Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

Αφήνεις πίσω σου τα χωράφια με τα χρυσοκίτρινα χόρτα, τους γκρίζους θάμνους και τα έντονα πράσινα των σκίνων κατηφορίζοντας τον φιδίσιο χωματόδρομο. Σιγά σιγά τα χρώματα αλλάζουν , λες και καταδύεσαι στα βάθη της γης και αντικρίζεις τα σωθικά της. Έντονα άσπρα και ροζ στην αρχή, μετά ανοιχτές ώχρες, για να φτάσεις στα έντονα χοντροκόκκινα που μαζί με τα μαύρα και τα κίτρινα του θειαφιού δημιουργούν μια πανδαισία χρωμάτων που καταλήγουν κάτω χαμηλά και χάνονται στα βαθυγάλανα νερά της θάλασσας. Ένα βαθύ μπλε που έρχεται αντιστικτικά να συμπληρώσει τα γαιώδη χρώματα, κρατώντας κάπως τις ισορροπίες. Ανάμεσα, λίγα ανοιχτά και σκούρα στίγματα, σαν πράσινες πινελιές οι θάμνοι. Είναι αυτά τα πράσινα μαζί με το μπλε της θάλασσας που κάνουν γήινο και οικείο το σεληνιακό και αφιλόξενο κατά τα άλλα περιβάλλον. Έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι μέσα σε ένα τεράστιο πίνακα ζωγραφικής, με τα χρώματα μια οργιώδους φαντασίας ,όπως του Βαν Γκογκ.

 

Το βιβλίο «Πάθος για ζωή» είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα , μια μυθιστορηματική βιογραφία που περιγράφει την έντονη αλλά και τραγική ζωή του μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου Βαν Γκογκ.

Πρόκειται για ένα αριστούργημα , που μας φέρνει κοντά σε έναν καλλιτέχνη γεμάτο από αγάπη για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους.

Προσπαθούσε ο Βαν Γκογκ να δημιουργήσει παλεύοντας με την ταραγμένη ψυχοσύνθεσή του και την αλλαζονική κριτική της εποχής του, προτιμούσε να πεινάσει παρά να ξεμείνει από χρώματα και μολύβια.

Οι ελπίδες του για τη ζωγραφική και η κοροϊδία που είχε υποστεί και τα χτυπήματα που είχε δεχτεί, ήθελε τα σκίτσα του να είναι σκληρά , το έργο του να μοιάζει ατελείωτο, τα χρώματά του να είναι εκρηκτικά .

Το βιβλίο επικεντρώνεται και στον πολυτάραχο ψυχικό του κόσμο και τις πιθανές συνέπειες που είχαν οι ψυχικές του διακυμάνσεις στο έργο του.

Ο Βικέντις με τη συμπαράσταση και τη βοήθεια του αδελφού του και εμπόρου τέχνης, Τεό, πηγαίνει στα τελευταία δυο χρόνια της ζωής του από το Παρίσι στην Αρλ της Προβηγκίας.

Στην Αρλ ζωγραφίζει με πάθος και με φωτεινά , δυνατά χρώματα εμπνεόμενος σε μεγάλο βαθμό από τα πλούσια και πολύχρωμα τοπία και από την αγροτική ζωή στα εύφορα χωράφια της Νότιας Γαλλίας. Η μοναξιά του, όμως, σε συνδυασμό με τις τύψεις για την οικονομική εξάρτηση από τον αδελφό του τον στοιχειώνουν και τον οδηγούν σε μια εμμονική , παραληρηματική , αδιάκοπη εργασία που στοχεύει από τη μια στη διαμόρφωση μιας προσωπικής τεχνοτροπίας που να τον ικανοποιεί και από την άλλη στην εύρεση αγοραστών για τους αμέτρητους πίνακες που στοιβάζονται στο μικρό δωμάτιο του κίτρινου σπιτιού που ζούσε στην Προβηγκία. Παράλληλα , η ουτοπική και απραγματοποίητη φιλοδοξία του να ιδρύσει μια εστία καλλιτεχνών που θα μπορούσαν να συμβιούν και να εργάζονται ομαδικά και συνεργατικά και οι αλλεπάλληλες κρίσεις της υγείας του, τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής, οδηγούν στην κατάρρευση και στο γνωστό επεισόδιο με το κομμένο αυτί.

Ο αναγνώστης βλέπει τα στροβιλιζόμενα και πολύχρωμα ζωγραφικά έργα , με τις τεθλασμένες και ακανόνιστες γραμμές και φόντο που παραπέμπουν στα ρηξικέλευθα και μοναδικά τρεμάμενα τοπία του Βαν Γκογκ της οργιώδους δημιουργικότητας ενός ανήσυχου, πιθανών ψυχικά διαταραγμένου αλλά σίγουρα μεγαλοφυούς και αυτοκαταστροφικού δημιουργού.

Μαζί με τον Βαν Γκογκ ζωντανεύουν στις σελίδες αυτές ο Μωβ, ο Σεζάν, ο Σερά,ο Λωτρέκ, ο Ρουσσώ, ο Γκωγκέν, ο Μανέ, ο Μαρίς, ο Βάισενμπρουχ, ο Ζολά, ο Ντεγκά αλλά και άσημοι ανθρακωρύχοι και χωρικοί.

Παρουσιάζεται στο βιβλίο ένας απλός άνθρωπος , με τις ερωτικές απογοητεύσεις του, τη φτώχεια, την ανέχεια και το αβέβαιο μέλλον, αλλά και ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, που ζει την τραγωδία του πνεύματος και προσπαθεί να λυτρωθεί από τα δεσμά της μιζέριας, για να φτάσει στο απόλυτο ιδανικό του ανθρώπινου μεγαλείου και της βαθιάς αγάπης για όσα ζουν και υπάρχουν.

Ο Βικέντιος Βαν Γκογκ -ένας εξαίρετος ζωγράφος, ένας φλογερός εραστής, ένας άνθρωπος που τον νόμιζαν για τρελό- μας αποκαλύπτεται μέσα από τη θαυμάσια πένα του Irving Stone. Στην κλασική αυτή μυθιστορηματική βιογραφία, που γράφτηκε από τον κορυφαίο του είδους και έλαβε θερμή υποδοχή από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, ξεδιπλώνονται όλες οι πτυχές της ζωής του: η ιστορία του τρικυμιώδους βίου του, του παράφορου έρωτά του, τόσο για τις γυναίκες της καλής κοινωνίας όσο και για αυτές του περιθωρίου (Ούρσουλα,Κέη Βος, Χριστίνα, Μάργκοτ), και, κυρίως, τα έργα του για τα οποία, προτού αναγνωριστεί η μεγαλοφυΐα του, επικρίθηκε σκληρά. Γνωστά  έργα του Βαν Γκογκ είναι : «Σταχοχώραφα», «Έναστρη Νύχτα», «Κρεβατοκάμαρα στην Αρλ», «Λευκός Οπωρώνας». «Ο Σπορέας», «Ηλιοτρόπια» , «Παπατοφάγοι» κ.α.

Ο αναγνώστης ακολουθεί την πορεία του σπουδαίου ζωγράφου από το Μπορινάζ και το Έττεν, στη Χάγη και το Νιουένεν, και φτάνει μαζί του μέχρι το Παρίσι, το Σαιν-Ρεμύ και την Ωβέρ. Θα δει εικόνες  όπως  :o ι ανθρακωρύχοι και οι γυναίκες τους από το Μπορινάζ, καθώς έσκυβαν να μαζέψουν κάρβουνο, εκεί και οι σκαφτιάδες και οι σποριάδες του από τα χωράφια κοντά στο Έττεν, οι αγρότες του Μπραμπάντ και οι γέροι και οι γριές από τη Χάγη, οι καλλιεργητές γης στη Γκέεστ , οι χωρικοί που πενθούσαν, και οι ψαράδες του Σεβενλίνγκεν , να κι οι πατατοφάγοι ( οι φίλοι του Ντε Γκρόοτ)κι υφαντές του Νιουένεν , εδώ κι οι σκηνές από τους δρόμους και τα εστιατόρια του Παρισιού, εδώ και τα πρώτα ηλιοτρόπια και τα σχέδια από τους φρουτόκηπους της Αρλ κι εδώ ο κήπος του άσυλου στο Σαιν –Ρεμύ και τελικά η Ωβέρ.

 

«…Έβλεπε το χρώμα του θειαφιού πάνω σε κάθε τι που το χτυπούσε ο ήλιος. Οι μουσαμάδες του ήταν μάζες από φωτεινό, καυτερό κίτρινο. Ήξερε ότι το κίτρινο ήταν ένα χρώμα που δεν είχε χρησιμοποιηθεί στην ευρωπαϊκή ζωγραφική από την εποχή της Αναγέννησης , αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε. Το κίτρινο χρώμα κυλούσε από τα σωληνάρια στους μουσαμάδες κι απόμενε εκεί. Οι πίνακές του ήταν λουσμένοι στον ήλιο καμένοι από τον ήλιο, κατεργασμένοι από τον ήλιο και σαρωμένοι από τον άνεμο, τον μιστράλ. Το φως που μέσα του ζωγράφιζε κλιμακωνόταν από το κίτρινο του θειαφιού , ως το χλομό χρυσοκίτρινο….

…Έπινε τα τρελά χρώματα του ουρανού , την κίτρινη μπάλα της φωτιάς, τα πράσινα χωράφια και τα ζουμερά λουλούδια. Άφηνε τον μιστράλ να τον μαστιγώνει , την αποπνικτική νύχτα και τον ουρανό της να τον πνίγει, τα κίτρινα ηλιοτρόπια να ερεθίζουν την φαντασία του, ως το σημείο που θα έλεγες πως θα εκραγεί….»

 

Ένα αριστοτεχνικά γραμμένο βιβλίο που με τις γλαφυρές περιγραφές του κατορθώνει να μας εισαγάγει στο “βάσανο” της ύπαρξης του μεγάλου ζωγράφου, αφήνοντας μια αόριστη μελαγχολία στο τέλος κάθε σελίδας. Ένα βιβλίο που συνάρπασε γενιές ολόκληρες και υπόσχεται νέες συγκινήσεις στις γενιές του μέλλοντος!

 

Ο Ίβινγκ Στόουν (1903-1989) γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους πλέον συναρπαστικούς βιογράφους. Μεταξύ των άλλων , έγραψε για τους Τζακ Λόντον, Μιχαήλ Άγγελο, Κάρολο Δαρβίνο και Ερρίκο Σλήμαν .Το 1956 τιμήθηκε με το Βραβείο  Spur για το έργο του Men to Match My Mountainsκαι αργότερα αναγορεύτηκε σε επίτιμο μέλος της Λέσχης Συγγραφέων της Δυτικής Αμερικής.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)