Γράφει Δημήτριος Κολιός

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ-ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑΣ

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ- ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Ο Δημήτριος Κολιός γεννήθηκε στα Ιωάννινα. Ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Εν συνεχεία σπούδασε Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Επίσης, είναι Παιδαγωγός Ειδικής Αγωγής με επάρκεια στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα και στην Ελληνική γραφή braille. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και υποψήφιος διδάκτορας στη Φιλοσοφική σχολή του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών του σπουδών έχει εκπονήσει πολυάριθμες μελέτες με θέμα την οικονομική και κοινωνική ιστορία, όπως και την ιστορική δημογραφία του νομού Πρέβεζας κατά τους νεώτερους χρόνους.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913, με την οποία τερματίζονταν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, Έλληνες από τη Βουλγαρία, καθώς και από τη Δυτική Θράκη και το τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας, που είχαν κατακυρωθεί στη Βουλγαρία, καθώς και από περιοχές που είχαν κατακυρωθεί στη Σερβία, έφθασαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, όπως στην Ήπειρο, τη Φιλιππιάδα και τα γειτονικά χωριά γύρω από αυτή. Η υποδιοίκηση της Φιλιππιάδας στις αρχές τους 20ου αιώνα περιελάμβανε τις περιοχές που ανήκαν στον καζά του Λούρου. Βόρεια, η υποδιοίκηση της Φιλιππιάδας έφτανε μέχρι το Κουκλέσι, το Τέροβο και τη Σκλίβανη. Ανατολικά, ως φυσικό όριο υπήρξε ο ποταμός Άραχθος, που από το 1881, μέχρι την απελευθέρωση της Ηπείρου στα 1912-13, αποτέλεσε το όριο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στα νότια, η υποδιοίκηση της Φιλιππιάδας έφτανε ως τον Αμβρακικό κόλπο που σχηματίζει τη λιμνοθάλασσα Λογαρού, της Ροδιάς και το ιχθυοτροφείο Τσουκαλιό. Στα δυτικά, η υποδιοίκηση είχε ως φυσικό όριο τον ποταμό Λούρο, ενώ στα βορειοδυτικά τα Θεσπρωτικά όρη αποτελούσαν επίσης φυσικό σύνορο της περιοχής.

Το 1913 ο οικισμός Κερασώνας, ο οποίος ανήκε στην υποδιοίκηση Φιλιππιάδας, αποτελείται από 157 κατοίκους. Οι εγγεγραμμένοι άνδρες ανέρχονται σε 79, ενώ οι εγγεγραμμένες γυναίκες εμφανίζονται κατά ένα νούμερο λιγότερο, δηλαδή 78. Έτσι, αυτό που εξάγεται από την συγκεκριμένη απογραφή είναι η ίδια η πληθυσμιακή αναλογία που παρουσιάζουν τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, αφού η διαφορά μεταξύ τους είναι αμελητέα με τους άνδρες να εμφανίζουν αμελητέα πληθυσμιακή άνοδο της τάξης του 1,28%.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1913, ο οικισμός Κερασώνας, όπως και πολλοί άλλοι γειτονικοί οικισμοί, παρουσίασαν μία αμελητέα πληθυσμιακή αύξηση του πληθυσμού τους, σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή του 1907. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την αύξηση έπαιξε η λήξη των Βαλκανικών πολέμων και η άφιξη του νέου πληθυσμιακού δυναμικού στην περιοχή της Ηπείρου γενικότερα. Ωστόσο, η μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση είναι γεγονός, ότι παρατηρήθηκε σε ορεινούς και ημιορεινούς οικισμούς και όχι σε πεδινούς.

Γι’ αυτό τον λόγο χωριά με υψηλό υψόμετρο και με μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε στρέμματα όπως, το Ανώγι, οι Γκουλιάδες (Γυμνότοπος), το Βορδώ (Μονολίθι), η Κλεισούρα, οι Κουμτζάδες (Αμμότοπος), η Κρανιά (Κρανέα), τα Μουλιανά (Γοργόμυλος), η Μπρένιτσα (Κορφοβούνι), η Νάσσαρι (Άσσος), το Νικολίτσι, η Νισίστα, οι Παπαδάτες, η Ποδογόρα (Ριζοβούνι) και η Ραψίστα, εμφανίζουν υψηλά ποσοστά πληθυσμιακής αύξησης. Ειδικά μάλιστα τα χωριά Ποδαγόρα (Ριζοβούνι), Ραψίστα, Παπαδάτες, Κουμτζάδες (Αμμότοπος), Μουλιανά (Γοργόμυλος), Κρανιά (Κρανέα), εμφανίζουν πάνω από 800 κατοίκους. Αυτό οφείλεται πιθανότατα στον μεγάλο αριθμό εκτάσεων και βοσκοτοπίων που διέθεταν αυτά τα ορεινά χωριά, όπως τα Μουλιανά (Γοργόμυλος), το Τσαγκαρόπουλο, η Κλεισούρα, οι Γκουλιάδες (Γυμνότοπος), η Κρανιά (Κρανέα), οι Κουμτζάδες (Αμμότοπος) και η Μπρένιτσα (Κορφοβούνι), φτάνοντας κατά μέσο όρο τα 30 χιλιάδες στρέμματα ευνοώντας έτσι, την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της γεωργίας.

Αντίθετα, ο οικισμός Κερασώνας, με χαμηλό υψόμετρο που φτάνει τα 140 μέτρα και με έκταση 13.649 τετραγωνικά στρέμματα- όπως και πολλοί άλλοι πεδινοί οικισμοί με χαμηλό υψόμετρο– δεν αποτελούσε πόλο έλξης για το πληθυσμιακό δυναμικό, λόγω των βαλτικών εκτάσεων, που παρείχαν μόνο βοσκή το φθινόπωρο και την άνοιξη και των αρχέγονων καλλιεργητών μεθόδων.

Η μελέτη της απογραφής του 1913 οδηγεί σε ένα σημαντικό συμπέρασμα, το οποίο θα αποτυπωθεί ενδελεχώς καλύτερα μέσα από τις επόμενες απογραφές. Από την παρατήρηση της απογραφής του 1913 προκύπτει μία αμελητέα μεγαλύτερη αναλογία του άρρενος πληθυσμού 1,28% έναντι του γυναικείου στον οικισμό Κερασώνα. Οι λόγοι για τους οποίους ο ανδρικός πληθυσμός εμφανίζεται μεγαλύτερος έναντι του γυναικείου, είναι οι εξής: α) Οι αντιλήψεις της εποχής (και όχι μόνο) σχετικά με την ελλιπή καταγραφή του γυναικείου πληθυσμού, β) η ανάγκη καταγραφής του ανδρικού κυρίως πληθυσμού για στρατολογικούς και φορολογικούς κυρίως λόγους, γ)η υψηλότερη θνησιμότητα του γυναικείου πληθυσμού, ειδικά στην νεαρή ηλικία λόγω των δυσκολιών των τοκετών, δ) και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις του ενεργού ανδρικού πληθυσμού, είτε για μετανάστευση είτε για μετοικεσία, αίτια γάμου, των νεαρών γυναικών.

Η απογραφή του 1928 είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι ο οικισμός Κερασώνα συστάθηκε σε κοινότητα, η οποία αποτελούσε μία από τις 26 κοινότητες της επαρχίας Φιλιππιάδας. Η απογραφή του 1928 έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που συμβαίνει γενικά σε ολόκληρο τον Ηπειρωτικό χώρο, δηλαδή μια εντυπωσιακή αύξηση της κοινότητας, με συνολικό πληθυσμό 355 κατοίκους, από τους οποίους οι εγγεγραμμένοι άνδρες ανέρχονται σε 172 και οι γυναίκες σε 163. Η αύξηση αυτή παρατηρείται τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, αφού οι μεν πρώτοι εμφανίζουν μεγαλύτερη συχνότητα κατά 117,72% σε σύγκριση με το 1913, ενώ το γυναικείο φύλο αυξημένη συχνότητα κατά 108,97% αντίστοιχα.

Ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός αποτελεί επίσης, το άνοιγμα της ψαλίδας της συχνότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αυτό συνεπάγεται την υπεροχή του ανδρικού φύλου, οι οποίοι εμφανίζουν πληθυσμιακή άνοδο κατά 5,52% έναντι των γυναικών. Ενώ, δηλαδή, το 1913 η μεταξύ τους διαφορά κυμαίνονταν στο 1,28% τώρα παρατηρείται ένα περαιτέρω άνοιγμα των αναλογιών τους, όπως και στην απογραφή του 1913. Αν και από το 1920 και εξής, στο σύνολο του ελλαδικού χώρου παρατηρείται μία μείωση των ανδρών σε τέτοιο βαθμό, ώστε άνδρες να εμφανίζονται στις πραγματικές τους διαστάσεις, δηλαδή λιγότεροι των γυναικών, εν τούτοις στην κοινότητα Κερασώνα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, για τους ίδιους λόγους, όπως ακριβώς και κατά την απογραφή του 1913.

Ωστόσο, παρατηρώντας άλλους οικισμούς, όπως, ο Γοργόμυλος (Μουλιανά), η Κρανιά, το Νικολίτσι, είναι γενικά αποδεκτό ότι ο πληθυσμός φαίνεται να προτιμάει και σ’ αυτή την απογραφή κυρίως οικισμούς με υψηλό υψόμετρο διότι, τα χωριά αυτά προσφέρονταν για κτηνοτροφικές δραστηριότητες, λόγω των μεγάλων εκτάσεων και βοσκοτοπίων, ευνοώντας έτσι την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας κατά κύριο λόγο και της γεωργίας κατά δεύτερο. Ώθηση μάλιστα, στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της γεωργίας έπαιξαν οι απαλλοτριώσεις εθνικών γαιών. Καθώς στο χρονικό διάστημα 1922-1939 παρατηρήθηκε στην Ήπειρο μία αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων κοντά στα 663,1 τ. χλμ. που αντιστοιχούσε σε 5,33% του συνόλου. Έτσι, ο θεσμός της απαλλοτρίωσης αποτέλεσε πόλο έλξης για την εποίκιση κυρίως ημιορεινών και ορεινών οικισμών, αλλά και πεδινών, όπως της κοινότητας Κερασώνα, όπου παρατηρήθηκε μία αύξηση του πληθυσμού της. Ωστόσο, παρά την σημαντική πληθυσμιακή εποίκηση που παρατηρήθηκε στον οικισμό Κερασώνα, είναι γεγονός ότι οι πεδινοί οικισμοί δεν προσέφεραν ακόμα τις προϋποθέσεις για πεδινή κατοίκηση, με τους αντίστοιχους ορεινούς, αφενός λόγω της παραγωγικής καθυστέρησης αυτών των οικισμών και αφετέρου της μικρής προσέλευσης προσφύγων. Διότι, οι πεδινοί οικισμοί, δεν προσφέρονταν ακόμη παρά τις όποιες προσπάθειες με την απαλλοτρίωση και την διανομή γαιών, για βιομηχανικές και γεωργικές δραστηριότητες, λόγω των βαλτικών εκτάσεων. Εξάλλου, ένας επιπλέον ανασταλτικός παράγοντας που αποτελούσε νωρίτερα τροχοπέδη για την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής, ήταν και το φαινόμενο των συνεχών πολέμων με όλες τις συνέπειες τους για τον ανδρικό πληθυσμό (θάνατοι, πληθυσμιακές μετακινήσεις, έλλειψη εργατικών χεριών). Ειδικότερα, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος και η Μικρασιατική εκστρατεία λόγω της απουσίας των περισσοτέρων αγροτών στο μέτωπο προξένησαν μείωση καλλιεργειών.

Το 1940 βρισκόμαστε παραμονές της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου. Η απογραφή του 1940 βρίσκει την κοινότητα Κερασώνα να αποτελείται από 278 κατοίκους, από τους οποίους οι 145 είναι άνδρες και οι 133 γυναίκες. Το σημαντικότερο που παρατηρείται σε αυτή την απογραφή είναι μία μείωση του πληθυσμού τόσο στους άνδρες, όσο και στις γυναίκες. Η μείωση αυτή φτάνει σε συνολικό πληθυσμό στο 27,69%, σε σύγκριση με το 1928. Η μείωση αυτή είναι αισθητή τόσο στους άνδρες με 18,62%, όσο και στις γυναίκες με 22,55%. Πολύ σημαντικό στοιχείο από την συγκεκριμένη απογραφή αποτελεί το γεγονός ότι παραμένει ανοιχτή η ψαλίδα υπερίσχυσης του ανδρικού φύλου έναντι του γυναικείου, δεδομένο ότι τώρα η μεταξύ τους διαφορά αυξήθηκε στο 9,02%.

Από την συγκεκριμένη απογραφή όμως, εξάγεται ένα επιπρόσθετο συμπέρασμα, πράγμα που σημαίνει ότι αν και δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες, έτσι ώστε η πεδινή αγροτική ενδοχώρα να εποικίζεται από σημαντικό σε αριθμό πληθυσμιακό δυναμικό, η κοινότητα Κερασώνα, παρουσιάζει μείωση του πληθυσμού της. Οι κατάλληλες αυτές συνθήκες οφείλονταν, όπως ειπώθηκε, στην απαλλοτρίωση μεγάλων ιδιωτικών, εθνικών, εκκλησιαστικών γαιών, που ξεκίνησε από το 1917 και εντατικοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια με την άφιξη και αποκατάσταση των προσφύγων στην Ήπειρο. Ήδη, τα τσιφλίκια που απαλλοτριώθηκαν μέχρι το 1938 στην Ήπειρο ανέρχονταν στα 471, που αντιστοιχούν στα 2.003.965 στρέμματα, τα οποία δόθηκαν σε 39.835 οικογένειες. Επιπλέον, πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε αρχίσει μια σταδιακή κάθοδος ορεινών πληθυσμών προς τους πεδινούς. Οι λόγοι επομένως της πληθυσμιακής μείωσης του Κερασώνα, πρέπει να ανιχνευτούν σε δημογραφικούς παράγοντες, όπως μετακινήσεις σε πλησιέστερους οικισμούς, στράτευση του άρρενος πληθυσμού (γερμανική κατοχή, ελληνοϊταλικός πόλεμος, εμφύλιος), υψηλή θνησιμότητα κυρίως του  γυναικείου φύλου λόγω των δυσκολιών των τοκετών.

Σημαντική καινοτομία στην απογραφή του 1951, αποτελεί το γεγονός ότι η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδας δίνει, στις απογραφές, μόνο το σύνολο κατοίκων. Δηλαδή, δεν παρέχεται η κατά φύλο σύνθεση. Το 1951 παρατηρείται μία σημαντική πληθυσμιακή έκρηξη στον οικισμό Κερασώνα, που φτάνει το 70,14% σε σχέση με την απογραφή του 1940. Η συχνότητα αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η πληθυσμιακή μεταβολή μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολουθεί ανοδική πορεία. Αυτό συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Αυτή είναι και η αιτία λοιπόν που ο Κερασώνας παρουσιάζει συνολική αύξηση 70,14% σε σχέση με το 1941. Διότι, στη μετεμφυλιακή περίοδο συντελέστηκε μία εκτεταμένη μετακίνηση ορεινών πληθυσμών, κατ’ αρχάς για πολιτικούς και αργότερα για οικονομικούς λόγους, προς πεδινές περιοχές της χώρας.

Το 1961 η κοινότητα Κερασώνα, διευρύνθηκε, διότι, αποτελείται από τους οικισμούς Κερασώνα και Αγίας Φανερωμένης. Ο συνολικός αριθμός των κατοίκων της κοινότητας ανέρχεται στους 642, από τους οποίους 352 είναι εγγραμμένοι στον οικισμό Κερασώνα και 290 στον οικισμό της Αγίας Φανερωμένης. Ο νέος οικισμός είναι ένας ημιορεινός οικισμός με υψόμετρο 380 μέτρων. Στη συγκεκριμένη απογραφή παρατηρείται αύξηση του συνολικού πληθυσμού σε σχέση με αυτή του 1951 κατά 35,72%. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην διεύρυνση της κοινότητας, αφού τώρα προσαρτήθηκε σε αυτή και ο οικισμός Αγίας Φανερωμένης. Λόγω όμως, της προσωπικής μου καταγωγής από τον συγκεκριμένο οικισμό, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ο συγκεκριμένος οικισμός αποτέλεσε πόλο έλξης μόνο για κτηνοτρόφους. Πρόκειται ωστόσο, για άγονο έδαφος που δεν ευνοούσε τις όποιες γεωργικές καλλιέργειες, γι’ αυτό τον λόγο προσέφερε ευνοϊκές προϋποθέσεις αποκλειστικά για κτηνοτροφικές ασχολίες και όχι για γεωργικές.

Το 1971 τα διοικητικά όρια της κοινότητας Κερασώνας, παραμένουν τα ίδια. Ωστόσο στην συγκεκριμένη απογραφή παρατηρείται μία αισθητή πτώση του πληθυσμού σε όλους τους οικισμούς. Ειδικότερα στον οικισμό Κερασώνα, παρατηρείται μείωση του πληθυσμού κατά 7,31% και στην Αγία Φανερωμένη μείωση κατά 123,07% σε σχέση με την απογραφή του 1961. Παρατηρείται επομένως, μια σημαντική πληθυσμιακή συρρίκνωση που στο σύνολό της φτάνει το 40,17%. Η μείωση αυτή γίνεται περισσότερο αισθητή στον ημιορεινό οικισμό της Αγίας Φανερωμένης, η οποία αγγίζει το 123,07%.

Αυτό που αποκαλύπτει η συγκεκριμένη απογραφή είναι ότι από την μεταπολεμική περίοδο αρχίζει μια πτώση του πληθυσμού στον ηπειρωτικό χώρο, η οποία στην κοινότητα Κερασώνα γίνεται αισθητή από το 1970 και εξής, όταν αρχίζουν να εκδηλώνονται οι οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές. Αυτό λοιπόν, έρχεται να επιβεβαιώσει η απογραφή του 1971, όσον αφορά την κοινότητα Κερασώνα. Η πτώση αυτή οφείλεται στις συνέπειες της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, οι οποίες ήταν τεράστιες. Η μεταπολεμική οικονομία, βασιζόμενη και στις επιλογές του αμερικανικού παράγοντα στις αρχές της δεκαετίας του 1950 γνώρισε μία αξιόλογη άνοδο. Όμως, η εντατικοποίηση στην αγροτική παραγωγή (αν και μετ’ εμποδίων, εξαιτίας πολυτεμαχισμού της ιδιοκτησίας αλλά και σε συνάφεια με τον γεωγραφικό παράγοντα), μέσω εισαγομένων λιπασμάτων και τεχνολογίας, είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του κόστους σε ένα χρονικώς επίπεδο, η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη μείωση των κρατικών επιδοτήσεων στον αγροτικό τομέα, οδήγησε στην συμπίεση του αγροτικού εισοδήματος.

Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει μία σοβαρή οικονομική κάμψη στην κοινότητα, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με συνέπεια τη σταδιακή εγκατάλειψή της από ένα σημαντικό τμήμα των κατοίκων της, ιδιαίτερα αισθητή στον οικισμό της Αγίας Φανερωμένης. Η μείωση λοιπόν αυτή, οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι οι κάτοικοι της υπαίθρου που γεννήθηκαν στο Μεσοπόλεμο μετακινήθηκαν σε μεγάλα ποσοστά στη Γερμανία, στην Αθήνα και σε μεγάλα αστικά κέντρα. Από την δεκαετία του 1960 και εξής ο αγροτικός πληθυσμός της κοινότητας Κερασώνα, αρχίζει να μεταναστεύεις κυρίως προς την Αθήνα, την Ευρώπη (Γερμανία) και προς τις υπερπόντιες χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία). Σε αυτό συνετέλεσε κατά μεγάλο βαθμό η μη συγκεντροποίηση των γαιών, που αποτελούσε ένα επίσης αγκάθι για τον αγροτικό πληθυσμό, γεγονός που ενίσχυε τις μετακινήσεις. Εξάλλου, ένα σπουδαίο μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής γεωργίας είναι η τάση προς κατάτμηση μάλλον παρά προς συγκέντρωση. Οι κάτοικοι της κοινότητας Κερασώνα, στρέφονται επίσης και προς τα αστικά κέντρα της Ηπείρου, δηλαδή στα Ιωάννινα και την Άρτα, λόγω του πορτοκαλεώνα της. Η Άρτα αντιστέκεται στην εξέλιξη του λιμανιού της Πρέβεζας, γιατί διαθέτει- όπως και διέθετε άλλωστε δική της «σκάλα» ήδη από το εμπόριο των Γάλλων στην Άρτα κατά το 18ο αιώνα- που εξυπηρετούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες.

Το 1981 η κοινότητα Κερασώνα παρουσιάζει μια σχετικά ικανοποιητική αύξηση του πληθυσμού της που φτάνει σε συνολικό ποσοστό το 12%. Οι εγγεγραμμένοι κάτοικοι σε αυτή την απογραφή ανέρχονται στους 513, έναντι 458 το 1971. Η αύξηση αυτή όμως, αφορά μόνο τον πεδινό οικισμό του Κερασώνα που παρατηρείται αύξηση κατά 32,31%. Αντίθετα, στον ημιορεινό οικισμό Αγίας Φανερωμένης παρατηρείται μείωση κατά 64,55%. Η μείωση που εξακολουθεί να συνεχίζεται στον συγκεκριμένο οικισμό πιθανότατα οφείλεται στην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Κυρίως μάλιστα στην εσωτερική, δεδομένο ότι πολλοί κάτοικοι μετακινήθηκαν προς τον πεδινό οικισμό Κερασώνα. Εξάλλου, πρόκειται για κοντινές αποστάσεις, αφού οι οικισμοί Κερασώνας και Αγίας Φανερωμένης, βρίσκονται σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων. Επίσης, το καθεστώς των κατακερματισμένων γαιών και της μη συγκεντροποίησης τους αποτελούσε απ’ ότι φαίνεται τροχοπέδη για την εποίκιση του οικισμού του ημιορεινού οικισμού. Εξάλλου, όπως ειπώθηκε και ανωτέρω το έδαφος δεν ευνοούσε για αγροτικές δραστηριότητες λόγω του άγονου και ξηρού εδάφους, παρά μόνο για κτηνοτροφικές δραστηριότητες όπως την ενασχόληση με αιγοπρόβατα.

Η μείωση του πληθυσμού της κοινότητας Κερασώνα, θα γίνει περισσότερο αισθητή στις μετέπειτα απογραφές του 1991 και του 2001. Έτσι, το 1991 παρατηρείται στην κοινότητα μια συνολική μείωση της τάξης του 17,93%, αφού οι εγγεγραμμένοι κάτοικοι ανέρχονται σε 435, σε σχέση με 513 το 1981. Η μείωση αυτή αφορά και τους δύο οικισμούς της, τόσο δηλαδή στον Κερασώνα, όσο και την Αγία Φανερωμένη. Στο μεν πρώτο παρατηρείται μείωση κατά 17,61% στην δε δεύτερη μείωση κατά 19,69% σε σύγκριση με το 1981.

Η μείωση αυτή συνεχίζεται και στην τελευταία απογραφή του 2001. Το 2001, ο Δήμος Φιλιππιάδας αποτελείται από δέκα Δημοτικά Διαμερίσματα, ένα εκ των οποίων είναι και το Δ.Δ. Κερασώνα, το οποίο εξακολουθεί να αποτελείται από τους συνοικισμούς Κερασώνα και Αγίας Φανερωμένης. Ενώ στην προτελευταία απογραφή του 1991, οι κάτοικοι που αποτελούσαν την κοινότητα, ανέρχονταν στους 435, τώρα το 2001, ανέρχονταν στους 411. Παρατηρείται δηλαδή μια πτώση που αγγίζει το 5,83%. Η πτώση αυτή για ακόμη μία φορά είναι περισσότερο αισθητή στην Αγία Φανερωμένη που αγγίζει ένα ποσοστό της τάξης του 53,48%. Αντίθετα, πιο ήπια είναι η πτώση στον Κερασώνα, η οποία είναι αμελητέα, αφού ανέρχεται στο 0,27%.

Επομένως και σε αυτή την απογραφή παρατηρείται μία τάση φυγής των κατοίκων της Αγίας Φανερωμένης, τόσο προς τον πεδινό οικισμό Κερασώνα, όσο και προς τα μεγάλα εσωτερικά αστικά κέντρα. Η μετανάστευση, κυρίως προς τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη), όπου γίνονται τα μεγάλα δημόσια έργα, όπως η γέφυρα Ρίου-Αντιρίου, ο αερολιμένας Ελευθέριος Βενιζέλος και το μετρό Αθηνών, έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς κατοίκους να μετακινηθούν προς εκεί, με αποτέλεσμα η επαρχία να ερημώνει.

Κοντολογίς στην παρούσα μελέτη εξετάστηκε η ιστορική δημογραφία της κοινότητας Κερασώνα από το 1913 έως και το 2001. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα μετά το 1960, αρχίζει πολύ έντονα το φαινόμενο της μετανάστευσης, όπου οι μετανάστες μετακινούνται κυρίως, προς τις υπερπόντιες χώρες (Η.Π.Α., Αυστραλία, Καναδάς) και όσον αφορά στον ελληνικό χώρο, κυρίως προς την Αθήνα. Από το φαινόμενο αυτό δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθεί η κοινότητα Κερασώνα, όπου από το 1971 έως το 2001 παρουσιάζει μείωση του πληθυσμού της. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η Ήπειρος παρουσίασε τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κίνηση κατά το έτος 1970 (8%). Κατά το έτος αυτό, μετανάστευσαν 8.219 άτομα, δηλαδή το 3% του συνολικού πληθυσμού της Ηπείρου. Το φαινόμενο της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης είχε πολλές συνέπειες για τον δήμο Φιλιππιάδας, και κατά επέκταση και για τον Κερασώνα. Η μαζική μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού προς τις υπερπόντιες και ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και προς την Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα σε ό,τι αφορά στον ελλαδικό χώρο, κατά την περίοδο 1971-2001, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του εργατικού δυναμικού, την ερήμωση της υπαίθρου, αλλά και τη διάλυση της οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής.

Επίσης, η μετανάστευση του πληθυσμού του Κερασώνα της περιόδου 1971-2001 για αναζήτηση εργασίας συνέβαλε κατά μεγάλο ποσοστό στην πτώση της γεννητικότητας και στη γήρανση του πληθυσμού της. Μάλιστα, μια από τις χαρακτηριστικές επιπτώσεις του μεταναστευτικού αυτού ρεύματος στη γεωργία είναι η προσθήκη μιας ακόμη επιπλοκής στην γεωργική ιδιοκτησία. Αυτό συνεπάγεται ότι πολλές εκτάσεις έμειναν ακαλλιέργητες ή διατηρήθηκαν ως αρχέγονες γεωργικές εκμεταλλεύσεις στα χέρια ηλικιωμένων αγροτών που αντιμετωπίζουν αδυναμία προσαρμογής προς τη σύγχρονη τεχνολογία της γεωργικής οικονομίας και τα σύγχρονα συστήματα για τη διάρθρωση της γεωργικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των συναλλαγών στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.

Οι δημογραφικές συνέπειες της μετανάστευσης στην κοινότητα Κερασώνα είχαν άμεση συνέπεια στα δημογραφικά μεγέθη της γαμηλιότητας, της θνησιμότητας και της γεννητικότητας. Κοντολογίς, η μετανάστευση δεν επιφέρει μόνο συνέπειες στην αριθμητική μείωση του πληθυσμού, αλλά μεταβάλλει την δομή του πληθυσμού, τόσο από την άποψη της φυλής, όσο και κατά σύνθεση της ηλικίας, καθώς μεταναστεύουν νέοι.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 5.0/5 (1 vote cast)
Η δημογραφία του Κερασώνα- Πρεβέζης (1913-2001), 5.0 out of 5 based on 1 rating