Γράφει ο  Σπύρος Εργολάβος, Φιλόλογος-Συγγραφέας

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, λίγο πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα -το έτος 1827- όπου είχε εκλεγεί κυβερνήτης, με επταετή θητεία, απευθύνει δραματική έκκληση προς τους Ηπειρώτες της Μόσχας, με χρήματα των οποίων είχαν ιδρυθεί, και συντηρούνταν Σχολεία των Ιωαννίνων·

 

Είχε πληροφορηθεί ότι, λόγω των γεγονότων με τον Αλή – πασά, τα Σχολεία των Ιωαννίνων δε λειτούργησαν κατά τα έτη 1820 – 1828, οι δε τόκοι που προορίζονταν για τη λειτουργία τους παρέμεναν αναξιοποίητοι στο Αυτοκρατορικό Ορφανοτροφείο της Μόσχας. Ζητάει, λοιπόν, από τους διαχειριστές των χρημάτων αυτών, να δώσουν, ως δάνειο, την ποσότητα των τόκων, “λαμβάνοντες αποδεικτικά καθ’ α το έθνος, άμα αναλαβόν, θέλει αποδώση τα οφειλόμενα!

 

Σας το είπα και το ενοήσατε, ότι από μόνην την ανάληψιν της Ελλάδος κρέμαται η αποκατάστασις των εν Ιωαννίνοις σχολείων· και αν ταύτην επιθυμήτε, συνεισφέρετε πρώτον εις σωτηρίαν του έθνους, και τότε τελειούται και ο σκοπός των ευεργετών. Διότι αν το έθνος χαθή, εις τι χρησιμεύουσι τα χρήματα ταύτα από έτους εις έτος αυξανόμενα; Και ποία σας μένει ελπίς να αποκατασταθώσι ποτέ τα σχολεία; Μη λείψετε λοιπόν να στείλετε εις το δάνειον το ποσόν των τόκων, και ημέραι έρχονται, και η πατρίς θέλει τους αποδώση όπου ανήκουσι, και ούτως οι των Ιωαννίνων πολίται, ευεργέται έσονται όχι μόνον της γενεθλίου αυτών πόλεως, αλλά και συμπάσης της Ελλάδος.

 

Η πατριωτική αυτή έκκληση του Καποδίστρια δεν ήταν δυνατόν να μη συγκινήσει τους ευγενείς εκείνους ομογενείς της Μόσχας. Απευθυνόταν σ’ αυτούς ο πρώην Υπουργός του Τσάρου, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, με λόγια απλά και συγκινητικά και μιλούσε εξ ονόματος της ίδιας της πατρίδας. Τους διαβεβαίωνε, με όλο το κύρος που διέθετε, πως, αν ανταποκριθούν στην έκκλησή του, “οι των Ιωαννίνων πολίται ευεργέται έσονται ου μόνον της γενεθλίου αυτών πόλεως, αλλά συμπάσης της Ελλάδος”.

 

Το θέμα αυτό είχε απασχολήσει παλιότερα το γνωστό επιστήμονα και ερευνητή, συμπατριώτη μας Λέανδρο Βρανούση, ο οποίος είχε διενεργήσει σχετική έρευνα σε αρχεία της Μόσχας και της Ελλάδας. Από την έρευνα εκείνη, όπως προκύπτει από στοιχεία που υπάρχουν στο αρχείο του Λέανδρου Βρανούση, οι διαχειριστές των Ηπειρωτικών Κληροδοτημάτων στη Μόσχα ανταποκρίθηκαν στην έκκληση του Κυβερνήτη και ήταν πρόθυμοι να διαθέσουν τα χρήματα που εκείνος τους είχε ζητήσει.

Όμως η ικανοποίηση του αιτήματος του Κυβερνήτη προϋπέθετε και την έγκριση του αυτοκράτορα της Ρωσίας για τη μεταφορά των χρημάτων στην Ελλάδα. Αυτό το στοιχείο μέχρι τώρα ήταν άγνωστο.

Με την έρευνα που διεξάγουν αυτή την εποχή στα Αρχεία της Μόσχας Ρώσοι ερευνητές, για λογαριασμό του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων – με χρηματοδότηση του Δήμου Ζίτσας – το μυστήριο αυτό λύθηκε. Στα Αρχεία Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσίας, βρέθηκε το υπ’ αριθ. 2637/19 – 7 – 1827 έγγραφο του Διοικητή της Μόσχας, με τίτλο:

“Περί παροχής βοήθειας στην προσωρινή Ελληνική κυβέρνηση από το ποσόν των τόκων επί του κεφαλαίου το οποίο κατέθεσαν στο Αυτοκρατορικό Κοινωφελές Εκπαιδευτικό Ίδρυμα στη Ρωσία, οι αδελφοί Ζωσιμάδες και άλλοι Έλληνες του Νεζίν”.

Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι “ο Αυτοκράτορας έμαθε ότι οι κατοικούντες στη Μόσχα Έλληνες, όπως οι Ζωσιμάδες και λοιποί, εξέφρασαν την επιθυμία να σταλεί στην Ελλάδα ως χρηματιστική βοήθεια στους συμπατριώτες τους ένα ορισμένο ποσό από τα δικά τους κεφάλαια για τη συντήρηση των σχολείων και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων στην πόλη των Ιωαννίνων.

Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτορας, επιδεικνύοντας το σεβασμό του στους φιλανθρωπικούς σκοπούς του εν λόγω κατορθώματος και μη βρίσκοντας καμιά δυσκολία για την υλοποίησή του ευδόκησε να με διατάξει ότι επιθυμεί να μη δημιουργηθεί κανένα εμπόδιο για την εκτέλεση αυτής της προαίρεσης των προαναφερθέντων Ελλήνων”.

 

Με το έγγραφο αυτό γίνεται πλέον φανερό ότι οι τόκοι από τα κεφάλαια των Ηπειρωτών Εμπόρων της Ρωσίας, που προορίζονταν για τη λειτουργία των Σχολείων των Ιωαννίνων, κατά τα έτη 1820 – 1828, δόθηκαν ως “χρηματιστηριακή βοήθεια” στο Ελληνικό Κράτος, το οποίο, με δέσμευση του Καποδίστρια, “άμα αναλαβόν, θέλει αποδώσει τα οφειλόμενα”.

 

Τι “απέδωσε” όμως το Ελληνικό Κράτος στην πόλη των Ιωαννίνων και στους Ευεργέτες της; Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα, με τις δυο τραγικές όψεις του. Η πρώτη όψη έχει σχέση με “τα οφειλόμενα” στην πόλη και στα Σχολεία της. Αυτά, βέβαια, δεν αποδόθηκαν, αφού, άλλωστε κανένας δεν τα ζήτησε, ούτε ασχολήθηκε με αυτό το θέμα.

 

Η δεύτερη όψη είναι ακόμα πιο τραγική. Αυτή έχει σχέση με την τύχη των Σχολικών Περιουσιών της πόλης που προέρχονται από Κληροδοτήματα, από την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον τουρκικό ζυγό, και μέχρι σήμερα, δηλαδή επί ένα ολόκληρο αιώνα. Εδώ η υπόθεση, όπως σύντομα θα εκτεθεί, προσλαμβάνει τη μορφή “εγκλήματος” με συνεργούς το επίσημο κράτος και τους τοπικούς άρχοντες.

 

Ας σταματήσουμε σε ένα από αυτά τα Σχολεία: στη Ζωσιμαία Σχολή.

Με τη διαθήκη του (1841) ο Ν. Ζωσιμάς αφήνει “για ωφέλεια του Δημόσιου Ελληνικού Σχολείου στα Γιάννινα” τα απαραίτητα χρήματα, για την ανέγερση του κτιρίου στο οποίο θα στεγαζόταν το Σχολείο, και το 32% των ετήσιων τόκων για τη λειτουργία του, ορίζει δε (Κεφάλ. Ε), να γίνουν όλα αυτά από τους Εφόρους του Σχολείου (σημερινή Σχολική Επιτροπή), “όταν κάποτε ήθελε αποκατασταθεί η πόλη των Ιωαννίνων, και επικρατήσει σ’ αυτή ευνομία και ευταξία…”.

Όμως, μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (30-9- 2014, “ημέρα Μνήμης Ευεργετών”), δηλαδή, έναν αιώνα με την απελευθέρωση της πόλης από τον τουρκικό ζυγό, “η πόλη των Ιωαννίνων δεν αποκαταστάθηκε” και τούτο γιατί ακόμα “δεν επικράτησε σ’ αυτή ευνομία και ευταξία”.

 

Και τι έγινε;

1) Σε ό,τι αφορά στα χρήματα που προορίζονταν για την ανέγερση του κτιρίου της Ζωσιμαίας την πληροφορία μας τη δίνει ο Ι. Λαμπρίδης, στα “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΑΓΑΘΟΕΡΓΗΜΑΤΑ”:

“Μεταξύ των πολλών περιουσιών – γράφει – ας οι διαχειρισταί της εποχής εκείνης εσφετερίσθησαν, κατεβρόχθισαν και το δια την οικοδομήν της Ζωσιμαίας Σχολής παρά των εκτελεστών της διαθήκης αποσταλέν ποσόν”.

Το κτίριο δε της Παλαιάς Ζωσιμαίας στην οδό Ζωσιμάδων έγινε με Πανελλήνιο έρανο.

2) Σε ό,τι αφορά τα χρήματα (32 % από τα έσοδα) που προορίζονται για τη λειτουργία του Σχολείου, αυτά ούτε τα διαχειρίζεται η Σχολική Επιτροπή, ούτε διατίθενται για τις ανάγκες του Σχολείου, αλλά πηγαίνουν προς άγνωστη κατεύθυνση.

3) Σε ό,τι αφορά τώρα την κυριότητα του κτιρίου (ενώ διαβάζοντας τα συμβαίνοντα σε πιάνουν τα κλάματα για το κατάντημα του Κράτους και την ανευθυνότητα των τοπικών αρχόντων) αυτό, όπως και όλες οι υπόλοιπες Σχολικές περιουσίες της πόλης που προέρχονται από Κληροδοτήματα, έπρεπε, σύμφωνα με τις διαθήκες των Ευεργετών, με το Σύνταγμα (άρθρο 109) και με πέντε (ούτε ένα, ούτε δυό) νόμους της – ταλαίπωρης και ανύπαρκτης – Κοινοβουλευτικής μας Δημοκρατίας, να παραδοθούν, κατά κυριότητα:

α) Το 1920 στα νεοϊδρυθέντα Ταμεία Εκπαιδευτικής Προνοίας (νόμοι: 2508/1920 και 2442/1920).

β) Το 1931 στα νεοϊδρυθέντα Σχολικά Ταμεία (νόμος 5019/1931).

γ) Το 1992 στο Δήμο Ιωαννιτών (νόμοι: 1894/1990 και 2009/1992).

 

Και το ερώτημα: Τι έγινε, παραδόθηκαν;

Ασφαλώς όχι, αφού ακόμα “δεν επικράτησε ευνομία και ευταξία στα Γιάννινα”.

Και ποιος διαχειρίζεται αυτές τις Σχολικές Περιουσίες;

Αυτές, με φιρμάνι του σουλτάνου, που αναβίωσε επί δικτατορίας του Παγκάλου, επικυρώθηκε επί δικτατορίας Μεταξά, και παραμορφώθηκε επί χούντας, δόθηκαν προς διαχείριση – όχι κυριότητα – στην Εφοροεπιτροπεία των Αγαθοεργών της Μητρόπολης.

Αυτή, στην τουρκοκρατία, εκλέγονταν από τη Γενική Συνέλευση των Γιαννιωτών πολιτών· από το 1969 και μέχρι σήμερα, άμεσα ή έμμεσα, διορίζεται από το μητροπολίτη.

Και η κυριότητα; Αυτή, σύμφωνα με έγγραφο (στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου) του εκλιπόντα μητροπολίτη προς Ανώτατα Θεσμικά Όργανα (!!) της Πολιτείας, “ανήκει στα Αγαθοεργά, τα οποία την προσφέρουν δωρεάν (!) στο Κράτος”.

Δηλαδή, όπως αντιλαμβάνεστε, πρόκειται για υπεξαίρεση κοινωφελούς δημόσιας περιουσίας που παρουσιάζεται -χωρίς κανένας να συγκινείται- ως δωρεά!

Και αυτό το καθεστώς της Εφοροεπιτροπείας δεν καταργήθηκε; Καταργήθηκε τρεις φορές: Την πρώτη, με το νόμο 2508/1920, τη δεύτερη με το Σύνταγμα του 1952 (άρθρα 105, 106) και την τρίτη με το νόμο 1473/1984 (άρθρα 37 και 47). Και όμως, αν και καταργημένη, συνταγματικά και νομοθετικά, ζει και βασιλεύει.

 

Και οι βουλευτές του νομού τι κάνουν; Βολεύονται! Και ο Δήμος; Ρωτήστε το νέο δήμαρχο που διαθέτει, όπως είπε, και ανάλογη “κουλτούρα” αντιμετώπισης των προβλημάτων της πόλης.

 

Και η Γενική Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης που είναι αρμόδια, απ’ το νόμο, να κινήσει τη σχετική διαδικασία; Αυτή κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο των Μπιζανομάχων, για να τιμήσει τους Ευεργέτες (!)

 

Και οι Εισαγγελείς; Ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα επίσημα δυο φορές, ύστερα από καταγγελίες της Επιτροπής Αγώνα για τα Ηπειρωτικά Κληροδοτήματα. Δόθηκαν δυο εισαγγελικές Παραγγελίες, μια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και μια των Οικονομικών Εισαγγελέων, για οικονομικό – διαχειριστικό έλεγχο στα Παλαιά Κληροδοτήματα Ιωαννίνων και τις Σχολικές περιουσίες της πόλης που προέρχονται από Κληροδοτήματα.

 

Και τι έγινε; Μέχρι τώρα η κυβέρνηση που ήρθε να μας σώσει, τις πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων. Αυτά συμβαίνουν σε τούτη εδώ την πολύπαθη πόλη. Και αυτά σκεφτόμουν, καθώς στις τοπικές τηλεοράσεις, παρακολούθησα όσα συνέβησαν το πρωί της 30ης Σεπτεμβρίου 2014, “Ημέρα Μνήμης των Εθνικών μας Ευεργετών”.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)