Γράφει ο Γιάννης Καραγιάννης*

Η πιθανολογούμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΔΩΔΩΝΗΣ και η πώληση των μετοχών των Ενώσεων ήταν, κατά την άποψη μου, μια αναμενόμενη εξέλιξη μετά το τραγικό ξεπούλημα της βιομηχανίας.

Οι Ενώσεις εκ’ των πραγμάτων βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο και οδηγήθηκαν στην πώληση των μετοχών που κατείχαν, γιατί μια αύξηση ΜΚ θα τις οδηγούσε στην έξοδο.

Διαχρονικά δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και έχουν τεράστιες ευθύνες, τόσο ως μικρομέτοχοι στα χρόνια του κρατικού χαρακτήρα της βιομηχανίας, όσο και στη φάση του ξεπουλήματος. Έτσι, η ιστορική επιχείρηση πέρασε εξ ολοκλήρου στα χέρια της Strategic Initiatives (S.I), που σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του «Βήματος» θα προχωρήσει σε μετεγκατάσταση της βιομηχανίας και σε αξιοποίηση των οικοπέδων της.

Είναι πολλές οι ευθύνες και όχι μόνο πολιτικές, που οδήγησαν στο ξεπούλημα της ΔΩΔΩΝΗΣ.

Θα ήθελα όμως να σταθώ στα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας που είναι οι Ηπειρώτες κτηνοτρόφοι.

Οι 6.500 μικροί παραγωγοί- εισκομιστές γάλακτος της βιομηχανίας που παραμένουν απλήρωτοι για μήνες και αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης.

Ήδη πολλοί κτηνοτρόφοι εγκαταλείπουν το επάγγελμα με ότι αυτό συνεπάγεται σε μια καθαρά κτηνοτροφική περιοχή, όπως είναι η Ήπειρος.

Η ζώνη γάλακτος έχει διαταραχθεί και ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι για το ΠΟΠ της φέτας. Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η πρόθεση της ΑΤΕ να πουλήσει τις μετοχές της Δωδώνης ο ΣΥΡΙΖΑ στάθηκε στο πλευρό των κτηνοτρόφων, μίλησε για πολιτική λύση στο ζήτημα και κατέθεσε τη μόνη ρεαλιστική πρόταση εκείνη την εποχή που ήταν η πώληση των μετοχών, στην ονομαστική αξία, στον κτηνοτροφικό συνεταιρισμό των εισκομιστών γάλακτος της βιομηχανίας.

Έτσι Ενώσεις και κτηνοτρόφοι θα προχωρούσανε στη λειτουργία της επιχείρησης σε συνεταιριστική βάση.

Η πρόταση έγινε δεκτή από τους κτηνοτρόφους, αλλά τα σχέδια της κυβέρνησης, των Ενώσεων και των τοπικών παραγόντων ήταν διαφορετικά και η βιομηχανία, μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, ξεπουλήθηκε.

Η λέξη ξεπούλημα είναι ίσως επιεικής στην περίπτωση της Δωδώνης.

Το εξευτελιστικό τίμημα που διαμορφώθηκε μετά από έναν διάτρητο διαγωνισμό, με πλειοδότες, χρεώστες της βιομηχανίας, χρήζει ασφαλώς εισαγγελικής παρέμβασης.

Δεν υπάρχει οικονομοτεχνική μελέτη που να αναφέρει τίμημα λιγότερο των 120 εκ ευρώ, τουλάχιστον ισάξιο του εταιρικού τζίρου, συμπεριλαμβανομένου του ισχυρού brand name του προϊόντος στην παγκόσμια αγορά.

Αλήθεια πόσο έχουν εκτιμηθεί τα οικόπεδα της βιομηχανίας που ενδέχεται να αξιοποιηθούν από τους νέους ιδιοκτήτες;

Η Δωδώνη δεν ήταν μια τυχαία βιομηχανία. Ήταν μια κερδοφόρα επιχείρηση του χώρου της κοινωνικής οικονομίας με  εξαγωγικό προσανατολισμό και πανίσχυρο εταιρικό όνομα που έδινε τις καλύτερες τιμές στους παραγωγούς, πολεμώντας καθημερινά με τα καρτέλ του γάλακτος.

Έπρεπε λοιπόν να φύγει από τη μέση για να διευκολύνει την κατάσταση…

Ένα άλλο θέμα που χρήζει δικαστικής διερεύνησης είναι η ύπαρξη ή όχι σύμβασης αγοροπωλησίας μεταξύ ΤΑΙΠΕΔ και νέων ιδιοκτητών. Σε σχετική ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ προς τον υπουργό οικονομικών η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί να δοθεί η σύμβαση γιατί υπάρχει «πρωτόκολλο εμπιστευτικότητας» μεταξύ των δύο μερών!

Αν υπάρχει τελικά σύμβαση θα πρέπει σε αυτή να αναγράφονται τουλάχιστον οι δυο βασικοί όροι του διαγωνισμού: α) Η προστασίας ζώνης γάλακτος της περιοχής και β) Οι έγκαιρες πληρωμές των κτηνοτρόφων.

Οι όροι αυτοί έχουν καταπατηθεί.

Είναι χρέος της αυριανής κυβέρνησης της αριστεράς να διερευνήσει το ζήτημα αυτό και να αποκαλύψει πλήρως το μεγάλο έγκλημα που διαπράχτηκε στην Ήπειρο.

Το ζητούμενο όμως είναι τι γίνεται από δω και πέρα.

Η προσέγγιση στον προβληματισμό αυτό θα πρέπει να γίνει με απόλυτο ρεαλισμό, μακριά από μικροπολιτικές λογικές και σκοπιμότητες. Η μετά ΔΩΔΩΝΗΣ εποχή είναι πλέον γεγονός και δεν μπορούμε να παίζουμε με το μέλλον των κτηνοτρόφων.

Εκείνο που προέχει σήμερα κατά τη γνώμη μου είναι η οργάνωση της παραγωγής σε συνεταιριστική βάση.

Οι εισκομιστές γάλακτος της βιομηχανίας μαζί με άλλους κτηνοτρόφους από όλη την Ήπειρο να δημιουργήσουν έναν ισχυρό πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό παραγωγών, τόσο για εξασφάλιση οικονομιών κλίματος στην αγορά ζωοτροφών, όσο και για καλύτερη διαπραγματευτική δύναμη στο θέμα των τιμών.

Αυτό θα είναι μια καλή αρχή για μια νέα μεταποιητική προσπάθεια που μπορεί ενδεχόμενα να ακολουθήσει στα πλαίσια μιας νέας παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και της περιοχής. Εμείς θα βλέπαμε την κίνηση αυτή μέσα στα πλαίσια των επιχειρήσεων του χώρου της κοινωνικής οικονομίας.

Θέλω να τονίσω στο σημείο αυτό ότι δεν ευθύνονται οι συνεργατικές ιδέες για την κατάρρευση των συνεταιρισμών, αλλά οι πολιτικές που  εφαρμόστηκαν, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ με τους αγροτοπατέρες, τους πολιτικούς του προϊσταμένους και τα πανίσχυρα golden boys τους που καταλήστεψαν τα πάντα και διέλυσαν την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή στην Ελλάδα.

Υπάρχουν ασφαλώς και οι φωτεινές εξαιρέσεις που θα πρέπει να γίνουν πρότυπα για τους αυριανούς συνεταιρισμούς στη χώρα μας. Πάνω σ’ αυτό επεξεργαζόμαστε ένα νέο νομικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς που θα αντικαταστήσει τον Ν.4015/2011, θα προστατεύει τη μικρή παραγωγή και θα καθιερώσει τα απαραίτητα συστήματα ελέγχων.

Σε ότι αφορά τη ρύθμιση χρεών συνεταιριστικών οργανώσεων αυτή μπορεί να γίνει μόνο μετά από εξονυχιστικό έλεγχο με ορκωτούς, σε βάθος εικοσαετίας, με παράλληλη απόδοση τυχόν ευθυνών σε μέλη διοικήσεων.

Ξαναγυρνώντας στην Ήπειρο, εκείνο που θα πρέπει να μας απασχολεί σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο είναι η συνέχιση της κτηνοτροφίας στην περιοχή και η παραγωγική της ανασυγκρότηση. Αυτά αν θέλετε είναι τα δυο επίδικα σ’ αυτή την προσπάθεια.

Όταν μιλάμε για κτηνοτροφία στην Ήπειρο θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας κυρίως την προβατοτροφία με ντόπιες φυλές (πχ μπούτσικο) και τα γίδια.

Είναι πολύ σημαντικό να διατηρήσουμε τις ράτσες αυτές και να επαναφέρουμε σε φυσιολογική κατάσταση τον παραδοσιακό κύκλο: χωράφι- ζωοτροφή- παραγωγή- μεταποίηση.

Ο κύκλος αυτός δεν υπάρχει πια αν σκεφτείτε ότι έχουν καταστραφεί με τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις όλες οι καλλιέργειες κτηνοτροφικών φυτών (τριφύλλι, μπιζέλι, λούπινο, κουκί, ρεβίθι, κλπ) και αντικατασταθήκανε από μεταλλαγμένη εισαγόμενη σόγια.

Εδώ μπαίνει ένα σοβαρό ζήτημα για την πιστοποίηση των παραδοσιακών προϊόντων της Ηπείρου, ιδίως αυτά των ορεινών περιοχών.

Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα έχει να κάνει με τη χρηματοδότηση της ανασυγκρότησης.

Η περιφερειακή ανάπτυξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Είναι επιβεβλημένη λοιπόν η δημιουργία τράπεζας ειδικού σκοπού για τον αγροτικό κόσμο, όπως και η στήριξη της Συνεταιριστικής Τράπεζας Ηπείρου που παίζει σημαντικό ρόλο στην περιοχή. Θεωρώ τέλος πολύ σημαντικό βήμα την αλλαγή νοοτροπίας σε όλα τα επίπεδα και το νέο αξιακό κοινωνικό πρότυπο που οφείλει η αριστερά να οικοδομήσει μέσα στην κοινωνία.

Ένα αξιακό πρότυπο αλληλεγγύης και ανθρωπιάς που θα αντικαταστήσει το εγώ με το συλλογικό εμείς και θα δώσει ώθηση στη συμμετοχή και τη συνέργεια. Οι επιχειρήσεις του χώρου της κοινωνικής οικονομίας δεν μπορεί να απουσιάζουν από την προσπάθεια αυτή.

*Ο Γιάννης Καραγιάννης είναι Οικονομολόγος Μέλος ΝΕ ΣΥΡΙΖΑ Ιωαννίνων & ΠΕ ΣΥΡΙΖΑ Ηπείρου

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)