Κάθε εορταστική επέτειος είτε πρόκειται για ατομικό είτε για συλλογικό γεγονός έχει τη σημασία της και το συμβολισμό της. Ανάμεσα στο σύνολο των ιδιαίτερων αυτών χρονικών στιγμών ξεχωρίζουν αναμφισβήτητα με το ιδιαίτερο νόημά τους οι εορταστικές εκδηλώσεις οι αναφερόμενες στις ιστορικές επετείους είτε σε ευρύτερη κλίμακα του έθνους είτε σε στενότερη, τοπική κλίμακα, οι εκδηλώσεις με αφορμή την απελευθέρωση του κάθε τόπου και την απαλλαγή του από μια μακροχρόνια δουλεία. Εν προκειμένω η απελευθέρωση της Φιλιππιάδας από την τουρκική δουλεία στο πλαίσιο της απελευθέρωσης ολόκληρης της Ηπείρου και της ένταξής τους στον εθνικό κορμό της ελεύθερης τότε Ελλάδας.

Από κάθε άποψη ένας τέτοιος εορτασμός, ενός ιστορικού γεγονότος, στο πλαίσιο της εθνικής ιστορίας, είναι συνυφασμένος με στιγμές εξυψώσεως του έθνους και με στιγμές ορόσημα στην ιστορική συνέχεια ενός λαού. Δεν γιορτάζουμε και δεν θυμόμαστε -ή τουλάχιστον δεν το θέλουμε-οδυνηρές στιγμές του έθνους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τις διαγράφουμε από την ιστορική μνήμη. Απλώς σταδιακά τις απωθούμε παραδίδοντάς τες στη λήθη, ώστε να μην επηρεάζουν την ανοιχτή πορεία μας προς το μέλλον, γιατί η λήθη είναι και αυτή στοιχείο της εθνικής ενότητας και είναι εξίσου σημαντικό στοιχείο με τη μνήμη. Και με τα λόγια αυτά δεν εννοώ, φυσικά,  πως πρέπει να τα ξεχνούμε και να τα διαγράφουμε όλα, αλλά να τα ερευνούμε και να στοχαζόμαστε τη μία και μοναδική ιστορική αλήθεια.

Κατά τον εορτασμό των εθνικών επετείων και αντίστοιχα των τοπικών εορτών απελευθέρωσης μνημονεύουμε ιστορικά γεγονότα που είναι κλειδιά στην εθνική ή τοπική αντίστοιχα ιστορική βιογραφία και ενισχύουμε με αυτά τον τρόπο με τον οποίον χτίζουμε την τοπική και ακολούθως την εθνική ταυτότητα. Είναι τα μικρά ιστορικά ρυάκια που αρδεύουν το μεγάλο εθνικό ποτάμι της ιστορίας. Και αυτό έχει να κάνει ακριβώς με το νόημα που δίνουμε στην κάθε επέτειο.

Για την σημερινή επέτειο μπορεί κάποιος να ισχυριστεί  ότι 102 χρόνια μετά την απελευθέρωση της πόλης της Φιλιππιάδας και ύστερα από τόσες και τόσες ομιλίες ότι όλα έχουν ειπωθεί και κατατεθεί και με τον τρόπο αυτόν αναλώνοντας ο ομιλών το χρόνο σε χιλιοειπωμένα πράγματα να κινδυνεύει να επαναληφθεί. Πέρασαν πράγματι πολλά χρόνια από τότε και έχουν γραφτεί, μπορώ να πω, εξίσου πολλά και ακόμη περισσότερα έχουν ειπωθεί και όχι μόνο για το τοπικής σημασίας αυτό γεγονός της απελευθέρωσης αλλά και γενικότερα και αφορά αυτό και άλλους τόπους που ξεδίπλωσαν τη σημαία του πατριωτισμού, της τιμής και της αξιοπρέπειας, τη σημαία της ελευθερίας και απέκτησαν τη δικιά τους φωνή. Διατηρώ, όμως, την άποψη ότι όσες φορές και αν επαναλαμβάνεται η ιστορία δεν μπορεί να είναι άσκοπη και ανώφελη και η αναφορά μας σε ένα ιστορικό γεγονός δεν πρέπει να καταλήγει σε μια τυπική επανάληψή του με σκοπό τη συσσώρευση της γνώσης, αλλά πρέπει όλα αυτά να γίνονται αφορμή για μια ενδοσκόπηση, για τη θέαση της πραγματικής αλήθειας και του πατριωτισμού, για τη γνώση της αντίστασης σε κάθε μορφής αλλοτρίωση και εξευτελισμό,  στην αντίσταση και στον αγώνα ενάντια σε κείνους που κάθε φορά επιβουλεύονται όχι μόνο την εδαφική μας ακεραιότητα συναρτημένη αυτή πάντα με την ελευθερία -που είναι πράγματι αναγκαία συνθήκη της ζωής- αλλά και σε κάθε αυθαίρετη ενέργεια χειραγώγησης  και περιορισμού της δράσης των ανθρώπων. Σε αυτήν την αντίσταση ενάντια τελικά στην ατιμωρησία που με τη σειρά της εκτρέφει την αυθαιρεσία.

Ένα ιστορικό γεγονός γίνεται γνωστό με δυο τρόπους: είτε όταν κανείς το βιώνει αυτό το γεγονός είτε όταν το μελετά επιστημονικά ή και με τους δυο τρόπους. Εκείνος ο τρόπος που  δεν αναιρείται είναι ο βιωματικός και καθώς σφραγίζει τον άνθρωπο μένει το γεγονός ανεξίτηλο.  Η μελέτη του γεγονότος, η επιστημονική δηλαδή, είναι εκείνη που την κατέχει ο επιστήμονας και θεωρούμε πως δεν επιδέχεται μεταβολές και διαφοροποιήσεις, γιατί εκφράζει ή τουλάχιστον πρέπει να εκφράζει, την αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια,  ότι δεν αναιρείται, όταν προκύπτουν καινούργια στοιχεία και δεν ξαναγράφεται ώσπου να φτάσουμε στην παραπάνω πραγματική αλήθεια η οποία αλήθεια  είναι πάντα μία. Και όταν γιορτάζουμε, όπως για παράδειγμα σήμερα, αυτό το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης, την επέτειό του, στρέφουμε το βλέμμα μας προς το παρελθόν, προς αυτή τη βιωματική ή επιστημονική γνώση, που είναι σταθμός στην ιστορία ενός λαού.

Με κάθε είδους λογύδρια, τελετές, στεφάνια και εκδηλώσεις πανηγυρικού χαρακτήρα ξαναφέρνουμε στη μνήμη μας-γιατί βιωματικά δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να ζει και να θυμάται – τιμούμε όλους όσοι θυσιάστηκαν στο ιδανικό της πατρίδας. Σωστό και αναγκαίο γεγονός, όχι όμως αρκετό. Γιατί δίνοντας αυτή τη μνημειακή διάσταση στα γεγονότα, και καθώς κατ’ ανάγκη απομακρυνόμαστε σιγά-σιγά χρονικά από αυτά, υπάρχει ο κίνδυνος να μείνουμε αδιάφοροι όσοι, κυρίως, δεν είμαστε εξοικειωμένοι με το ιστορικό παρελθόν, δηλαδή δεν έχουμε ούτε τη βιωματική ούτε την επιστημονική γνώση. Αυτή η χρονική απόσταση από τα γεγονότα και η αδυναμία στοιχειώδους εξοικείωσης με αυτά δικαιολογεί, θα έλεγα εν μέρει, και την αμφισβήτηση γενικά του τρόπου εορτασμού των επετείων, ή την αναζήτηση, για παράδειγμα, ενός άλλου τρόπου εορτασμού στα σχολεία κ.ο.κ.

Η επέτειος της απελευθέρωσης αναφέρεται σε ένα ιστορικό, πραγματικό γεγονός, αλλά η ίδια η επέτειος ως επιτέλεση είναι και συμβολική και ως τέτοια στρέφεται στο μέλλον. Στον εορτασμό σήμερα για την απελευθέρωση της Φιλιππιάδας έχουμε μια διπλή διάσταση: από τη μια το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης στις 12 Οκτωβρίου 2012 και από την άλλη τη συμβολική διάσταση και τη σημασία της για το μέλλον των ανθρώπων. Με το ιστορικό γεγονός, την υπεράσπιση της πατρίδας, των εδαφών της, της ακεραιότητάς της, των πολιτιστικών στοιχείων της, των συμβόλων της, που παραπέμπουν στις άυλες αξίες, στην ελευθερία, την πίστη και την αγάπη για την πατρίδα με όλο τους το περιεχόμενο, τον καλώς εννοούμενο πατριωτισμό. Αυτές οι άυλες αξίες είναι και ο συμβολισμός της σημερινής επετείου μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται ο αναγκαίος πατριωτισμός που σήμερα, μάλλον, απουσιάζει από την καθημερινότητά μας. Αυτός ο συμβολισμός είναι που δίνει και τον δυναμικό χαρακτήρα στο σημερινό εορτασμό. Και το σύμβολο είναι που δίνει δύναμη και ωθεί τα πράγματα προς τα μπρος. Και αν κλείσουμε το δρόμο στο συμβολισμό μένοντας μόνο στο ιστορικό γεγονός κλείνουμε το δρόμο από το μέλλον αυτό που κάνει μια  τέτοια επέτειο να χάνει το νόημά της και να αναζητούμε την αλλαγή της και τις μεταβολές ή την κατάργησή της που σημειώσαμε παραπάνω. Έτσι, όμως, καταντά απαιδευσία να παραμένει κανείς κωφός και τυφλός στη συμβολική αυτή σημασία της επετείου, γιατί κάθε εορτασμός επετείου είναι  και ένα «γνώθι σαυτόν» για το λαό.

Δράττομαι, λοιπόν, της ευκαιρίας να πω και θαρρώ πως θα ήταν πολύ χρήσιμο στο δίπολο αυτό μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που συνέβησαν και του συμβολισμού  τους να θυμηθούμε πως η απελευθέρωση της Φιλιππιάδας  εντάσσεται στο κλίμα του Βαλκανικού Πολέμου 1912-1913. Όταν οι βαλκανικές χώρες Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα και Βουλγαρία συμμάχησαν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιτέθηκαν και απέσπασαν από αυτή την Ήπειρο, τη Μακεδονία και μέρος της Θράκης και στη συνέχεια διαφώνησαν μεταξύ τους στο διαμοιρασμό των εδαφών, αποχώρησε η Βουλγαρία χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών, ενώ είχε ήδη είχε εισέλθει στη συμμαχία και η Ρουμανία.  Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα αλλά ιδιαίτερα στις αρχές του 20ου η εσωτερική κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηριζόταν από έντονα σημάδια παρακμής, τα οποία διευκόλυναν τα μέγιστα την εκκολαπτόμενη από καιρό ιδέα της απελευθέρωσης των βαλκανικών εθνών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας θεωρώντας και πολύ σωστά, αν ξεσπάσει σύγκρουση στα Βαλκάνια χωρίς τη συμμετοχή της Ελλάδας θα χανόταν για πάντα η δυνατότητα να υλοποιηθούν οι ελληνικές διεκδικήσεις προς βορρά, Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη. Για το λόγο αυτό συνυπέγραψε την αμυντική  συμφωνία παρόλο που με τη Βουλγαρία δεν κατάφεραν αργότερα να συμφωνήσουν στο μοίρασμα των εδαφών. Η αποτυχία του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 είχε δημιουργήσει την εντύπωση στους βαλκάνιους ότι η Ελλάδα δεν αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη, δεν θα είχε στρατιωτικές επιτυχίες και, επομένως, δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει με αξιώσεις εδάφη που ήταν στο στόχαστρο της Βουλγαρίας. Αντίθετα, έβλεπαν την ικανότητα του ελληνικού στόλου να εμποδίζει τον ανεφοδιασμό των Τούρκων από τη θάλασσα. Με την επανάσταση στο Γουδί είχαν βελτιωθεί πολλά πράγματα με γρήγορους ρυθμούς το στρατό, είχε εκσυγχρονιστεί ο εξοπλισμός και είχε αναδιοργανωθεί διοικητικά. Οι διπλωματικές κινήσεις και πρωτοβουλίες του Βενιζέλου επηρέασαν πολλούς και αρνητικά και ταυτόχρονα όμως αναπτέρωναν το ηθικό των υποδούλων που δεν ξεχάστηκαν από τη Μητέρα Ελλάδα. Για παράδειγμα μπορεί τα γεγονότα και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων που διεξήχθησαν από παλαιότερα μετά το 1850 να διέψευσαν τις ελπίδες του Ηπειρωτικού λαού για απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό, ωστόσο οι Ηπειρώτες αλλά και σύσσωμος ο ελληνικός λαός ήταν έτοιμος για δράση. Και αν ακόμη το 1881 από τα μέρη της Ηπείρου είδαν μόνον την Άρτα με σύνορα τον Άραχθο ποταμό να υπάγεται στο ελληνικό κράτος και αν έζησαν την αποτυχία του πολέμου του 1897 και η πέραν του Αράχθου Ήπειρος έμεινε προσωρινά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ωστόσο δεν πτοήθηκαν και είχαν στραμμένο το βλέμμα στην απελευθέρωση και των άλλων προς βορρά εδαφών ενστερνιζόμενοι την ιδέα που είχε καλλιεργηθεί για πάρα πολλά χρόνια, «Η Ελλάδα οφείλει, πρέπει και δικαιούται να πάει όπου υπάρχει και ελληνικός πληθυσμός» άσχετα αν αυτό έσβησε με τη Μικρασιατική καταστροφή.

Η Φιλιππιάδα από την ίδρυσή της το 1881 ως Νέα Φιλιππιάδα ή ως Λούρος ή Νέος Λούρος μεταξύ του Ελευθεροχωρίου και της ως τότε  Φιλιππιάδας κατείχει μια σημαντική πολιτικοστρατιωτική θέση και για τους Έλληνες  πέραν του Αράχθου και για τους Τούρκους. Ήταν μια οθωμανική κωμόπολη δίπλα στην ελληνική Άρτα και θα ήταν πολύ εύκολο σε ενδεχόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις να αποτελέσει κλειδί γι’ αυτές, όπως και έγινε  σε όλες  που έλαβαν χώρα. Μαζί με τα Πέντε Πηγάδια ήταν τα ακρινά οχυρά που προστάτευαν την πόλη των Ιωαννίνων. Έτσι, τουλάχιστον, φαίνεται από το στρατιωτικό ημερολόγιο των επιχειρήσεων. Όταν κατελήφθη η πόλη της Φιλιππιάδας από τον ελληνικό στρατό, οι Τούρκοι έφυγαν για τα Πέντε Πηγάδια και από κει για τα Γιάννινα. Έπειτα, η θέση της αυτή, κομβική θέση, ήταν αυτή ακριβώς που την ανέβασε πολύ γρήγορα σε διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό  κέντρο και σε έδρα του καζά Λούρου, το δε ελληνικό κράτος δημιούργησε στην πόλη αυτή και Υποπροξενείο.

Γεωγραφικά η εδαφική έκτασή της έφτανε μέχρι το Κουκλέσι, το Τέρροβο και τη Σκλίβανη προς τα βόρεια, μέχρι τον Άραχθο προς τα ανατολικά, νότια μέχρι τον Αμβρακικό και τις λιμνοθάλασσες Λογαρού, Ροδιάς και Τσουκαλιό και δυτικά τον ποταμό και τα θεσπρωτικά βουνά. Μέσα από αυτό το ευρύτερο γεωγραφικό σύνολο η Φιλιππιάδα παλαιότερη και νεότερη εξασφάλισε και τον ανθρώπινο πληθυσμό της.. Ίσως, δεν είναι της ώρας να αναπτύξει κανείς και να παρουσιάσει εκτενέστερα την εικόνα της πόλης, όπως αυτή αποτυπώνεται σε φωτογραφικά αρχεία ή όπως παρουσιάζεται και αντανακλάται στον τύπο εκείνης της εποχής ή σε λογοτεχνικά έργα ή και σε προσωπικές αφηγήσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κείμενα των ανταποκριτών των εφημερίδων κατά την περίοδο του πολέμου, γιατί μιλώντας άμεσα για τα πολεμικά γεγονότα δίνουν έμμεσα πάρα πολλές πληροφορίες για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή.

Σε καμιά από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις η Φιλιππιάδα, Ελευθεροχώρι και παλιά Φιλιππιάδα  δεν έμεινε αμέτοχη ή δεν ήταν στα σχέδια των επιχειρήσεων. Ακόμη και στον πόλεμο του 1897, με τη γνωστή του έκβαση και προπάντων την καταρράκωση του ελληνικού γοήτρου και της εθνικής υπερηφάνειας των Ελλήνων, η Φιλιππιάδα ήταν παρούσα. Στις 9 Απριλίου του 1881 οι πρώτοι Έλληνες μπήκαν στην πυρπολημένη από τους ίδιους τους Τούρκους πόλη, ενώ οι ίδιοι, οι Τούρκοι, με τους συμπατριώτες τους από το Ιμαρέτ και τη Βλαχέρνα έφευγαν προς τα Πέντε Πηγάδια, το επόμενο οχυρό στρατηγικό σημείο προς τα Γιάννινα, γράφει η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ. Αυτό, όμως, δηλαδή η να είναι ελεύθερη η πόλη, κράτησε  ως τις 18 Απριλίου, όταν με τηλεγράφημα του αρχηγού του εν Ηπείρω στρατού κ. Μάνου διετάχθη ο στρατός να εγκαταλείψει τις θέσεις στα Πέντε Πηγάδια και να υποχωρήσει στην Άρτα. Την Φιλιππιάδα εγκαταλειφθείσα τότε ανακατέλαβαν οι Τούρκοι και γενικά τα οθωμανικά στρατεύματα περιορίστηκαν στις θέσεις που είχαν προ της κηρύξεως του πολέμου επί της δεξιάς όχθης του Αράχθου και τα ελληνικά επί της αριστεράς. Πικρή ειρωνία! Και που να φαντασθούν ότι η χαρά των δεν θα διήρκη πολύ γράφει η Εφημερίδα ΗΠΕΙΡΟΣ στις 18/7/1897. Μπορεί, όμως, να απέτυχε αυτός ο πόλεμος και να  καταρρακώθηκε η εθνική μας υπερηφάνεια ήταν όμως αφορμή για αλλαγή στάσης στα ζητήματα αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά πως η ιστορία ξεχνιέται εύκολα από τους νικητές μα όχι και από τους ηττημένους.

Τη θλίψη αυτή και την απογοήτευση, λοιπόν, ήρθε να διακόψει η κήρυξη του πολέμου το φθινόπωρο του 1912 της Ελλάδας κατά της Τουρκίας. Οι Βαλκανικές χώρες, Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο εκμεταλλευόμενες τα εσωτερικά προβλήματα της Τουρκίας συνήψαν συμμαχία μεταξύ τους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κήρυξαν τον πόλεμο. Η κήρυξη αυτή προκάλεσε μεγάλον ενθουσιασμό και από πολλά μέρη της υπόδουλης και απελευθερωμένης Ελλάδας  και πολλές χώρες του εξωτερικού έσπευσαν εθελοντικά σώματα να πολεμήσουν για την Ήπειρο την οποία πάρα πολλοί από αυτούς δεν γνώριζαν και έχει τη σημασία του  αυτό, γιατί αναδεικνύει αναμφισβήτητα έναν αγνό πατριωτισμό, μία διαφορετική αντίληψη για την έννοια της πατρίδας και την προστασία των ιερών χωμάτων.

Η γειτονική Άρτα είναι το σημείο εξορμήσεως των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και τα υψώματα του Γριμπόβου η πρώτη επιτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση, για να φθάσουν σύντομα στην Κιάφα του Αμμοτόπου και, σχεδόν, κατά μήκος των συνόρων να γενικευθεί στην περιοχή ο πόλεμος. Στις 12 Οκτωβρίου 1912 και περί ώραν 2.25΄μ.μ ο Υπίλαρχος Γιαννόπουλος αναφέρει ότι η Φιλιππιάδα είναι τελείως ελεύθερη. Η εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ δια του απεσταλμένου της αποτυπώνει την κατάσταση σημειώνοντας: «… Άρτα 13 Οκτωβρίου. Κατόπιν πανωλεθρίας κατά την χθεσινήν μάχην, οι Τούρκοι απελπισθέντες εκ του εγχειρήματος της ανακαταλήψεως των οχυρών θέσεων απεφάσισαν την εγκατάλειψιν των Κουμτζάδων, της Στρεβίνας και της Φιλιππιάδας…οι Τούρκοι υποχωρούντες πανικόβλητοι μετά τας χθεσινάς μεγάλας απωλείας ετράπησαν την άγουσαν εις Ιωάννινα…οι Έλληνες πολίται της Φιλιππιάδος εορτάζουν την απελευθέρωσίν των εκδηλούντες παντοιοτρόπως την ευγνωμοσύνην των προς τους εισελθόντας Έλληνας στρατιώτας ….Παρά προύχοντος ομογενούς εβεβαιώθην ότι αι επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού εις την Φιλιππιάδα διηυθύνοντο υπό του αντιστρατήγου Εσάτ Πασά. Ούτος διέταξε τα εφόδους Κιάφας και Γριμπόβου. Ο τουρκικός στρατός ανήρχετο εις 6 χιλιάδας…». Σε άλλο φύλλο της ίδιας εφημερίδας στις 17 Οκτωβρίου 1912 ο απεσταλμένος της, αφού περιγράψει το χαρμόσυνο γεγονός της απελευθέρωσης της Φιλιππιάδας, δίνει την πρώτη εντύπωση από την όψη της Φιλιππιάδας σημειώνοντας τα εξής: «…Η Φιλιππιάδα ως και πάσα άλλη πόλις δουλεύσασα εις την τυραννίαν φέρει ζωντανά τα ίχνη του τουρκισμού. Όλαι αι οικίαι έχουν τα τουρικικα καφάσια εις τα παράθυρα, είναι δε αι πρισσότεραι μέγαρα των Αλβανών μπέηδων οι οποίοι ως σάρακες αχόρταγοι απεμύζων τους φιλέργους πληθυσμούς των πέριξ χωρίων δια να πλουτίζουν αυτοί και μόνοι…».

Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων γίνεται σχεδιασμένα σε όλη την έκταση προς τα Γιάννινα. Τα Γιάννινα προστατεύονταν προς νότο βασικά από το οχυρό των Πέντε Πηγαδίων και της Φιλππιάδας. Ήδη ένα μετά το άλλο τα οχυρά αυτά πέφτουν και προειδοποιούν και για τα Γιάννινα. Ο στρατηγός Σαπουτζάκης στις 18 Οκτωβρίου 1912 αναφέρει προς το Υπουργείο Στρατιωτικών ότι ο στρατός κατέλαβε το Ανώι, ήδη μέχρι τα Πέντε Πηγάδια δεν υπάρχει εχθρός και αμφιβάλλει αν θα υπάρχει και πέραν αυτού του σημείου. Δεν θα κερδίζαμε περισσότερο αν κάναμε μια λεπτομερή χαρτογράφηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ελληνικών δυνάμεων, και αν ακουγόταν εδώ τώρα με κάθε λεπτομέρεια η πορεία των επιχειρήσεων που ανάγκασε τον τουρκικό στρατό να υποχωρήσει οδεύοντας προς τα Γιάννινα και αφήνοντας την εντύπωση ότι ήταν μάταια κάθε αντίσταση. Ίσως η αποτυχία του 1897 δημιούργησε αυτή την απατηλή εντύπωση για τον ελληνικό στρατό και για τον αντίπαλο δεν ήταν και τόσο υπολογίσιμη δύναμη η Ελλάδα ως μέλος αυτής της συμμαχίας στους Βαλκανικούς πολέμους. Τούτη τη φορά τα πράγματα τους διέψευσαν καθώς είχαν απέναντί τους ένα αποφασισμένο λαό που δεν εννοούσε τώρα να ηττηθεί. Ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο και υπερέβησαν τον εαυτό τους. Σε μια αναφορά στρατιωτικού γιατρού στις 28 Οκτωβρίου 1912 από τα Ξηροβούνι σημειώνεται ότι πάνω από πενήντα στους εκατό παρουσιάζουν πρήξιμο στα κάτω άκρα από το κρύο. Και οι περισσότεροι στην προσπάθειά τους να βάλουν ή να βγάλουν τα άρβυλά τους γδέρνονταν τα πόδια. Οι ίδιοι δεν μπορούν να σταθούν όρθιοι από τους πόνους και τα πρηξίματα και ελλοχεύει ο κίνδυνος να αναπτυχθεί γάγγραινα… Τοιούτου μεγέθους ήταν οι κακουχίες των στρατιωτών μας αλλά δεν εκάμφθη ούτε στιγμή το πατριωτικό φρόνημά τους.  Σύσσωμος ο ελληνικός λαός έδωσε το παρόν στον υπέρ της πατρίδος αγώνα. Αξίζει, θαρρώ, να αναφέρουμε στο σημείο αυτό το εθελοντικό σώμα των Κρητών, τους μεμονωμένους εθελοντές γενικά των οποίων η συμμετοχή στην απελευθέρωση της Φιλιππιάδας και γενικά της Ηπείρου ήταν σημαντική.

Η Φιλιππιάδα ήταν η πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε με την έναρξη του πολέμου. Και δεν ήταν απλώς  ένα σημείο διάβασης. Ήταν στρατηγικό σημείο στο οποίο εξαρχής εγκαταστάθηκε το στρατιωτικό επιτελείο, το αρχηγείο πολέμου, οργανώθηκε νοσοκομείο για την περίθαλψη τραυματιών, και εθελόντριες του Ερυθρού Σταυρού πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στους τραυματίες ήρθαν επί τόπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα για τον πόλεμο ο διάδοχος Κωνσταντίνος, η βασίλισσα, ανώτατοι αξιωματικοί, Σαπουντζάκης, Βελισαρίου, Μάνος, ο πρωθυπουργός της χώρας Ελ. Βενιζέλος επισκέφθηκε τη Φιλιππιάδα δίνοντας με όλα αυτά το στίγμα της θέσης της Φιλιππιάδας.

Κάθε χρόνο, λοιπόν, σαν σήμερα φέρνουμε ή πρέπει να φέρνουμε  στη μνήμη μας όλα αυτά τα γεγονότα που εξασφάλισαν την ελευθερία στη Φιλιππιάδα και την Ήπειρο.  Ανακαλούνται στη μνήμη μας ιστορικά σημεία, ορόσημα και γιγαντώνουν ως οι άλλοτε Θερμοπύλες στο πέρασμα του εχθρού. Γρίμποβο, Στρεβίνα, Κουμτζιάδες, Μουλιανά, Φιλιππιάδα, Πέντε Πηγάδια. Ανώι κοκ. Τηρουμένων των αναλογιών στέκονται ισάξια στις μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού. Αλλά δεν πρέπει να μείνουμε μόνο στη μέρα της μνήμης και να αναλωθούμε για μια ακόμη φορά σε ρητορικά και καλολογικά σχήματα, αλλά να υπερβούμε αυτό το όριο που σταματά στην απλή εκδήλωση μνήμης- αναγκαίο αφιέρωμα στους νεκρούς και βασικό – και να πάμε πιο πέρα σε εκδηλώσεις ιστορικής κατάκτησης και αυτογνωσίας. Πρέπει, ακριβώς, να ξεπεράσουμε τα γεγονότα και να φθάσουμε στο συμβολισμό, όπως αναφέραμε στην αρχή, για να έχει κάθε φορά και νόημα οποιαδήποτε αναφορά μας σε αυτά. Αυτό πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για δυο πρωτίστως λόγους: Ο πρώτος λόγος είναι γιατί ο λαός που έχει μνήμη, δεν την εγκαταλείπει, αντίθετα την αξιοποιεί και την έχει ως ένα όπλο, ως ανάχωμα, να αποκρούει με επιτυχία κάθε ιστορικό αναθεωρητισμό που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια πολύ συχνά με έναν ανεκδιήγητο σχετικισμό, ότι δηλαδή μπορεί να έγιναν έτσι τα πράγματα αλλά μπορεί και όχι έτσι,  και ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι λαοί που διατηρούν τη μνήμη τους ζωντανή είναι αυτοί που πρωταγωνιστούν στις διεθνείς εξελίξεις. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε λαός που στο διάβα της Ιστορίας παρήγε πολιτισμό και κόμιζε πρόταση πολιτισμού που ενδιέφερε και ενδιαφέρει πανανθρώπινα.

Η εθνική μας ιστορία είναι το άθροισμα των τοπικών μικρότερων σε έκταση ιστοριών. Και η ιστορική αυτή γνώση είναι ουσιαστικό εφόδιο για τη χάραξη μιας στρατηγικής στη διεθνή σκηνή μακροπρόθεσμα. Δεν ωφελεί, επομένως,  τον τόπο η απώλεια της ιστορικής αλήθειας και της ιστορικής συνείδησης. Η γνώση της ιστορίας μας δεν μας κάνει περισσότερο σωβινιστές, όπως πολλοί ισχυρίζονται. Δεν μπορεί κανείς, όμως, να αποκλείσει από έναν λαό να χαίρεται για το παρελθόν και το παρόν του, αν πρωτίστως αυτός ο λαός σέβεται τους άλλους, αλλοεθνείς και ετερόδοξους.  Από το σημείο, όμως,  αυτό ως το σημείο να διστάζουμε να χρησιμοποιήσουμε λέξεις που εκφράζουν την μία και μοναδική ιστορική αλήθεια με το φόβο ότι μπορεί να εκληφθούν όλα αυτά ως εθνικιστικά οράματα ή να επιζητούμε την κατάργησή τους, εννοώ των εορταστικές επετείους ως δήθεν ανώφελες στην οικοδόμηση της ταυτότητας ενός λαού στην άχρωμη, απροσδιόριστη και μαζοποιημένη λαοθάλασσα της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας η απόσταση είναι μεγάλη. Θυμίζει τον μύθο του Αισώπου με την αλεπού που της πιάσαν την ουρά στο δόκανο και της την κόψαν. Και αυτή για να βγεί στην αγορά και να μην είναι μοναχή της κουτσονόρα έπεισε και τις άλλες να τις κόψουν τις ουρές. Μήπως να ξεχάσουμε, να αλλάξουμε, να απαλύνουμε τα ιστορικά γεγονότα, για να μην νιώθουν κάποιοι μόνοι τους; Ας μην συγχέουμε, λοιπόν, τον πατριωτισμό, έννοια που εκφράζεται με τη θυσία τόσων και τόσων ηρώων στα πεδία των μαχών, έννοια που προσδιορίζεται με την προσφορά του καθενός και την υπευθυνότητά μας απέναντι στα τεκταινόμενα, έννοια που εξορίζεται παρόλα αυτά  από την καθημερινότητά μας, ας μην τον συγχέουμε, λοιπόν, με τον  εθνικισμό. Θέλω να επισημάνω αυτόν τον πατριωτισμό που ποτίστηκε με αίμα ηρώων και σήμερα με τις θυσίες του ελληνικού λαού και που στέκεται εμπόδιο στην αποδόμηση της ιστορίας και δεν επιτρέπει οι λέξεις να αλλάζουν σημασία, γιατί στην ιστορία η αλήθεια, είναι γνωστό, εκφράζεται με λέξεις και, ευτυχώς, αυτή η λέξη είναι μία. Ο «συνωστισμός» στην ιστορία, που κατά παρουσιάστηκε, είναι ιδεολογική και εθνική ασφυξία και, όταν ρίχνουμε στη λήθη πράγματα που πρέπει να τιμωρούνται, επιτρέπουμε την επανάληψή τους, χωρίς άλλη κουβέντα.  Πολλοί εθελοντές για την απελευθέρωση της Ηπείρου δεν γνώριζαν τον τόπο, σχεδόν, καθόλου.  Μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς  η εν λευκώ αυτή συμμετοχή τους παρά μόνον από τον υψηλό πατριωτισμό τους;

Αν ετούτο το βήμα με την ευκαιρία αυτού του εορτασμού είναι εφαλτήριο μηνυμάτων προς κάθε κατεύθυνση, πρέπει να πω πώς λέξεις όπως πατρίδα, Ελλάδα, εθνική κυριαρχία χάνουν την αξία τους στο βήμα της παγκοσμιοποίησης των συμφερόντων και δεν μας επιτρέπουν να στηριχθούμε στις αξίες μας, στα σύμβολά μας και στις αρετές μας. Είναι πολύ εύκολο και δεν απέχουμε πολύ από το γίνει η μνήμη των αγώνων για ανεξαρτησία κάθε είδους ανάμνηση. Αυτό θα μας κάνει πολύ ευάλωτους και εύκολη λεία στους επιτιθέμενους. Και δεν είναι λίγοι  όλοι αυτοί. Και μεις τότε χωρίς ψυχικά και πνευματικά αποθέματα, χωρίς μηχανισμούς αντίστασης θα εκχωρούμε κάθε φορά σε όλα τα επίπεδα τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Οι παράγοντες που μπορούν να στηρίξουν και να δυναμώσουν την αντίσταση ενός λαού στην εξαφάνισή του είναι  η βαθιά γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού του που θα προέρχονται από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα διδάσκει σωστά τη γλώσσα, την ιστορία και την κριτική σκέψη και αφού εξασφαλίσουμε ευνομία, κοινωνική δικαιοσύνη, σωστή λειτουργία των θεσμών, αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό. Έχουμε να κάνουμε με έναν άλλου είδους πόλεμο και χρειάζεται πατριωτισμός σε καινούργιους τόπους. Χρειάζεται να φτιάξουμε σύμβολα, χωρίς, όμως, να λησμονηθούν οι νεκροί μας και να ξεχαστούν οι θυσίες τους ή να μείνουν βουβές στα συρτάρια και στις βιβλιοθήκες, γιατί τότε θα γιγαντωθεί η τρομακτική σιωπή  του χρόνου και δεν θα είμαστε αυτό που θέλουμε να είμαστε. Την αντίσταση στην επικίνδυνη λήθη την εξασφαλίζει κάθε αποσυμβολοποιημένη ιστορική επέτειος που ζωντανεύει το παρελθόν και ως σύμβουλο καταξιώνει το παρόν και εδραιώνει το μέλλον.

  Ευχαριστώ

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)