του Θανάση Παπαθανασίου

Το Σούλι είναι ιστορική περιοχή της Ηπείρου, στο νομό Θεσπρωτίας, στις δυτικές κλι­τύς των ομώνυμων βουνών. Αποτελείται από συγκροτή­ματα υψωμάτων με απότομες πλαγιές και με οχυρές γύρω τοποθεσίες∙ δύσβατοι ορεινοί όγκοι.

Το Σούλι και τα χωριά του συνοικίστηκαν μεταξύ του 16ου και των αρ­χών του 17ου αι. από κατοίκους των γύρω χριστιανικών χωριών, που θέ­λη­σαν να αποφύγουν τα δυσβάσταχτα δοσίματα, τις καταπιέσεις των Οθωμα­νών, τους διωγμούς, τον βίαιο εξισλαμισμό, το παιδομάζωμα, την καταφρό­νηση της τιμής και της θρησκείας, τον κίνδυνο της ζωής τους. Οι φυγάδες αυτοί έχτισαν τέσσερα κυρίως χωριά: το Σούλι, την Κιάφα, τη Σαμονίδα και τον Αβαρίκο που αποτελούσαν το Τετραχώρι.

Στα 1741-1744 οι Σουλιώτες κατέλυσαν την τουρκική εξουσία στο Τε­τρα­χώρι και τα γειτονικά χωριά.

Χριστιανικός και ανδρείος λαός σε οχυρό τόπο, πήραν τη σταθερή από­φαση να ζήσουν ελεύθεροι ή να πεθάνουν.

Καθώς αυξανόταν ο πληθυσμός, δημιουργήθηκαν άλλα επτά νέα χωριά, τα: Τσεκούρι, Αλποχώρι, Παλιοχώρι, Γκιόναλα, Περιχάτι, Βίλια και Κο­ντά­τες, όπου όλα μαζί αυτά αποτελούσαν το «Εφταχώρι».

Τα έντεκα χωριά τον 17ο αιώνα είχαν 6.000 κατοίκους, διατηρούσαν ένο­πλες δυνάμεις από 1.700 άνδρες και αποτελούσαν ένα είδος ελεύθε­ρης συ­μπολιτείας. Τους επόμενους δύο αιώνες οι κάτοικοι ανήλθαν στις 9.000 και οι ένο­πλοι στις 3.000. Άλλα 66 χριστιανικά χωριά γύρω αποτέ­λεσαν το «Παρασούλι», το οποίο είχε 12.000 κατοίκους-συμμάχους των Σουλιωτών.

Επειδή το φτωχό και βραχώδες έδαφος των χωριών του Σουλίου δεν ήταν δυνατόν να θρέψει τους κατοίκους, οι Σουλιώτες επιδόθηκαν στις λη­στρικές επιδρομές εναντίον των γειτονικών χωριών χωρίς διάκριση.

Στα 1746-1760 πολλά χωριά περιήλθαν στη φορολογική δικαιοδοσία των Σουλιωτών.

 

Οι Σουλιώτες είχαν μια δική τους μορφή κοινωνικής οργάνωσης που βα­σιζόταν στην οικογενειοκρατία, τη λεγόμενη φάρα (=πατριά), που έφτα­ναν σε αριθμό περίπου τις 47 και αντιπροσώπευαν 150 οικογένειες. Σπουδαιότε­ρες εξ αυτών ήταν η φάρα του Δημοδράκου, του Ζορμπά, του Ζέρβα, του Μπότσαρη, του Τζαβέλλα, του Δαγκλή, του Καραμπίνη, του Κουτσονίκα, του Φωτομάρα κ.ά.

Κάθε φάρα είχε τον δικό της αρχηγό, του οποίου το αξίωμα ήταν κληρο­νομικό κατ’ αρρενογονία, ήταν δε σφιχτά συσπειρωμένη γύρω από τον αρ­χηγό της.

Γνώρισμα των Σουλιωτών ήταν τα πολλά παιδιά. Παντρεύονταν σε μικρή ηλικία γι’ αυτόν το σκοπό. «Ο αδελφός του παππού μου», αναφέρει η Τούλα Ζορμπά «είχε 16 αγόρια και 2 κορίτσια, τη Σούλη και την Ελευ­θερία», ονό­ματα δηλωτικά του ισχυρού πατριωτικού φρονήματος.

Η ελευθερία, αυτή η σύντομη, αλλά και άπειρη λέξη, ήταν μπηγμένη  μέσα στην ψυχή τους, στο είναι τους, σαν τον βράχο κι ήταν αδύνατο να ξε­ριζωθεί. Την είχε κάνει συνείδηση και αυτή η απλοϊκή γυναίκα του Σουλίου.

Αδούλωτος κόσμος με υψηλό φρόνημα και θερμή φιλοπατρία∙ καρτερό­ψυχος και εμπειροπόλεμος∙ πραγματικοί αετοί.

Η φυσική οχύρωση της περιοχής και η πολεμική αρετή των κατοίκων δεν επέτρεψαν σε κανέναν κατακτητή να γίνει κύριος της πατρίδας τους. Άν­δρες και γυναίκες, ατρόμητοι συμπολεμιστές στους επικούς αγώνες. Το τουφεκίδι ήταν η δική τους αλήθεια, ο δικός τους τρόπος ζωής.

Πριν από τον Αλή πασά, οι Οθωμανοί είχαν κάνει ήδη οκτώ εκστρατείες εναντίον των ανυπότακτων Σουλιωτών. Προσπάθησαν επί πολλά χρόνια να κατακτήσουν τα εδάφη της συνομοσπονδίας των Σουλιωτών. Οι πρώ­τες συ­γκρούσεις μεταξύ Σουλιωτών και Οθωμανών (συμπεριλαμβανομέ­νων Αλβα­νών μουσουλμάνων) άρχισαν, κατά την τοπική παράδοση, πε­ρίπου στα 1635, αν όχι νωρίτερα.

Το 1731-1732 συγκρούστηκαν με τον Χατζή Αχμέτ, το 1754 με το Μου­σταφά.

Το 1762 ο Μαξούντ Αγάς (ή Μαζούντ Αγάς) του Μαργαριτίου, που ήταν Βοεβόδας (=κυβερνήτης) της Άρτας, είχε την ίδια μοίρα, μετά από ήττα που υπέστη στην περιοχή Λάκκα των Λελόβων, καταφέρνοντας όμως ν’ απο­σπάσει τα γύρω χωριά Λελόβων και Λακκοπούλας.

Απ’ όλες αυτές τις κρίσεις οι Σουλιώτες βγήκαν αλώβητοι, εκτός από τους περιβόητους πολέμους εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή, του σατράπη των Ιωαννίνων (1788-1803).

Όταν έγινε πασάς των Ιωαννίνων ο αιμοβόρος σατράπης Αλής, ορκί­στηκε να καταστρέψει το Σούλι με κάθε μέσο, με δύναμη, με χρήματα, με πονηριά.

Το 1791 πραγματοποιήθηκε ανεπιτυχώς η πρώτη μεγάλη εκστρατεία.

Το 1792 είχε την ίδια τύχη και η δεύτερη απόπειρα.

Κατά τα έτη 1790-1803 θάλλει η ανδρεία των Σουλιωτών, οι οποίοι ως μυθικοί γίγαντες κατανίκησαν σε πολλές μάχες τους Τούρκους, κατέπλη­ξαν την ανθρωπότητα με την ηρωική άμυνα του Σουλίου και με το ηθικό μεγα­λείο ολοκαυτωμάτων, που χαράχτηκαν στην ιστορία των λαών ως απαρά­μιλλες εξάρσεις αυταπάρνησης.

Στα 1802-1803 οι Σουλιώτες, ύστερα από στενή πολιορκία αναγκάστη­καν να συνθηκολογήσουν εξαιτίας της έλλειψης τροφής, νερού και πολε­μοφο­δίων. Στις 15 Δεκεμβρίου 1803 εγκατέλειψαν τα χωριά τους και κα­τευθύν­θηκαν άλλοι στη ρωσοκρατούμενη Πάργα, άλλοι προς το Λούρο (Ζάλογγο) και άλλοι προς τα Τζουμέρκα (Μονή του Σέλτσου).

Μια απ’ τις ηρωικότερες σελίδες της προεπαναστατικής εποχής γρά­φτηκε στο θρυλικό μοναστήρι, που έγινε αθάνατο σύμβολο δόξας και θυσίας στο βωμό της πατρίδας. Το Κούγκι, ολοκαύτωμα και αποθέωση, ένα μεγαλούρ­γημα της ελληνικής ψυχής, όπου οι Σουλιώτες προτίμησαν τον ένδοξο θά­νατο από την καταισχύνη της σκλαβιάς.

Το ολοκαύτωμα εκείνο των γενναίων Σουλιωτών φώτισε με ελπίδες τη ματωμένη ψυχή των σκλαβωμένων Ελλήνων και χαλύβδωσε την ιερή πί­στη τους στον αγώνα και τη νίκη.

Η αγία μορφή του καλόγηρου Σαμουήλ αποτελεί τον συνδετικό κρίκο της φυλής από τα πανάρχαια χρόνια ώς τα σήμερα, όπου τα ακατάλυτα ιδα­νικά ενσαρκώνονται στη φράση: ελευθερία ή θάνατος.

Από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθεί ν’ αναβλύζει, μέσα από τα χαλά­σματα του μοναστηριού στο Κούγκι, το θείο μύρο της αθανασίας του έθνους. Και οι αιώνες θα μεταφέρουν την άσβεστη φλόγα του ολοκαυ­τώμα­τος για να φωτίσουν τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος, του ηρωισμού και της δόξας των ελληνικών γενεών.

Στο Ζάλογγο (16 Δεκεμβρίου του 1803) περίπου 60 Σουλιώτισσες προτί­μησαν, αντί την αιχμαλωσία, να γκρεμιστούν με τα παιδιά τους σ’ ένα «χορό θανάτου» που έμεινε στην ιστορία ως χορός του Ζαλόγγου. Σή­μερα ένα μνημείο έχει στηθεί στους ιερούς βράχους του Ζαλόγγου ως φόρος τιμής στο ακαταδάμαστο πνεύμα των γυναικών αυτών.

Στην περίφημη μάχη της Μονής του Σέλτσου (20 Απριλίου του 1804), πολλοί Σουλιώτες σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους και περισσότερες από 200 Σουλιώτισσες ακολούθησαν το παράδειγμα εκείνων του Ζαλόγ­γου.

Όσοι Σουλιώτες σώθηκαν κατέληξαν στα Επτάνησα, στο Αγρίνιο, στη Ναύπακτο, στο Μεσολόγγι.

Κατά την Α΄ περίοδο κατοχής της Πρέβεζας από τον Αλή πασά (1798-1799) έγινε η μεγάλη σφαγή της Πρέβεζας. Ο τύραννος διέπραξε δια του κυ­βερνήτη-δημίου της πόλης Οσμάν, ανείπωτες θηριωδίες και άγρια σφαγή σε βάρος χιλιάδων χριστιανών. Λένε ότι ήσαν τόσοι πολλοί οι χρι­στιανοί που έσφαξε με το γιαταγάνι του, που από τον μόχθο και την έξαψη έπαθε συμ­φόρηση και σωριάστηκε νεκρός δίπλα στα κουφάρια που είχε αποκεφαλίσει!

Στις 12 Δεκεμβρίου 1820 οι Σουλιώτες, ύστερα από αλλεπάλληλους αγώ­νες πότε με το μέρος του σουλτάνου και πότε με το μέρος του Αλή, οι οποίοι βρίσκονταν σε αλληλομαχία, ξανακατοίκησαν στο Τετραχώρι, σε λυκοσυμ­μαχία με τον Αλή. Πατρίδα είναι εκεί που γέρνει η καρδιά!

Ο πανούργος και οξυδερκής Αλής, ωφεληθείς από την κακή διάθεση της Πύλης προς τους Σουλιώτες, τους πλησίασε, τους έδωσε την πατρίδα τους και τους εκμίσθωσε ως συναγωνιστές του εναντίον του σουλτάνου.

Αφού ανέκτησαν την πατρίδα τους, κηρύχτηκαν υπέρμαχοι του Αλή και σύμμα­χοι των Αληπασιζόντων Αλβανών, πράγμα το οποίο έστρεψε ενα­ντίον τους τον σουλτάνο. Το έργο της διάλυσης των Σουλιωτών ανέθεσε η Πύλη στον Χουρσίτ πασά και, μετά την αποτυχία του, στον Ομέρ Βρυώνη.

Πάντως, εκεί στα δύσβατα βουνά του Σουλίου, η ελληνική επανάσταση διέθετε ένα σώμα αγωνιστών, τους καλύτερους πολεμιστές της∙ και όσο ο πόλεμος στα ηρωικά βουνά του Σουλίου κρατούσε, η επανάσταση ρί­ζωνε και βάθαινε χαμηλότερα. Ο Χουρσίτ δεν τολμούσε να αφήσει πίσω του τη φωτιά του Σουλίου αναμμένη. Αλής πασάς και Σουλιώτες έπρεπε πρώτα να λείψουν.

Στις 28 Ιουλίου 1821 οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Ομέρ Βρυώνη και να εγκαταλείψουν, αυτή τη φορά οριστικά οι πε­ρισσότεροι, την πατρίδα τους. Ωστόσο, από τον μικρό τόπο πρόβαλε η με­γάλη ουσία. Η εστία πίστης και λατρείας, που είχε ανάψει στο κακο­σούλι, θέρμαινε και θέριευε ακόμα και τώρα την αποσταμένη ελπίδα των λοιπών Ελλήνων∙ πυράκτωνε την ψυχή τους∙ έπαιρναν φωτιά απ’ τη φω­τιά του. Από τους ηρωικούς αγώνες των Σουλιωτών οι λοιποί Έλληνες αντλούσαν πίστη, εγκαρδίωση και αγέρωχο φρόνημα. Ο καλόγερος Σα­μουήλ ορθωνόταν δά­σκαλος, παιδαγωγός και σημαιοφό­ρος της εθνικής ιδέας.

Το Σούλι χάθηκε, αλλά απόμεινε η δόξα∙ και ήταν τόση που τη μοιρά­στηκε όλη η Ελλάδα.

Άλλοι Σουλιώτες κατέφυγαν στα Επτάνησα και κυρίως στη Κεφαλονιά. Μεγάλο μέρος από τις σπουδαιότερες φάρες ήρθε στο Μεσολόγγι, όπου αγωνίστηκε στο πλευρό των άλλων Ελλήνων κατά την πολιορκία και, μετά την Έξοδο, και σε άλλες πολεμικές συγκρούσεις, ώς τη λήξη της επανάστα­σης.

Παρατίθεται απόσπασμα από το βιβλίο του Σαράντου Καργάκου Η ΕΛ­ΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821, σελ. 132-133:

«[…] Απρίλιο 1821 μέχρι το τέλος του θέρους του 1822 (31 Αυγού­στου), οπότε απεχώρησαν ξανά από το Σούλι, έδωσαν πά­μπολλες μάχες εναντίον των στρατευμάτων του Χουρσίτ και τα αλλεπάλληλα πλήγματά τους είναι αυτά που κυρίως εμπόδισαν τον Τούρκο σερασκέρη να διαθέ­σει επαρκέστερες δυνάμεις για την κα­τάπνιξη του κινήματος στη Ν. Ελ­λάδα. Αν προωθούσε πολύ στρατό προς το Νότο θα αδυνάτιζε το δικό του μέτωπο στο Βορρά. Και μια αποτυχία στο Βορρά θα του κόστιζε ακριβότερα απ’ ό,τι στο Μο­ριά. Ίσως να στρέφονταν ενα­ντίον του και οι εμπειροπόλεμοι αλλά πάντα καιροσκοπούντες Αλβανοί.

Από τις πολλές μάχες που έδωσαν οι Σουλιώτες στο προαναφερ­θέν διά­στημα, αναφέρουμε την επίθεση που εξαπέλυσαν τον Απρί­λιο του 1821 κατά της τουρ­καλβανικής φρουράς στο φρούριο της Μ π ο γ ό ρ τ σ α ς, με αρχηγούς τον Μ ά ρ κ ο  Μ π ό τ σ α ρ η και τον Γ ε ώ ρ γ ι ο  Δ ρ ά κ ο. Το φρούριο αυτό ελέγχει το δρόμο που οδηγεί από τα Ιωάννινα προς το Σούλι.

Η μάχη της Μπογόρτσας σημαδεύτηκε με σημαντικές απώλειες για τις δύο πλευρές. Σημαντική είναι η επιτυχία τους στα  Λ έ λ ο β α  (σήμερα Θεσπρωτικό) όπου κτύπησαν και διέλυσαν τουρκικό από­σπασμα που είχε αρχηγό τον Τ α χ ή ρ  μ π έ η. Οι Τούρκοι, μετά την ήττα τους, υπο­χώρησαν (περίπου 300) στον Κ α ν τ ζ ά και εκεί αιχμαλωτίστηκαν μαζί με τον Ταχήρ. Το θέρος του 1821, κι ενώ η Επανάσταση έχει κορυφωθεί σχεδόν σε κάθε ελληνική πε­ριοχή, οι Σουλιώτες κατέλαβαν τους Β α ρ ν ά δ ε ς  και προκάλε­σαν στους Τουρκαλβανούς σημαντι­κές απώλειες (107 νεκροί και 200 τραυματίες). Ακολουθεί η μάχη στο Τ ό σ κ ε σ ι (Αχλαδέα), όπου σουλιωτικά σώματα υπό τους Ζυγούρη, Τούσια Ζέρβα, Θα­νάση Κουτσονίκα, Γιώτη Δαγκλή και Τζαβέλα προξένησαν νέα σο­βαρή ζημιά στις δυνάμεις του Χουρσίτ (67 νεκροί Τπουρκαλβανοί έναντι 7 Σουλιωτών). Ωστόσο, η πιο σημαντική από τις μάχες που έγιναν το θέ­ρος του 1821 είναι η μάχη στα Δ ε ρ β ί ζ ι α ν α, όταν 300 Σουλιώτες με αρχηγούς τον Μάρκο Μπότσαρη και τον Λά­μπρο Ζάρμπα κτύπησαν το στρατιωτικό σώμα του Κ α π λ ά ν  μ π έ η και το εξόντωσαν κατά το ήμισυ. Ο Καπλάν τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε.

Σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα (1821-1822) συνεχίζονται οι συ­γκρού­σεις Σουλιωτών και Τρουρκαλβανών. Στη μάχη του Μ α μ ά κ ο υ  200 μόνο Σουλιώ­τες υπό τους Γ. Δράκο και Γ. Δαγκλή αντιμετωπίζουν και αναχαιτίζουν δύναμη 5.000 ανδρών! Κοντά στο βουνό Ζάβρουχο άλλοι 250 Σουλιώτες υπό τους Τού­σια Ζέρβα, Διαμαντή Ζέρβα και Θανάση Κουτσονίκα νικούν το στρατι­ωτικό σώμα του Κ ε σ έ ρ  Α χ μ έ τ, στο οποίο συμμετείχαν και Τσάμηδες, κυρίως …».

Στις 27 Ιουλίου 1821, 50 Σουλιώτες και 170 Πάργιοι, υπό τον φρούραρχο της Ρηνιάσας Περραιβό, εκστράτευσαν προς απελευθέρωση της Πάρ­γας, αλλά περιήλθαν σε μεγάλο κίνδυνο περικυκλωθέντες. Για καλή τους τύχη έφτασαν, ενώ διαρκούσε η μάχη, 200 Σουλιώτες υπό τον Γιώτη Δα­γκλή, τον Διαμαντή Ζέρβα και τον Νάσο Φωτομάρα και τους λύτρωσαν.

Τον Σεπτέμβριο του 1821, με την είδηση ότι η Τριπολιτσά έπνεε τα λοί­σθια, στάλθηκαν από τη συμμαχία μερικοί οπλοφόροι Σουλιώτες προς τους πολιορκούντες την πόλη Έλληνες, προς σωτηρίαν των ομοφρόνων Αλ­βανών, που κινδύνευαν εντός της πόλης. Ύστερα από διαπραγματεύ­σεις μεταξύ πο­λιορκητών και πολιορκουμένων, έγινε συμβιβασμός και εξήλ­θαν 1.800 Αλ­βανοί αβλαβείς και ανενόχλητοι, υπό την οδηγία του Πλα­πούτα, και οδοιπό­ρησαν στην Ήπειρο.

Αύγουστο με Σεπτέμβριο 1821, συνεκστράτευσαν Αλβανοί, Σουλιώτες και Ακαρνάνες κατά της Άρτας. Την κυρίευσαν, τη λεηλάτησαν και ανά­γκα­σαν τους εντός αυτής εχθρούς να συσσωρευθούν σε κάποια δυνατά κτήρια και σε λίγα άλλα από την ακρόπολη.

Όμως, οι Αληπασίζοντες Αλβανοί και σύμμαχοι των χριστιανών Σουλιω­τών ήλθαν κρυφά σε σύμπραξη με τον ομόφυλό τους Βρυώνη, έλυσαν τη συμμαχία και έστειλαν στρατεύματα για ανάκτηση της Άρτας. Συμβού­λευ­σαν δε φιλικά τους πρώην συμμάχους Σουλιώτες ν’ αποχωρήσουν από την πόλη το ταχύτερον. Αυτά τα ανέλπιστα όταν άκουσαν οι Σουλιώ­τες αναχώ­ρησαν αμέσως και έτσι η συμμαχία λύθηκε, αφού διήρκεσε ένα έτος.

Μετά τη λύση της Ελληνοαλβανικής συμμαχίας, ο Αλής εγκαταλειμμέ­νος από τους Αλβανούς και όλους τους άλλους, παραδόθηκε στους εχθρούς του και τον Ιανουάριο του 1822 θανατώθηκε.

Όσο το όνομα του Αλή ήταν μέγα και φοβερό, τόσο η πτώση του δόξασε τον νικητή του Χουρσίτ, και η έως τότε μεταξύ αυτού και του Αλή διηρη­μένη Αλβανία υποτάχτηκε όλη στις διαταγές του. Αλλά και όλη η Ήπει­ρος, η οποία επί πολλά έτη δεν σεβόταν τόσο το πρόσταγμα του σουλτά­νου όσο το απλό νεύμα του Αλή, έπεσε και προσκύνησε τον Χουρσίτ. Το Σούλι μόνο άντεχε, αλλά κι αυτό κλονιζόταν.

27 Φεβρουαρίου 1822. Ο Μιαούλης βρισκόταν στο λιμάνι του Μεσολογ­γίου με 8 πλοία. Στο νησάκι του Μούρτου είχαν καταπλεύσει μια φρε­γάτα, μια κορβέτα και τέσσερα δικάταρτα τουρκικά πλοία. Ο Μιαούλης θέλοντας να κυριεύσει ή να κάψει τα πλοία αυτά, έστειλε επτά πλοία του στη Ρηνιάσα, για να παραλάβει από εκεί 200 Σουλιώτες που θα βοηθού­σαν στην επιχεί­ρηση. Στις 6 Μαρτίου ανοίχτηκε ο στολίσκος από τη Ρη­νιάσα∙ ενώ δε απείχε από το Μούρτο μόλις δέκα μίλια, ήλθε αγγλικό πλοίο και ανήγγειλε ότι δεν δινόταν άδεια να πλεύσει στο Μούρτο επειδή αυτό βρισκόταν στο στενό με­ταξύ Κέρκυρας και Ηπείρου. Η σχεδια­σθείσα επιχείρηση μα­ταιώθηκε, λόγω της απροσδόκητης απαγόρευσης, και ο στολίσκος του Μιαούλη επανέπλευσε στο Μεσολόγγι.

Στις 17 Μαΐου 1822 αναχώρησε ο πρόεδρος Μαυροκορδάτος από την Κόρινθο και στις 23 έφτασε στο Μεσολόγγι. Πήρε μαζί του 920 Έλληνες και φιλέλληνες οπλοφόρους υπό ομάδα οπλαρχηγών. Συνακολούθησε και ο Μάρκος Μπότσαρης με 180 Σουλιώτες.

Μάιος 1822. Ο Χουρσίτ σχεδίαζε εκστρατεία για την Ακαρνανία. Μη θέ­λοντας ν’ αφήσει πίσω του εστία επανάστασης το ανυπότακτο Σούλι, έγραψε προς τους Σουλιώτες, δίνοντας σ’ αυτούς πολλά και πολλή εύ­νοια υποσχό­μενος, και τους παρακινούσε να ειρηνεύσουν. Οι Σουλιώτες απάντησαν ότι πρόκριναν να πεθάνουν παρά να αμαυρώσουν το όνομά τους με απιστία, αποχωριζόμενοι από τους ομόθρησκους συμπολεμιστές Έλληνες.

Εν τω μεταξύ οι πρόκριτοι των Αλβανών ζήτησαν επανειλημμένως συμ­βιβασμό με τους Σουλιώτες στα Δερβίζιανα. Οι Σουλιώτες αρνήθηκαν και οι Αλβανοί απείλησαν με καταστροφή του Σουλίου και ανδραποδι­σμό των γυ­ναικών και των παιδιών των Σουλιωτών. Έλαβαν αμέσως από τον Δαγκλή την υπερήφανη απόκριση ότι «ποτέ δεν θα ανδραποδίζο­νταν οι γυναίκες και τα παιδιά, διότι, αν κυριευόταν ο τόπος τους, θα φο­νεύο­νταν από τους ίδιους τους Σουλιώτες»!

Η παρακοή και το ύφος των Σουλιωτών προξένησαν την αγανάκτηση του αλαζόνα Χουρσίτ, ο οποίος κίνησε κατά του Σουλίου παμπληθή στρα­τεύ­ματα μονομιάς, περίπου δεκατέσσερις χιλιάδες.

Στις 17 Ιουνίου 1822 οι εχθροί εισήλθαν στο Σούλι. Μέχρι την 21 διεξή­χθησαν λυσσώδεις μάχες πολυπληθών εχθρών κατά ελαχίστων Σουλιω­τών για να κυριεύσουν την Κιάφα, τον Αβαρίκο, τη Χώνια. Αν χανόταν η Κιάφα, χανόταν το παν. Κοντά στους Σουλιώτες άνδρες και αυτές οι Σουλιώ­τισσες πολέμησαν γενναία, άλλες ένοπλες, άλλες ροπαλοφόροι, άλλες κυλίοντας λίθους.

Μετά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες των Ελλήνων πέραν του Μακρυνό­ρους, καμιά ελπίδα δεν απέμεινε για λύση της πολιορκίας της Κιάφας.

Οι Σουλιώτες συγκατένευσαν να παραδώσουν την Κιάφα, αλλά δεν θέ­λη­σαν να μετοικήσουν σε μέρος τουρκικό και απαίτησαν να μεταβιβα­στούν στην Επτάνησο που ήταν υπό Ιόνια σημαία.

Οι Τούρκοι δεν αντείπαν και υπογράφτηκε συνθήκη στην Πρέβεζα την 28 Ιουλίου 1822, με την εγγύηση του εκεί Άγγλου Προξένου. Με αυτή υπο­χρεώνονταν οι Τούρκοι ν’ αγοράσουν όσα είδη οι Σουλιώτες ήθελαν ν’ αφή­σουν ως περιττά, να τους δώσουν φορτηγά ζώα για μετακόμιση των αδυνά­των και των σκευών τους στο λιμάνι, να πληρώσουν τα ναύλα, να πάρουν ομήρους για ασφάλειά τους μέχρι να μπουν στα πλοία και ν’ απομακρυνθούν τα τουρκικά στρατεύματα από το λιμάνι.

Οι Τούρκοι όχι μόνο αυτά έστερξαν, αλλά και 150.000 γρόσια τους έδω­σαν για οφειλόμενους μισθούς από τον Αλή πασά, οι δε Σουλιώτες απέ­λυσαν τον Χασάμπαση, τον οποίο είχαν πάρει ως όμηρο από τον πάππο του Αλή τον καιρό της συμμαχίας μαζί του.

Πρώτα έστειλαν τις οικογένειες και τα σκεύη στα αγγλικά καράβια, μετά επιβιβάστηκαν και αυτοί ένοπλοι και απέπλευσαν συν γυναιξί και τέ­κνοις, την 2 Σεπτεμβρίου 1822, στην Κεφαλονιά. Το Σούλι έπεσε, η δόξα το στε­φάνωσε.

Με την πτώση του Σουλίου, η Αιτωλοακαρνανία έχασε το προπύργιό της.

Στην Κεφαλονιά, όπου είχαν καταφύγει οι Σουλιώτες μετά την κατα­στροφή της πατρίδας τους, ο Λόρδος Βύρων τούς χόρτασε, τους ένδυσε και ενώ έμεναν εκεί αργούντες, τους μίσθωσε και τους έστειλε να υπερα­σπι­στούν το Μεσολόγγι (1823). Τον περισσότερο χρόνο περνούσαν μέσα στο Μεσο­λόγγι. Ζούσαν είτε από αρπαγές, είτε τρεφόμενοι από τους πο­λίτες, και εξαιτίας αυτού προερχόταν μεγάλος γογγυσμός και συνέβαιναν συχνές και βαριές συγκρούσεις.

Οι οπλοφόροι Σουλιώτες ανέρχονταν σε 3.000, ίσως και παραπάνω. Δια­σκορπισμένοι σε πολλά μέρη της Ελλάδας διώκοντες και διωκόμενοι, του­φεκίζοντες και τουφεκιζόμενοι, πολεμούντες και πολεμούμενοι προ­τιμούσαν να εντάσσονται σε τμήματα υπό την οπλαρχηγία Σουλιωτών∙ απαρέσκονταν να συνεκστρατεύουν υπό μη Σουλιώτη αρχηγό. Πολέμη­σαν όμως υπό την οδηγία και άλλων οπλαρχηγών∙ μισθοφόροι ήσαν. Το ίδιο και οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί, ήθελαν να διοικούν Σουλιώτες οπλο­φόρους, αλλά δεν αρνήθη­καν να ηγηθούν και τμημάτων άλλων Ελλήνων.

Τα τάγματα Σουλιωτών δεν είχαν δική τους σημαία, όπως είχαν επαρχι­ακή σημαία άλλα τμήματα Ελλήνων.

Οι Σουλιώτες ζήτησαν να συνοικιστούν στο χωριό Ζαπάντι, κοντά στο Αγρίνιο (Βραχώρι). Η κυβέρνηση διέταξε να τους παραχωρηθούν όλα τα χωράφια του χωριού εκείνου, αλλά οι περισσότεροι από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς σ’ εκείνα τα μέρη και οι κάτοικοί τους γενικά δυσα­ρεστήθη­καν και παράκουσαν τη διαταγή της κυβέρνησης, θέλοντας να οικειοποιη­θούν τα εν λόγω χωράφια.

Στις 5 Αυγούστου 1823 δύναμη Σουλιωτών και άλλων Ελλήνων, ως 1.200, στρατοπέδευσαν, άλλοι μεν υπό τον Μάρκο Μπότσαρη στο Μικρό Χωριό, άλλοι δε υπό τους Τζαβελλαίους και λοιπούς οπλαρχηγούς, με­ταξύ των οποίων ο Κίτσος Τζαβέλλας και ο Βέικος, στο Μεγάλο Χωριό. Σε μικρή απόσταση, στο Κεφαλόβρυσο, είχε αυλησθεί ο Τσελελενδή­μπεης, του οποίου το στράτευμα, ως 5.000, κατέλαβε το Καρπενήσι και τα γύρω λιβά­δια και άλλα πεδινά μέρη.

Την  επαύριο, 6 Αυγούστου, επέπεσαν στο εχθρικό στρατόπεδο, υπό τον Μάρκο Μπότσαρη 500 Σουλιώτες από το πεδινό μέρος, αλλά από το άλλο μέρος, το ορεινό, μόνον ολίγοι, υπό τον Κίτσο Τζαβέλλα, επειδή οι πολλοί απείθησαν. Κατά τη μάχη ο Μάρκος Μπότσαρης πυροβοληθείς στο μέτωπο και τον δεξιόν οφθαλμόν έπεσε νεκρός. Την 10 Αυγούστου με­ταφέρθηκε ο νεκρός στο Μεσολόγγι, όπου κηδεύτηκε λαμπρώς. Ο θά­να­τός του θεωρή­θηκε εθνικό δυστύχημα.

Στη μάχη του Καρπενησίου, οι υπό τον Μάρκο Σουλιώτες προξένησαν μεγάλη φθορά στον εχθρό. Λαφυραγώγησαν 690 τουφέκια, 1.000 πιστό­λες, δύο σημαίες, πολλούς ίππους και ημιόνους και άλλα είδη. Από τους Έλληνες φονεύτηκαν 36 και πληγώθηκαν 20.

Στις 12 Ιουλίου 1824 τετρακόσιοι ιππείς Τούρκοι επέδραμαν αιφνιδίως στα Λεχαινά, όπου φόνευαν και αιχμαλώτιζαν. Εκδιώχτηκαν από διακό­σιους Σουλιώτες υπό τον Κώστα Μπότσαρη και άλλους διακόσιους ντό­πιους υπό τον Χρύσανθο Σισίνη.

13 Ιουλίου 1824. Μάχη της Άμπλιανης (θέση μεταξύ Σαλώνων και Γρα­βιάς), προκειμένου να εμποδιστούν οι Αλβανοί υπό την οδηγία του Αμπάζ πασά, να μεταβούν από τη Γαβριά στα Σάλωνα και να εισβάλουν σ’ αυτά.

Συγκρούστηκαν το τάγμα του Πανουργιά, ενισχυμένο με άλλα τάγματα υπό τον Γεωργάκη Δράκο και άλλους οπλαρχηγούς, καθώς και τους υπό τον Κίτσιο Τζαβέλλα Σουλιώτες. Σύνολο υπερασπιστών εννεακόσιοι. Με τη θερμή συνέργεια των Σουλιωτών πολεμιστών οι εχθροί ηττήθηκαν, τράπη­καν σε φυγή, καταδιώχθηκαν από τους Έλληνες, λαφυραγωγήθη­καν, πά­μπολλοι δε Τουρκαλβανοί σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν. Και δεν επιχείρη­σαν να εισβάλουν στα Σάλωνα.

Επί ένα μήνα μετά τη μάχη της Άμπλιανης επικράτησε πλήρης απραξία σ’ εκείνο το μέρος∙ καμία σύγκρουση δεν έγινε. Οπότε, την 12 Αυγούστου 1824, διακόσιοι Ηπειρώτες υπό τον Λάμπρο Βέικο και άλλους κίνησαν να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στα εχθρικά χαρακώματα στη Γαβριά. Αλλά όταν έφτασαν εκεί, οι Τούρκοι τους αντιλήφθηκαν και έφυγαν άπρακτοι.

Νυχτοπορούντες, ξημερώθηκαν κοντά στο χωριό Καλύβια έξω από τη Λαμία, όπου ήταν ένας πύργος και μέσα σ’ αυτόν καμιά εκατοστή Τούρ­κοι οπλοφόροι. Μέσα σ’ εκείνο το χωριό υπήρχαν πολλά βοοειδή. Οι Έλληνες κρύφτηκαν την ημέρα∙ και τη νύχτα, ο μεν Βέικος με μερικούς άνδρες του κύκλωσαν τον πύργο, οι δε υπόλοιποι λαφυραγώγησαν το χωριό.

Δοκίμασαν οι εντός του πύργου Τούρκοι να βγουν, αλλ’ αποκρούστηκαν και κάποιοι απ’ αυτούς έπεσαν. Όταν οι λαφυραγωγοί απομακρύνθηκαν από το χωριό, παίρνοντας μαζί και τα βοοειδή, αναχώρησαν πολεμούντες και οι πολιορκητές του πύργου, από τους οποίους φονεύτηκαν 3 και πλη­γώθηκαν 11. Χύθηκε αίμα εχθρικό και μέσα στο χωριό.

1823-1824. Μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, οι υπ’ αυτόν Σου­λιώτες τέθηκαν αυθόρμητα υπό τον αδελφό του Κώστα, κι ήλθαν και σκή­νωσαν στη θέση γεφύρια του Αλαήμπεη. Οι άλλοι, οι υπό τους Τζαβε­λαίους, τον Γιολδάση και τον Σιαδήμα, διέμειναν στην επαρχία Καρπε­νησίου και κατέλαβαν τη θέση Καλιακούδα. Εκεί ήλθαν και άλλοι κάτω από την διοί­κηση άλλων οπλαρχηγών, ώστε ήσαν όλοι 2.000.

Τον Αύγουστο 1824, δέχτηκαν επίθεση του εχθρού πανστρατιά και ηττή­θηκαν. Πολεμούμενοι ρίχτηκαν στο μέσον του εχθρικού στρατού με την ελ­πίδα να διαφύγουν. 150 φονεύτηκαν, μεταξύ των οποίων και ο οπλαρ­χηγός Ζυγούρης Τσαβέλλας που διακρίθηκε για τις ανδραγαθίες του. Μετά τη φθορά αυτή διασκορπίστηκαν και κατέληξαν όλοι οι Σουλιώτες στο Μεσο­λόγγι. Ήσαν δε αυτοί οι πτωχότεροι όλων, γιατί  και  την πα­τρίδα τους έχα­σαν, αλλά και ό,τι είχαν το ξόδεψαν στα Επτάνησα όπου κατέφυγαν.

Τρέφονταν από τον λαό και ζητούσαν καθυστερημένους μισθούς εννέα μηνών. Από αυτό γεννήθηκαν δυσαρέσκειες, αντιπάθειες και κάποτε και συ­γκρούσεις, μεταξύ αυτών και των πολιτών. Μέρος των οφειλόμενων μισθών έδωσε στους Σουλιώτες ο Λόρδος Βύρων∙ προσέλαβε δε και ως μισθοφό­ρους του 500 Σουλιώτες, τους οποίους σκόπευε να οδηγήσει στη μάχη ο ίδιος. Γρήγορα όμως οργίστηκε με τις πολλές και βαριές αταξίες τους, τους απέλυσε από την υπηρεσία του και προσέλαβε άλλους Έλλη­νες. Είπε δε ότι, αν δεν αναχωρούσαν οι Σουλιώτες, θα αναχωρούσε αυ­τούς στα Επτάνησα. Στους αμετάπειστους, τέλος, Σουλιώτες και επαπει­λούντες την πόλη με κακά έδωσε και τους υπόλοιπους μισθούς, και τους απομάκρυναν. Άλλοι αναχώ­ρησαν για τη Γαστούνη και άλλοι για τα Σά­λωνα.

Η ρήξη αυτή ήταν κακό, έφερε δε και άλλο μεγαλύτερο κακό. Μέσα στις τόσες φροντίδες και δυσαρέσκειες ο Λόρδος Βύρων ασθένησε και στις 7 Απριλίου, Δευτέρα μέρα του Πάσχα, πέθανε. Ο θάνατός του ήταν μεγάλη απώλεια για την επανάσταση.

Στις 6 Απριλίου 1825, στο στρατόπεδο του χωριού Κρεμμύδι Μεσηνίας, ο ελληνικός στρατός αριθμούσε 3.250 άνδρες. Μεταξύ άλλων οπλαρχη­γών ήσαν οι Σουλιώτες Δράκος, από τους επισημότερους οπλαρχηγούς της Ελ­λάδας, Κώστας Μπότσαρης και Τζαβέλλας, αρχηγός δε του στρα­τού ο Σκούρτης, φίλος του προέδρου Κουντουριώτη, έμπειρος ναυτικός, αλλά άπειρος για τον κατά ξηράν πόλεμο.

Οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί με τους άνδρες τους κρατούσαν οχυρωμένοι τους γύρω από το χωριό λόφους και το ίδιο το χωριό. Ο αρχηγός Σκούρ­της με το υπό την οδηγία του στράτευμα ήταν μέσα στην κοιλάδα ανο­χύρωτοι!

Τα ξημερώματα επιτέθηκαν στο ελληνικό στρατόπεδο Αιγύπτιοι, ως 3.000 πεζοί και 400 ιππείς, φέροντες και κανόνια.

Οι Αιγύπτιοι παρατήρησαν πόσο αδύνατη ήταν η θέση του Σκούρτη και επέπεσαν προς το μέρος εκείνο. Κανονιοβολούσαν δε τις θέσεις των άλ­λων, ώστε να μην προστρέξουν σε βοήθεια του Σκούρτη. Ήλθαν, όπως ήταν επό­μενο, σε μεγάλο κίνδυνο και ζήτησαν βοήθεια από τους βρισκό­μενους στους γύρω λόφους.

Κατέβηκε ο Μπότσαρης ακολουθούμενους από 150 Σουλιώτες και οχυ­ρώθηκε πρόχειρα κατάντικρυ των εχθρών.

Άρχισε η μάχη με το πεζικό των Αιγυπτίων, και οι Σουλιώτες αντέ­κρουαν τους εχθρούς με γενναιότητα. Αλλά, ενώ διαρκούσε η μάχη, επέ­πεσε στα νώτα τους το ιππικό του εχθρού και τους έβαλε ανάμεσα σε δύο πυρά, Σου­λιώτες και Σκούρτη. Πολεμούμενοι οι Έλληνες δεν είχαν άλλη ελπίδα σωτη­ρίας από τη φυγή διαμέσου του εχθρικού ιππικού. Όρμησαν και έπαθαν φο­βερές απώλειες∙ περισσότεροι από 500 φονεύτηκαν, πολ­λοί δε αιχμαλωτί­στηκαν. Ο ίδιος ο Μπότσαρης κινδύνευσε να συλληφθεί και σώθηκε χάρη στην αφοσίωση μερικών συντρόφων του, οι οποίοι τον απομάκρυναν χειρο­βασταζόμενον.

Μετά την ήττα στο Κρεμμύδι, οι Έλληνες επανήλθαν στη Στερεά Ελλάδα και έφτασαν στο Δίστομο, στις 9 Μαΐου 1825.

 

1825. Δεύτερη πολιορκία Μεσολογγίου.

Στο τείχος του Μεσολογγίου υπήρχε προτείχισμα του Μπότσαρη. Στρα­τεύματα υπό τον Νότη Μπότσαρη, τον Τσόγκα και άλλους είχαν αναλά­βει τη φρούρηση του Καρβασαρά, της Βόνιτσας και των στενών του Μα­κρυνό­ρους, απ’ όπου όμως οι εχθροί διάβηκαν και τα ελληνικά στρατεύ­ματα υπο­χώρησαν στο Μεσολόγγι.

Τον Απρίλιο του 1825, 20.000 εχθροί προχωρούσαν προς το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, οι δε Έλληνες εντός των δύο πόλεων ήσαν περίπου 3.000 οπλοφόροι υπό τους αρχηγούς Νότη Μπότσαρη, Τσόγκα, Ίσκον και άλλους.

Στις 25 Απριλίου 36 Σουλιώτες βγήκαν από το Αιτωλικό προς το μέρος του Προφήτη Ηλιού και αφού έστησαν ενέδρα, φόνευσαν και πλήγωσαν 6 και απέστειλαν στο Μεσολόγγι μια κεφαλή εχθρού.

 

Στις 9 Μαΐου 1825 βγήκαν από τα Σάλωνα χίλιοι Τούρκοι, με σκοπό να λεηλατήσουν και να καταστρέψουν τα πλησιέστερα μέρη. Στο Δίστομο τους επιτέθηκαν οι Έλληνες, που είχαν μόλις έρθει από το Κρεμμύδι Με­σσηνίας, και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν και να επανέλθουν στα Σάλωνα. Κατά την καταδίωξη σκοτώθηκαν 7  Έλληνες και πληγώθηκαν 2.

Από τους οπλαρχηγούς, ο Καραϊσκάκης και ο Τζαβέλλας με τους άνδρες τους, μετέβηκαν στη Δυτική Ελλάδα, οι δε λοιποί έμειναν γύρω από τα Σά­λωνα όπου ήσαν οι εχθροί. Οι Σουλιώτες, ως 300, τοποθετήθηκαν στο μετόχι και στο όρος πάνω από το μετόχι της Μονής του Προφήτου Ηλιού, προς επι­τήρηση και περιορισμό του εχθρού.

Στις 17 Μαΐου 1825 στη Μονή του Προφήτου Ηλιού, στο μετόχι και τα γύρω μέρη έγιναν τρεις συγκρούσεις μεταξύ Τούρκων, που βγήκαν από τα Σάλωνα για συλλογή τροφίμων, και Ελλήνων.

Η πρώτη σύγκρουση έγινε στο χωριό Κωλοβάτες, όπου συναντήθηκαν απροσδόκητα Έλληνες και Τούρκοι. Είχαν πάει, δίχως να γνωρίζουν οι μεν τους δε, για συλλογή καρπών.

Στη συνέχεια οι Τούρκοι εφόρμησαν στο μετόχι, αλλά οι Έλληνες είχαν επανέλθει σ’ αυτό και τους απομάκρυναν. Όμως, στα επάνω από τη Μονή οχυρώματα βρίσκονταν μόνο 70 Έλληνες όταν επιτέθηκαν οι Τούρκοι, γιατί εκείνοι που είχαν βγει για οπωρισμό δεν πρόλαβαν να επι­στρέψουν. Γι’ αυτό τα οχυρώματα κυριεύτηκαν από τους Τούρκους εύκολα. Εκεί φονεύτηκαν 11 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 3.

Οι περισσότεροι Τούρκοι επιτέθηκαν στη Μονή∙ οι εντός αυτής βρέθη­καν σε κίνδυνο. Όταν νύχτωσε, ξεκόπηκαν 170 Σουλιώτες από εκείνους που ήσαν στο μετόχι και έτρεξαν σε βοήθεια των εντός της Μονής. Οι Σουλιώ­τες, με πρώτον τον άξιο αρχηγό τους Δράκο, επέπεσαν με φωνές κατά των πολιορκητών Τούρκων. Εκείνοι φοβήθηκαν από την ακάθεκτη ορμή τους, αναχώρησαν και έλυσαν την πολιορκία. Έτσι οι Σουλιώτες απάλλαξαν τους συναδέλφους τους από τον επικείμενο κίν­δυνο.

Μετά από αυτά, 40 τολμηροί Σουλιώτες υπό τον Δράκο, επέπεσαν στα άλλα εχθρικά οχυρώματα κάτω από τη Μονή. Πέντε εχθρικά οχυρώματα, το ένα μετά το άλλο, πάτησαν και, τους σ’ αυτά οχυρωμένους Τούρκους, έτρε­ψαν σε φυγή.

Την ίδια νύχτα οι Τούρκοι επανήλθαν στα Σάλωνα και οι μεν Έλληνες που ήσαν στη Μονή άφησαν τη θέση εκείνη, ως επικίνδυνη, οι δε Σου­λιώτες και άλλοι, περίπου 1.200, διατήρησαν τη θέση του μετο­χίου.

Όλοι οι πεσόντες κατά τις συμπλοκές της 17 Μαΐου ήσαν 35, οι δε αιχ­μα­λωτισθέντες 3, οι οποίοι μετά από λίγες μέρες δραπέτευσαν και δια­σώθηκαν στο στρατόπεδο του μετοχίου.

 

Ο Γκούρας, ως αρχηγός των όπλων της Ανατολικής Ελλάδας, ανέλαβε να στρατολογήσει 6.000 και να την προφυλάξει με αυτούς από κάθε εχθρική προσβολή. Αλλά είναι δίκαιο να λεχθεί ότι, η ευτυχής έκβαση της εκ­στρα­τείας αυτής οφείλεται στους Σουλιώτες.

 

Στις 10 Ιουνίου 1825, ήλθε στην πόλη του Μεσολογγίου και ο Λάμπρος Βέικος με ικανό αριθμό ανδρών του.

Στις 18 Ιουλίου 1825 ο Κιουταχής, ύστερα από δύο ήττες του, πρόβαλε εκ νέου συνθήκη με μόνη απαίτηση την παράδοση της πόλης του Μεσο­λογγίου.

Έλαβε αρνητική απάντηση από τη φρουρά∙ και ο Λάμπρος Βέικος με τη σύμφωνη γνώμη της φρουράς, απέστειλε προς τον Ταχήρ-Αμπάζη, ο οποίος συμβούλευε φιλικά την παράδοσή τους, επιστολή λέγοντας ότι και ο Θεός θα τους οργιζόταν, και ο κόσμος όλος θα τους κατέκρινε, και αυτός ο φίλος τους θα τους κατηγορούσε, αν παρέδιναν φρούριο εφοδιασμένο με όλα τα αναγκαία∙ τον παρακινούσε δε να πει προς τον αρχιστράτηγό του, ότι το Μεσολόγγι δεν κυριευόταν παρά μόνο με ξίφος, και του έστειλε και ποτά να πιούν πριν την έφοδο!

Οργίστηκαν οι Τούρκοι όταν έλαβαν την αρνητική απάντηση της φρου­ράς και την επιστολή του Λάμπρου, περισσότερο δε θύμωσαν από τα ποτά, ως χλευαζόμενοι, και πυροβόλησαν από ξηρά και θάλασσα όσο καμιά φορά.

Στο διάστημα που οι εχθροί ήσαν στρατοπεδευμένοι έξω από το Μεσο­λόγγι, ριψοκίνδυνοι Έλληνες, υπό τον Λάμπρο Βέικο, εξόρμησαν κατά των πολιορκητών του θηριώδους Κιουταχή, ο οποίος προέβη σε άνανδρα αντί­ποινα (8 Δεκεμβρίου 1825) κατά ιερέα και γυναικόπαιδων των περι­χώρων (έναν ιερέα και δύο γυναίκες κρέμασε, μερικά δε ανήλικα παιδιά σούβλισε).

Στις 23 Ιανουαρίου 1826 απέπλευσε από το Μεσολόγγι ο εχθρικός στό­λος. Ανοίχτηκε και ο ελληνικός και αντιπαρατάχτηκε. Λίγο διήρκεσε η ναυ­μαχία, οι δύο στόλοι διαχωρίστηκαν και ο ελληνικός επανήλθε στην Ύδρα, όπως σκόπευε, φέροντας και τους οπλαρχηγούς Ίσκο, Βέικο, Ζέρβα, Μήλιο και Κουσουρή, οι οποίοι αποστέλλονταν προς τη κυβέρ­νηση από τη φρουρά του Μεσολογγίου για τις ανάγκες αυτής και του τό­που.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1826 αλώθηκε από τους Άραβες του Ιμπραήμ το νησάκι Βασιλάδι, το οποίο υπερασπίζονταν 80 Έλληνες. Μεταξύ των φο­νευθέντων ήταν και ο Ασημάκης Ζορμπάς

Η νύχτα 10 προς 11 Απριλίου 1826 ήταν μια νύχτα ανάμεσα στην ελευ­θε­ρία και στον θάνατο για τους πολιορκημένους.

Μοιρασμένοι σε τρία σώματα, με αρχηγούς τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον Μακρή και τον Νότη Μπότσαρη, τόλμησαν την μεγάλη εποποιΐα, την Έξοδο του Μεσολογγίου.

Από εκείνους που έτρεξαν μαζικά προς την πεδιάδα, 1.300 μονάχα σώ­θη­καν μαζί με τον Νότη Μπότσαρη, τον Τζαβέλλα και τον Φωτομάρα, που κα­τόρθωσαν να περάσουν με τα σπαθιά γυμνωμένα ανάμεσα από τα πλήθη του εχθρού.

Στο Μεσολόγγι ο αγώνας των Ελλήνων παρουσίασε την ιερότερη και συ­γκινητικότερη μορφή του. Εκεί η ανθρώπινη δυνατότητα και ο ηρωισμός έφτασαν σε όρια μυθικά. Εκεί οι πολιορκημένοι με τη θυσία τους δίδα­ξαν την ανθρωπότητα πως δεν υπάρχει στον κόσμο τούτο πολυτιμότερο αγαθό από την ελευθερία.

Έτσι, απόμεινε το Μεσολόγγι το πιο υψηλό σύμβολο της αυτοθυσίας, και η ιστορία του μια από τις πιο δοξασμένες του κόσμου.

Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1826 Σουλιώτες υπό τον Γεώργιο Δράκο και Λάμπρο Βέικο, πολεμούντες υπό την γενική αρχηγία του Καραϊ­σκάκη, ήλ­θαν σε σφοδρές συγκρούσεις με τους Τούρκους σε διάφορα μέρη της Στε­ρεάς Ελλάδας (Δόβραινα, Ζαγαρά, μοναστήρι του Δομοκού, Δίστομο, Αρά­χωβα, Σεμενό, μονή Ιερουσαλήμ).

Μετά από αυτά ο Καραϊσκάκης απέστειλε Σουλιώτες με τους προανα­φερ­θέντες οπλαρχηγούς των για πολιορκία των Σαλώνων.

Στις 19 Ιανουαρίου 1827, στο Δίστομο, 300 Σουλιώτες υπό τον Νότη Μπότσαρη, τον Γ. Μπαϊρακτάρη και τον Ν. Κάσκαρη, ύστερα από άνιση μάχη με πολυάριθμα εχθρικά στρατεύματα, κυκλώθηκαν στον λόφο του Προφήτη Ηλιού και διέτρεξαν μεγάλον κίνδυνο. Καλή τη τύχη, πρόφθασε ο Δράκος με 200 εκλεκτούς Σουλιώτες, από τους πολιορκούντες τα Σά­λωνα, και τους έσωσε. 80 εχθροί έπεσαν και άλλοι τόσοι πληγώθηκαν∙ φονεύτηκαν δε 2 μόνο Σουλιώτες και πληγώθηκαν 8, μεταξύ αυτών και ο Ν. Μπότσαρης.

Περί τα μέσα Μαρτίου του 1827, κατά προτροπή του αρχιστρατήγου Κα­ραϊσκάκη, μετέβησαν στο ελληνικό στρατόπεδο 50 Σουλιώτες από Περα­χώρα, Λουτράκι και Καλαμάκι, για να βοηθήσουν στη λύση της πο­λιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους.

Στις 23 Απριλίου 1827 ο Κίτσος Τζαβέλλας, διορίστηκε από τον Καραϊ­σκάκη προσωρινός αρχηγός 7.000 στρατιωτών, για να κινηθεί προς την Αθήνα μέσω του Ελαιώνα, σε αντιπερισπασμό την ώρα που άλλοι 3.000 στρατιώτες υπό τους Σουλιώτες οπλαρχηγούς Κώστα Μπότσαρη, Λά­μπρο Βέικο, Γεώργιο Δράκο, Γ. Τζαβέλλα και άλλους γνωστούς, θα κι­νούνταν προς την Ακρόπολη.

Τη νύχτα οχυρώθηκαν οι Έλληνες σε γραμμές, η μια πίσω από την άλλη, και σε βάθος τριών μιλίων προς το Φάληρο.

Την επομένη, 24 Απριλίου, οι Έλληνες δέχτηκαν σφοδρή επίθεση από τον εχθρό, με πεζικό και ιππικό, και έπαθαν καταστροφή. Τράπηκαν σε φυγή προς την παραλία, άλλοι σφαζόμενοι και άλλοι υπό των ίππων πο­δοπατού­μενοι.

Ως 1.000 απωλέστηκαν και οι περισσότεροι από τους μαχιμότε­ρους, με­ταξύ των οποίων οι κραταιοί στον πόλεμο Λ. Βέικος, Γ, Τζαβέλ­λας, Κίτσο Τζαβέλλας, Ιω. Νοταράς, Αθ. Μπότσαρης, Φωτομάρας. Αιχ­μαλωτίστηκαν 200, μεταξύ των οποίων ο Δράκος και ο Καλλέργης. Όλους τους αποκεφά­λισαν εκτός από τον Δράκο και τον Καλλέργη, τους οποίους εξαίρεσαν ελπί­ζοντες σε εξαγορά. Και ο μεν Καλλέργης εξαγο­ράστηκε, ο δε Δράκος μετα­φέρθηκε στην Εύβοια για θεραπεία του σπασμένου του βραχίονα∙ αλλά καθ’ οδό φονεύτηκε ή κατ’ άλλους αυτο­κτόνησε με πιστόλα που άρπαξε από συ­νοδοιπορούντα.

Συνοικία της Αθήνας και ο ομώνυμος δρόμος ονομάστηκαν Βεΐκου, προς τιμήν του Λάμπρου Βέικου, του Σουλιώτη οπλαρχηγού του 1821.

Οι σκληροί αγώνες και οι θυσίες των κραταιών Σουλιωτών για την εθνική παλιγγενεσία, τους καθιστά δίκαια συμμέτοχους στη δόξα του 1821.

Σε μια δυσπρόσιτη έξαρση του Ηπειρωτικού χώρου, σε μια αετοφωλιά, στο Σούλι, η ελλη­νική ιστορία έχει εναποθέσει ένα από τα επικότερα κειμή­λιά της, ένα γνήσια ελληνικό ιδανικό: Ελευθερία ή θάνατος. Ιδανικό άφ­θαρτο που έρ­χεται από τα βάθη των αιώνων. Οι ελευθερόφρονες Σουλιώτες το εγκολ­πώθηκαν, το υπηρέτησαν και μας το κληροδότησαν ακριβό φυλα­χτό, ανεκτίμητο θησαυρό.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έγραφε προς τους Σουλιώτες: «[…] δείξατε εις όλον τον κόσμον, ότι τω όντι είσθε απόγονοι των λαμπρών ηρώων του Μα­ραθώνος και των Θερμοπυλών». Και το έδειξαν περίτρανα. Υπερασπίζοντας με αδιάκοπους αγώνες την ελευθερία τους, αποδέχτηκαν αδιστάκτως την επιταγή της θυσίας. Γεννημένοι αδούλωτοι, βάδισαν σταθερά τον δύσκολο και αιματόβρεχτο δρόμο της ελευθερίας, της τιμής και της υπερηφάνειας. Με λύτρο το αίμα τους, συνδιαμόρφωσαν την ελεύθερη Ελλάδα και ανέστη­σαν τους οραματισμούς που κατέκαιαν επί τέσσερις αιώνες την ψυχή του έθνους.

Το Σούλι, έπαλξη και ορμητήριο ελευθερίας, κάνει τους Ηπειρώτες υπε­ρήφανους και την Ελλάδα λαμπερή στον κόσμο. Σούλι, Μάνη και Σφακιά νοηματίζουν τις λέξεις λεβεντιά και λευτεριά. Το Ζάλογγο θα συμβολίζει πάντοτε την αγάπη προς την ελευθερία και τη δυναμική ερωτική αναμέ­τρηση μαζί της («τις εμάζωξε στο μέρος / του Ζαλόγγου τ’ ακρινό / της ελευτεριάς ο έρως / και τες έμπνευσε χορό» Δ. Σολωμός).

Δοξασμένους και ιερούς χώρους, η ιστορία τούς στόλισε με τη δίκαιη δάφνη. Τους πρέπει ευλάβεια και σεβασμός.

Τα θνησιμαία ψελίσματα κάποιων θλιβερών Αληπασιζόντων, μέσα στα τείχη, αποτελούν μεν συμπτώματα φθοράς και παρακμής, αλλά δεν απειλούν το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας∙ πολύ περισσότερο δεν κλονίζουν την Ελ­λάδα, διότι η Ελλάδα είναι η ιδέα και οι ιδέες αντέχουν και όσο τις πολε­μούν, τόσο θεριεύουν.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)