Συνέντευξη της Άννας Στεργίου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη 

 

« Όταν παίζω κλαρίνο, παίζω με την καρδιά μου κι ονειρεύομαι, και είναι στιγμές που επηρεάζομαι από την ατμόσφαιρα και από τον κόσμο που με ακούει και τότε τα δάχτυλά μου πάνω στο όργανο κινούνται μόνα τους και εντολές δίνει η ψυχή μου κι εγώ βρίσκομαι σε έναν κόσμο που δεν μπορώ να εξηγήσω, είναι μαγική στιγμή. Ε, τότε συγκινούμαι κι εγώ και κλαίω μέσα μου».

 

Το βιβλίο «Τάσος Χαλκιάς: Το φύσημα του Θεού», εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη , της Αννας Στεργίου γράφτηκε είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του Τάσου Χαλκιά. Ισχυρή προσωπικότητα, μουσικός που ξεχωρίζει στο διηνεκές και φωτεινό παράδειγμα απέναντι στην κενότητα και την απληστία, που κυριάρχησε ως πρότυπο τις τελευταίες δεκαετίες, το αποτύπωμά του παραμένει ζωντανό κι επίκαιρο περισσότερο από ποτέ σε μια χρονική στιγμή που ο ελληνικός λαός δοκιμάζεται και η χώρα μας μοιάζει με κινούμενη άμμο.

 

- Ποια ήταν η αφορμή για να γραφτεί το βιβλίο «Τάσος Χαλκιάς: Το φύσημα του θεού», εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη;

«Το βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων από το θάνατο του Τάσου Χαλκιά. Είχε προηγηθεί αρκετά χρόνια πριν, ένα αφιέρωμα που επιμελήθηκα κι αφορούσε στη μουσική κομπανία των Χαλκιάδων για λογαριασμό της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», στην οποία εργάζομαι  ως δημοσιογράφος. Αυτό το ρεπορτάζ στάθηκε  αφορμή για να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης με τον τραγουδιστή Λάκη Χαλκιά, ο οποίος μου ζήτησε τελικά να γράψω ένα βιβλίο για τον πατέρα του. Ο Λάκης ήθελε να γνωρίσουν κι οι νεότεροι το έργο του και για μένα ήταν μεγάλη τιμή και τεράστια πρόκληση. Ως Θεσπρωτή στην καταγωγή θαύμαζα από παιδάκι το κλαρίνο του Τάσου Χαλκιά, μεγάλωσα με τις μελωδίες του κι ο πατέρας μου με μύησε στο έργο του».

- Πόσο χρόνο κάνατε για να μαζέψετε το υλικό και για να γράψετε το βιβλίο;

«Περίπου δυόμιση χρόνια. Είχα γράψει ήδη ένα μυθιστόρημα «Τα μάτια του φόβου» που είχε εκδοθεί από το Λιβάνη, όμως παρόλο που είχα την εμπειρία αυτή, εδώ έπρεπε να γίνει πρόσθετη δουλειά. Είχα να κάνω με μια  πολυσύνθετη προσωπικότητα, μ’ έναν άνθρωπο, που πολλοί που συνεργάστηκαν μαζί του, είναι ακόμη εν ζωή. Αυτό το στοιχείο από μόνο του είχε περιορισμούς. Ενώ υπήρχε αρκετό έτοιμο υλικό κι ο Τάσος Χαλκιάς είχε δώσει συνεντεύξεις στον Ανδρέα Χρονόπουλο κι ο Λάκης Χαλκιάς μου παραχώρησε με απόλυτη ελευθερία το αρχείο του, αποδείχτηκε δύσκολο εγχείρημα. Έπρεπε να πάρω συνεντεύξεις από τους οικείους του, από συνεργάτες, φίλους του, αφού ο ίδιος  κι όλα του τα αδέρφια, με τα οποία συνεργάστηκε στενά επαγγελματικά, είχαν πεθάνει. Υλικό συγκεντρώθηκε πολλές φορές  και κάθε νέα πληροφορία αξιολογούνταν κι ήταν ικανή ν΄ αναιρέσει τα προηγούμενα ή να προσθέσει μια πινελιά. Από κει και πέρα έγινε κάποια επιλογή γιατί αν έγραφα όσα είχαν συμβεί, οι αναγνώστες θα διάβαζαν εγκυκλοπαίδεια».

            – Ο Τάσος Χαλκιάς ξεκίνησε από ένα χωριό της Ηπείρου κι η φήμη του εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τι ήταν αυτό που τον έκανε γνωστό;

«Αν και στη δισκογραφία κατά καιρούς έχει κάνει και δεύτερη φωνή, το κλαρίνο τον καθιέρωσε, όχι απλά ως μουσικό, αλλά ως κομμάτι της σύγχρονης Ελλάδας. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι μουσικοί αλλά δεν δουλεύουν αρκετά κι άλλοι που είναι σπουδαία ταλέντα αλλά σκο ντάφτουν σε προσωπικά τους αδιέξοδα. Ο Τάσος Χαλκιάς είχε ταλέντο, δούλευε, είχε τον μεγάλο του αδερφό Μήτσο, που τους άνοιξε το δρόμο, κι είχε κι ένστικτο. Έπαιζε «καθαρό» κλαρίνο, με την έννοια ότι δεν έβαζε προσμείξεις. Όταν έπαιζε σε ηπειρώτικα πανηγύρια δεν μπέρδευε πωγωνίσια με συρτά. Δε νόθευε τη μουσική. Στην Αμερική έπαιζε τσιφτετέλι με το κλαρίνο, τόσο όμορφα που θα μπορούσε να νομίσει κάποιος ότι ήταν Τούρκος μουσικός, απόλυτα εξοικειωμένος με το χορό της κοιλιάς. Εκείνο όμως που τον έκανε γνωστό ήταν τα μοιρολόγια του. Έχασε οικεία του πρόσωπα από πολύ μικρός και τα μοιρολόγια ήταν ένας τρόπος λύτρωσης αλλά κι επικοινωνίας μ’ αυτούς που έχασε».

- Αν κι έμεινε ορφανός πάλεψε στη ζωή και τα κατάφερε. Ποια στοιχεία τον διέκριναν ως άνθρωπο;

            «Ήταν συναισθηματικός κι εργασιομανής` έντιμος κι αυστηρός με τους συνεργάτες του. Όμως δεν ήταν άνθρωπος που μιλούσε. Σπάνια εκδήλωνε τα συναισθήματά του με λόγια `συνήθως έβαζε το κλαρίνο να μιλά γι΄ αυτόν.  Κι αυτή ήταν μια μεγάλη δυσκολία για μένα, να περιγράφω έναν άνθρωπο, που μιλούν μόνο τα μάτιά του, το σώμα του, το φύσημά του. Σε στιγμές έντονα συγκινησιακά φορτισμένες  βούρκωναν τα μάτιά του. Παρόλα αυτά είχε έντονη αίσθηση του χιούμορ κι ήταν πειραχτήρι. Είχε «ηπειρώτικο» κεφάλι` δεν άλλαζε εύκολα γνώμη και τηρούσε στη ζωή του αξίες».

            -  Από νωρίς έπαιξε στα πανηγύρια κι έγινε το πρώτο κλαρίνο. Είχε την αναγνώριση από τον κόσμο. Είχε όμως την αναγνώριση κι από τους συναδέλφους του;

«Βραβεύτηκε από την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας από δεκάδες χωριά και συλλόγους, υπήρχαν άνθρωποι που τον ακολουθούσαν σα θεό στα γλέντια κι η μουσική του  αναγνωρίστηκε ενώ ήταν εν ζωή, και στο εξωτερικό. Φυσικά και τον αναγνώρισαν οι συνάδελφοί του αλλά κι άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών, που δεν ήταν Ηπειρώτες, όπως ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις ή ο Ρίτσος. Αναγνώριση δεν είδε βέβαια από το ελληνικό κράτος που τον κορόιδευε με την τιμητική σύνταξη, η οποία δεν ήρθε ποτέ».

- Με τ’ αδέρφια του έφτιαξε την περίφημη κομπανία των Χαλκιάδων. Που συνήθως έπαιζαν;

            «Έπαιζαν σ΄ όλη την Ήπειρο, στη Στερεά Ελλάδα και την βόρεια κυρίως Πελοπόννησο αλλά και στη Θεσσαλία αναλόγως την περίοδο τα μέρη που τους καλούσαν. Αναδείχτηκαν κυρίως μέσα από τα πανηγύρια και τα νυχτερινά κέντρα της εποχής. Αλλά βέβαια έπαιξαν και σε μπουάτ, συναυλίες, θέατρα αλλά και σε κοινωνικά γεγονότα, π.χ. σε γάμους ορθόδοξων και μουσουλμάνων κ.ά. Ας μην ξεχνάμε πως ο Τάσος Χαλκιάς ήταν δημιουργικός απ΄ όταν πρωτόπιασε το κλαρίνο μικρός, ώσπου πέθανε. Ακόμη κι όταν υπέφερε από την υγεία του δεν μπορούσε ν΄ αφήσει το κλαρίνο».

            – Η φήμη του έφτασε και στο εξωτερικό. Πως βρέθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου;

«Το ραδιόφωνο ήταν εκείνο που του έδωσε τη δυνατότητα να γνωριστεί με τους απόδημους Ηπειρώτες της Αιγύπτου. Ο Λαμπρίδης, ένας επιφανής Αιγυπτιώτης με καταγωγή από τη Θεσπρωτία τον έφερε πιο κοντά στον απόδημο ελληνισμό. Με την επίσκεψη στην Αίγυπτο ουσιαστικά ξεκινά η πρώτη επαφή του Τάσου Χαλκιά και των αδερφών του με τον απόδημο ελληνισμό, μια σχέση που θα συνεχιστεί και θα ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια».

            – Το διάστημα 1958-63 πήγε στην Αμερική. Ποιες ήταν οι εμπειρίες του στην Αμερική;

«Ο Τάσος Χαλκιάς πηγαίνει σε μια μεγάλη ξένη χώρα, αποκομμένος από οποιοδήποτε πρόσωπο τον συνδέει με την Ελλάδα. Βρίσκεται για πρώτη φορά μακριά κι από την οικογένειά του, τη σύζυγό του και τα παιδιά τους κι από τα αδέρφιά του, που ήταν και συνεργάτες του. Η μοναξιά του είναι αφόρητη, γιατί δεν είναι νεαρός, έχει αφήσει υποχρεώσεις πίσω του και δε γνωρίζει και τη γλώσσα. Από την άλλη πλευρά δεν είναι ιδεολογικά αδιάφορος.  Εκείνος ήταν αντάρτης, εφεδρικός στον ΕΛΑΣ. Έζησε το κλίμα του εμφυλίου πολέμου και τις πληγές του. Πηγαίνοντας εκεί βλέπει μια χώρα, έδρα του σύγχρονου καπιταλισμού, η οποία είναι μεγάλη, δίνει ευκαιρίες σε κάποιον που αξίζει τον κόπο κι αυτό δεν μπορεί να το προσπεράσει. Του κάνει εντύπωση ότι η παραδοσιακή μουσική εκεί αναγνωρίζεται , ότι τα συνδικάτα προστατεύουν τους μουσικούς τους. Βλέπει ότι η Αμερική, με όλα της τα στραβά και τις αντιθέσεις της, τη μεγάλη ψαλίδα, πλούσιων και φτωχών, λευκών και μαύρων, κουβαλά πίσω της κι ένα μύθο και πράγματι δίνει ευκαιρίες, σε κάποιον που έχει ταλέντο και θέλει να πάει μπροστά».

            – Πως γνώρισε τον διεθνούς φήμης κλαρινίστα μουσικό της τζαζ Μπένι Γκούντμαν;

«Ο ίδιος ο Γκούντμαν πήγε ένα βράδυ στο μαγαζί που δούλευε στη Νέα Υόρκη, για να τον γνωρίσει γιατί έψαχνε να «ντύσει» μουσικά μια ταινία με τραγική υπόθεση – μια μάνα που χάνει το παιδί της – κι ένας Έλληνας συνεργάτης του, τον παρότρυνε να πάει να δει από κοντά τον Τάσο Χαλκιά και να του γράψει ένα μοιρολόι. Ο Γκούντμαν πράγματι ενθουσιάστηκε αλλά εντυπωσιάστηκε ακόμη περισσότερο, όταν διαπίστωσε ότι ο Τάσος Χαλκιάς δεν ήξερε να διαβάζει νότες».

- Αφότου επιστρέφει στην Ελλάδα θυμάμαι τις συναυλίες που έδωσε στο θέατρο Λυκαβηττού. Γιατί τότε θεωρήθηκαν σπουδαία μουσικά γεγονότα;

            «Γιατί απλά είναι πολύ δύσκολο μες τη λάβα του ελληνικού καλοκαιριού – Αύγουστο μήνα, όταν εκείνη την περίοδο όλος ο κόσμος της πρωτεύουσας γύριζε στα χωριά του, επί τρεις ολόκληρες μέρες να γεμίζει το θέατρο κι από κάτω να γίνεται πάταγος. Πολλοί λίγοι Έλληνες καλλιτέχνες έχουν καταφέρει να γεμίζουν τόσο μεγάλους χώρους και μάλιστα σε μια δύσκολη χρονική συγκυρία. Ήταν πράγματι ένας θρίαμβος για τους Χαλκιάδες αλλά δεν ήταν ο μόνος».

- Παράλληλα ο Τάσος Χαλκιάς όμως είχε κι εξαιρετική δισκογραφία. Ποιοι είναι οι σημαντικότεροι δίσκοι του;

            «Δεν μπορώ να ξεχωρίσω σημαντικούς κι ασήμαντους. Καθένας που έχει το παίξιμό του είναι από μόνος του μια σχολή. Όμως, σε προσωπικό επίπεδο θα έλεγα ότι για μένα αξεπέραστη δουλειά είναι ο «Ηπειρώτικος Γάμος». Μια δουλειά που μπορεί να την ακούσει κάποιος και σήμερα και να καταλάβει τι σημαίνει ηπειρώτικο γλέντι του γάμου αλλά και οι δίσκοι του με σόλο μουσική, που φοβόταν να τους βγάλει και τον παρότρυνε ο γιος του Λάκης. Τα μοιρολόγιά του είναι αξεπέραστα. Από κει και πέρα ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε να δούμε κάποια στιγμή και την «κληρονομιά», που άφησε στο Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, με ηπειρώτικα τραγούδια, σωστά διαμάντια, κατόπιν προτροπής του Νοτόπουλου. Σε ό,τι αφορά στο δίσκο, που συνοδεύει το βιβλίο μου, τον επιμελήθηκε εξ ολοκλήρου ο Λάκης Χαλκιάς κι εκτός από τα πωγωνίσια που λόγω καταγωγής μου αρέσουν περισσότερο, ενδιαφέρον έχουν και τα δυο τσιφτετέλια, που έπαιζε όσο ήταν στην Αμερική με τον Αρμένη τυφλό μουσικό, το Χραν».

- Έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια από την αποδημία του. Οι νέοι γνωρίζουν το έργο του;

            «Κάποιοι ναι, κάποιοι όχι. Εξάλλου δε μπαίνουν όλοι οι νέοι στο ίδιο τσουβάλι. Άλλοι τη «βρίσκουν» με Καβάφη και Καζαντζάκη κι άλλοι συναρπάζονται με τις περιπέτειες της Μενεγάκη στην Άχλα. Για τους νέους κλαρινίστες ο Τάσος Χαλκιάς αποτελεί μέχρι σήμερα πρότυπο αλλά υπάρχει  και κόσμος που για πολλούς λόγους δεν τον γνωρίζει  κι αγνοεί ότι έχει αφήσει τόσο σπουδαία κληρονομιά πίσω του. Από κει και πέρα το βιβλίο που έγραψα είναι ένας τρόπος να ξαναδιαβάσουμε τα μηνύματα που στέλνει ο Τάσος Χαλκιάς από την εποχή του στη δική μας, η οποία δυστυχώς παρουσιάζει πολλές αναλογίες».

- Ποιο μουσικό κομμάτι του θα μας προτείνατε ν΄ ακούσουμε ;

            «Για μένα όλα είναι σπουδαία αλλά ξεχωρίζω τα μοιρολόγιά του. Την ίδια στιγμή που το κλαρίνο «κλαίει» έχει την τάση, να σηκώσει τους νεκρούς να χορέψουν. Γι΄ αυτό ο Τάσος Χαλκιάς είναι συγκλονιστικός και χρησιμοποιώ τον όρο είναι κι όχι ήταν, διότι  άνθρωποι, που αφήνουν τόσο ηχηρό  αποτύπωμα σ΄ αυτόν τον κόσμο, το άστρο τους εξακολουθεί να φέγγει και σήμερα. Απλά, δεν πεθαίνουν».

 

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)