απογραφές του 1951, 1961 και 1971 είναι ότι μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και συγκεκριμένα μετά το 1946, αρχίζει πολύ έντονα το φαινόμενο της μετανάστευσης όπου οι μετανάστες μετακινούνται κυρίως προς τις υπερπόντιες χώρες (Η.Π.Α., Αυστραλία, Καναδάς) και όσον αφορά στον ελληνικό χώρο, κυρίως προς της Αθήνα. Από το φαινόμενο αυτό δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθεί η Φιλιππιάδα, όπου από το 1951 έως το 1981 παρουσιάζει μια αμελητέα αύξηση του πληθυσμού της. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η Ήπειρος παρουσίασε τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κίνηση κατά το έτος 1970 (8%). Κατά το έτος αυτό, μετανάστευσαν 8.219 άτομα, δηλαδή το 3% του συνολικού πληθυσμού της Ηπείρου. Το φαινόμενο της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης είχε πολλές συνέπειες για την δήμο Φιλιππιάδας. Η μαζική μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού προς τις υπερπόντιες και ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και προς την Αθήνα και άλλα αστικά κέντρα σε ό,τι αφορά στον ελλαδικό χώρο, κατά την περίοδο 1955-1971, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του εργατικού δυναμικού, την ερήμωση της υπαίθρου, αλλά και τη διάλυση της οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής.

Επίσης, η μετανάστευση του πληθυσμού του δήμου Φιλιππιάδας της περιόδου 1955-1971 για αναζήτηση εργασίας συνέβαλε κατά μεγάλο ποσοστό στην πτώση της γεννητικότητας και τη γήρανση του πληθυσμού της Ηπείρου γενικότερα, ιδιαίτερα των αγροτικών περιοχών. Μια από τις χαρακτηριστικότερες επιπτώσεις του μεταναστευτικού αυτού ρεύματος, στη γεωργία είναι η προσθήκη μιάς ακόμη επιπλοκής στη γεωργική ιδιοκτησία. Πολλές εκτάσεις έμειναν ακαλλιέργητες ή διατηρήθηκαν ως αρχέγονες γεωργικές εκμεταλλεύσεις στα χέρια ηλικιωμένων αγροτών που αντιμετωπίζουν αδυναμία προσαρμογής προς τη σύγχρονη τεχνολογία της γεωργικής οικονομίας και τα σύγχρονα συστήματα για τη διάρθρωση της γεωργικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των συναλλαγών στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.

Μοναδική αναλαμπή αποτελεί η απογραφή του 1991, όπου παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού της με τον βασικότερο λόγο να αποτελεί η μείωση της μετανάστευσης. Αν και ο δήμος αποτελείται μόνο από έναν οικισμό, δηλαδή τον ομώνυμο οικισμό, εν τούτοις εμφανίζει άνοδο του πληθυσμού με 23,20% σε σχέση με το 1981. Εννοείται ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στη Φιλιππιάδα είναι ενταγμένοι όπως και στις προηγούμενες απογραφές του 1971 και 1981 οι πλησιέστεροι οικισμοί της, δηλαδή η Παλιά Φιλιππιάδα και το Ελευθεροχώρι. Η αύξηση αυτή την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στη μείωση του μεταναστευτικού κύματος, αλλά παροδική, καθώς στην τελευταία απογραφή του 2001, προκύπτει μείωση του πληθυσμού του δήμου. Η μείωση της μετανάστευσης πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι, περί το τέλος του αιώνα (από τη δεκαετία του 1980) σημειώθηκε μερική επιστροφή, χωρίς, ωστόσο, να ακυρώνονται επί τους ουσίας οι γενιές συνθήκες ερήμωσης του ορεινού χώρου. Κυρίως όμως, επρόκειτο περί ηλικιωμένων κυρίως ατόμων, που ανέπτυξαν μια παράλληλη σχέση με τη γενέτειρά τους.

Ωστόσο το φαινόμενο ήταν παροδικό καθώς η απογραφή του 2001 έρχεται να επιβεβαιώσει το φαινόμενο των μετακινήσεων. Σ’ αυτή την απογραφή επειδή τα διοικητικά όρια του δήμου έχουν αλλάξει, αφού αποτελείται πλέον από δέκα Δημοτικά Διαμερίσματα, είναι λογικό να αυξήθηκε και ο πληθυσμός του δήμου. Έτσι, ο δήμος Φιλιππιάδας παρουσιάζει πληθυσμό 8.429 κατοίκων. Ποσοστό μικρό, αν αναλογιστεί κανείς όμως, ότι αποτελείται από δέκα Διαμερίσματα, με δεδομένο ότι σε κάθε Δημοτικό Διαμέρισμα, συμπεριλαμβάνονται και διπλανοί συνοικισμοί. Το κυριότερο συμπέρασμα λοιπόν που αντλείται από αυτή την απογραφή είναι η μικρή πληθυσμιακή εποίκιση της επαρχίας. Τα περισσότερα χωριά του δήμου αποτελούνται από πολύ μικρό πληθυσμό. Η μετανάστευση, κυρίως προς τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη), όπου γίνονται τα μεγάλα δημόσια έργα, όπως η γέφυρα Ρίου Αντιρρίου, ο αερολιμένας Ελευθέριος Βενιζέλος και το μετρό Αθηνών, συνεχίζεται με έντονους ρυθμούς, με αποτέλεσμα η επαρχία να ερημώνει.

Συμπερασματικά λοιπόν, κοινός παρονομαστής όλως των απογραφών είναι η διοικητική αστάθεια του δήμου, με τα διοικητικά του όρια να μεταβάλλονται συνεχώς. Έτσι, δεδομένου ότι οι περισσότεροι οικισμοί του δήμου βρίσκονται κυκλικά του δήμου και σε ακτίνα πολύ κοντινή προς τη Φιλιππιάδα, το γεγονός αυτό ευνοούσε τις τοπικές μετακινήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Άρτα, όπου πολλοί κάτοικοι εργάζονται στους πορτοκαλεώνες.

Επομένως, αφενός η διοικητική αστάθεια του δήμου με την αλλαγή των διοικητικών του ορίων και αφετέρου οι μετακινήσεις και η μετανάστευση είχαν ως αποτέλεσμα τις αυξομειώσεις του συνολικού πληθυσμού του δήμου. Τα αποτελέσματα, όπως παρατηρείται από τους πίνακες 1 και 2 είναι θεαματικά. Ειδικότερα, το 1920 παρατηρείται μία μεγάλη θεαματική μείωση του δήμου Φιλιππιάδας που φτάνει το 719,22% σε σχέση με το 1913, το 1928 μία μεγάλη αύξηση 423,77% σε σχέση με το 1920, το 1940 μία μεγάλη μείωση 634,27% σε σχέση με το 1928 και από εκεί και πέρα πάμε σε μικρότερα ποσοστιαία μεγέθη. Δηλαδή, το 1951 βλέπουμε μία αύξηση 50,02% έναντι του 1940 και από την χρονική διάρκεια 1951 έως το 1981 παρατηρούμε πληθυσμιακή σταθερότητα, με 7,09%, 5,76% και μείωση 7,83%. Το 1991 παρατηρείται μία μεγάλη αύξηση 21,20% και φτάνουμε στην τελευταία απογραφή του 2001 με αύξηση 108,60% σε σχέση με το 1991.

Επομένως, η κοινή βάση όλων των ανωτέρω απογραφών από το 1913 ως το 2001, είναι οι δημογραφικές συνέπειες της μετανάστευσης για τον δήμο Φιλιππιάδας, αφού δεν περιορίζονται μόνο στην αριθμητική μείωση του πληθυσμού κατά το μέρος εκείνο που μεταναστεύει, αλλά επεκτείνονται και μεταβάλλουν τη δομή του πληθυσμού, τόσο από άποψη της φυλής, όσο και κατά σύνθεσης της ηλικίας, καθώς μεταναστεύουν νέοι και κατά κανόνα άρρενες. Αυτή η ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων καταδεικνύει την τάση αιμορραγίας του ανδρικού πληθυσμού. Οι μεταβολές αυτές λοιπόν της δομής του πληθυσμού έχουν άμεση επίπτωση σε όλα τα δημογραφικά μεγέθη: στη γαμηλιότητα, στη θνησιμότητα και στη γεννητικότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Εθνική Στατιστική Υπηρεσία.

2. Έκδοση Κεντρικής Ενώσεως Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος, Στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων (Από της εφαρμογής του νόμου ΔΝΖ’ του έτους 1912 και εφεξής), τόμ. 4ος, Αθήναι Ιούλ. 1961, Νομός Άρτης τόμ. 39ος, Αθήναι Αύγ. 1962, Νομός Πρεβέζης.

3. Αραβαντινός Παν., Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, τόμ. 1ος, Ιωάννινα 1984.

4. Αραβαντινός Π., Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων ελληνικών και ιλλυρικών χωρών, τομ. 2ος, εν Αθήναις 1856.

5) Αραβαντινός Σπ., Ιστορία Αλή πασά Τεπελενλή, τόμ. Ι, εν Αθήνας 1895, ανατύπ. 1979.

6) Αυδίκος Β., Πρέβεζα 1945-1990, Όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης, Λαογραφική εξέταση, Διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, εκδόσεις Δήμου Πρέβεζας 1991.

7) Βακατσάς Κ., Η γενική διοίκηση Ηπείρου, η αγροτική ιδιοκτησία (1913-1918), Διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1001.

8) Βαρβαρέσος Κυριάκος, Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος, πρόλ. Ι. Πεσμαζόγλου – εισαγ. Κ. Κωστής, Αθήνα 2002.

9) Βεργόπουλος Κ., Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα-Το πρόβλημα της κοινωνικής ενσωμάτωσης της γεωργίας, Αθήνα 1986.

10) Εθνικισμός και οικονομική ανάπτυξη, Η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο, Αθήνα 1978. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922, ο ελληνικός στρατός εις την Σμύρνην (Μάιος 1919-Μάιος 1920), Αθήνα 1957.

11) Ανεφοδιασμοί και μεταφοραί κατά την Μικρασιατικήν εκστρατείαν (1919-1922), Αθήναι 1969.

12) Επίτομος ιστορία της εις Μικράν Ασίαν εκστρατείας 1919-1922, Αθήναι 1967.

13) Ιστορία του ελληνικού στρατού 1821-1997, Αθήνα 1997.

14) Επιχειρήσεις προς Άγκυραν 1921, μέρος Α’, Αθήναι 1965 και μέρος Β’, Αθήναι 1965.

15) Smith W., A Dictionary of Greek and Roman Geografy, Νέα Υόρκη 2006.

16) Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών Πρακτικά Δημογραφικού Συνεδρίου, Αθήνα, 5-6 Οκτωβρίου 1992, Οι δημογραφικές εξελίξεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, επιμέλεια Β. Κοτζαμάνης, Λ. Μαράτου-Αλιμπράντη, Αθήνα 1994.

17) Ευαγγελίδης Χ., Η γεωργία της Ελλάδος, Αθήνα 1944.

18) Hammond N.G.L., Ήπειρος, τόμ. Α’, Η γεωγραφία, τα’ αρχαία ερείπια η ιστορία και η τοπογραφία της Ηπείρου και των παρακειμένων χωρών, μετάφραση Αθανασίου Χρ. Γιάγκα, Αθήνα 1971.

19) Κοκολάκης Μιχ., Το ύστερο γιαννιώτικο πασαλίκι. Χώρος, διοίκηση και πληθυσμός στην Τουρκοκρατούμενη ΄Ηπειρο (1820-1913), Αθήνα 2003.

20) Κόμης Κ., Δημογραφικές όψεις της Πρέβεζας 16ος-18ος αιώνας, Ιωάννινα 1999.

21) Κοτζαμάνης Β., Παππάς Β., Οι χωρικές διαστάσεις των δημογραφικών δεδομένων, Βόλος 2001.

22) Κωστής Κ., Αγροτική οικονομία και γεωργική τράπεζα (όψεις της ελληνικής οικονομίας στο Μεσοπόλεμος 1919-1928), Αθήνα 1987.

23) λεξικό Διοικητικών Μεταβολών των Δήμων και Κοινοτήτων (1912-2001), τόμ. Α΄, Αθήνα 2002.

24) Σακελλαρίου Μ.Β., Ήπειρος 4000 χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, Εκδοτική Αθηνών 1997.

25) Σιορόκας Γ., Το γαλλικό προξενείο της Άρτας (1702-1789), Διδακτορική Διατριβή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1981.

26) Χαλιάπα Α., Η ενσωμάτωση των μεταναστών στην Ελλάδα, η προβληματική της δεύτερης γενιάς, Διδακτορική Διατριβή στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2009.

27) Χουλιαράκης Μιχαήλ, Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμιακή Εξέλιξη της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α1, Αθήναι 1973, τόμ. Α2, Αθήναι 1974, τόμ. Β΄, 1975.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)