Γράφει ο Δημήτρης Βλαχοπάνος

 

Μάζεψαν τα παιδιά τους το απόγευμα,

ενώ κόχλαζε η γη και μύριζε κάρβουνο ο τόπος,

μάζεψαν τα παιδιά τους και τα ρίξανε σ’ έναν πρόχειρο λάκκο,

βάζοντάς τα εκεί να κοιμηθούνε για πάντα

Αφήγηση του επιζώντος Χρήστου  Δημητρίου

Κάθε φορά που ανακινείται το θέμα των σφαγών και των εγκλημάτων πολέμου που διέπραξαν οι Γερμανοί στρατιώτες σε πόλεις και χωριά της πατρίδας μας, είναι απολύτως δικαιολογημένη η διαμαρτυρία πολλών συμπολιτών μας γιατί ακούγεται τόσο ή μόνο η σφαγή του Διστόμου και των Καλαβρύτων και δεν ακούγεται τίποτε ή σχεδόν τίποτε για το Κομμένο. Κι αυτοί που γνωρίζουν καλά την ιστορία, κουνούν με αγανάχτηση το κεφάλι, καθώς το έγκλημα στο Κομμένο είναι μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία των ολοκαυτωμάτων. Βρίσκεται, εντούτοις, στη σκιά των άλλων δύο, τουλάχιστον, παρόμοιων ιστορικών γεγονότων.

Βέβαια στις περιπτώσεις αυτές τίποτε δεν είναι τυχαίο. Οι αρχές του Κομμένου και της νομαρχίας Άρτας, για πενήντα και πλέον χρόνια μετά  τη σφαγή, δε διαχειρίστηκαν την ιστορική αυτή σελίδα με τη δέουσα σοβαρότητα και τον ανάλογο σεβασμό. Την ίδια εποχή που στο Δίστομο και στα Καλάβρυτα έφτιαχναν μουσεία ολοκαυτώματος και μάζευαν στοιχεία για να προχωρήσουν στη μεγαλύτερη ανάδειξη και προβολή της ιστορίας τους, καθώς και στη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων, το Κομμένο βρισκόταν τυλιγμένο μέσα σ’ ένα δίχτυ σιωπής και εσωστρέφειας. Η ιστορία του ολοκαυτώματος και το δικαίωμα αναφοράς σ’ αυτό αποτελούσαν, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αποκλειστικότητα ορισμένων μόνο παραγόντων του χωριού και της περιοχής, οι οποίοι φρόντιζαν με πολλούς τρόπους να μη φύγει ο έλεγχος απ’ τα χέρια τους.

Το γεγονός της σφαγής του Κομμένου περιβλήθηκε με αρκετό μύθο και εντάχτηκε στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των πολιτικών δυνάμεων που επικράτησαν μετά το τέλος του εμφυλίου. Γνωρίζαμε αυτά που θέλανε οι τοπικοί παράγοντες να γνωρίζουμε και με τον τρόπο που θέλανε εκείνοι. Κάθε παρέκκλιση σήμαινε ξέσπασμα οργής που το συνόδευαν οι γνωστές κατηγορίες και απειλές περί συμμοριτισμού και κομουνισμού. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν τότε οι σύμμαχοί μας Γερμανοί. Το πρόβλημα ήταν ο κομουνισμός, το σιδηρούν παραπέτασμα, το ΕΑΜ και ο Βελουχιώτης. Και στην Άρτα, λόγω καταγωγής του Ζέρβα και ιδίως λόγω των Δεκεμβριανών αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ του ΕΛΑΣ και των ΕΟΕΑ, τα πνεύματα ήταν οξυμμένα και ο κουρνιαχτός δεν είχε κατακάτσει ακόμα.

Το θολό τοπίο ήρθαν να το ξεκαθαρίσουν μελετητές απέξω. Πρώτος ο καθηγητής Mark Mazower με το βιβλίο του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» το 1994, και δεύτερος ο Γερμανός ερευνητής Hermann Frank Meyer με τα βιβλία του «Η φρίκη του Κομμένου», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καλέντης το 1998, και το δίτομο «Αιματοβαμμένο Εντελβάις», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία το 2009.

Βέβαια ξεκινήσαμε τα τελευταία χρόνια έναν μεγάλο αγώνα να καλύψουμε το χαμένο έδαφος και να αναρτήσουμε το Κομμένο στην πρώτη σελίδα της ιστορίας των ολοκαυτωμάτων. Δεν είναι εύκολο. Τρέχουμε πίσω απ’ τα γεγονότα, φροντίζοντας  ωστόσο να βρισκόμαστε σε μια διαρκή επικοινωνία και συνεργασία με τους φίλους των άλλων μαρτυρικών τόπων της πατρίδας μας.

Πέραν της κρουστοπανήγυρης και των εκδηλώσεων μνήμης, που τράβηξαν το ενδιαφέρον χιλιάδων επισκεπτών από πολλά μέρη της Ελλάδας και του υπόλοιπου κόσμου. Πέραν των επισκέψεων σχολείων της περιοχής στο Κομμένο και των δικών μας επισκέψεων σε σχολεία. Πέραν των συμμετοχών μας σε ημερίδες, συνέδρια και εκδηλώσεις μνήμης. Πέραν των δημοσιεύσεων στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Πέραν της συνεργασίας μας με δημοσιογράφους για τη δημιουργία ειδικών αφιερωμάτων στο Κομμένο, τα οποία προβάλλονται στη χώρα μας και το εξωτερικό. Πέραν των δικών μας γενικώς πρωτοβουλιών και δράσεων, είχαμε την καλή τύχη να γνωρίσουμε σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης, των γραμμάτων και της πολιτικής, οι οποίοι αγάπησαν το Κομμένο και βίωσαν την ιστορία του σαν μέρος της ύπαρξής τους.

Γνωρίζουμε καλά πως δε φτάνουν αυτά. Είναι ανάγκη, ωστόσο, να σημειωθεί πως τα ελάχιστα αυτά που κάνουμε, γίνονται με δική μας πρωτοβουλία και με προσωπικό κόπο. Φιλοδοξούμε η ιστορία του Κομμένου να φτάσει σ’ όλο τον κόσμο. Να γίνει ιστορία όλων των ανθρώπων του κόσμου. Ανησυχούμε για το Κομμένο. Και ανησυχούμε πάρα πολύ γιατί μαραζώνει πνιγμένο στη λήθη και στην εγκατάλειψη.  Ανησυχούμε πολύ γιατί δε θ’ αργήσει να το σκεπάσει η σκόνη του χρόνου. Και ανησυχούμε γιατί το Κομμένο μοιάζει, όπως και τ’ άλλα χωριά μας, περισσότερο από ποτέ ακυβέρνητο.

Τον περασμένο Αύγουστο οργάνωσε ο δήμος Νικολάου Σκουφά διεθνές, λέει, συνέδριο για το Κομμένο. Δεκάδες εισηγήσεις για τα ολοκαυτώματα και τη ναζιστική βία. Όμως! Το όνομα του Κομμένου δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά σε καμία από τις εισηγήσεις του συνεδρίου. Από τις τόσες συνεδρίες ούτε μία δεν έγινε στο Κομμένο. Και το τραγικότερο: όταν ετοιμάσαμε κείμενο διαμαρτυρίας για την προσβολή του Κομμένου και της ιστορίας του, φίλοι μας του Κομμένου όχι μόνο αρνήθηκαν να βάλουν την υπογραφή τους, αλλά δυσφόρησαν κιόλας με το κείμενο γιατί διαταράσσαμε το καλό κλίμα ενός συνεδρίου που γινόταν για το Κομμένο, αλλά χωρίς το Κομμένο!

Το ερώτημα, βέβαια, πρέπει να τεθεί με δριμύτητα: θέλουν οι τοπικές αρχές την ανάδειξη και την προβολή του ολοκαυτώματος του Κομμένου; Νοιάζονται για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών; Δε θέλουν. Και σίγουρα δε νοιάζονται. Αν ήθελαν και νοιάζονταν, το ελάχιστο που θα μπορούσαν να έχουν ξεκινήσει, είναι το μουσείο ολοκαυτώματος Κομμένου. Υπάρχει το οικόπεδο, υπάρχει το παλιό σπίτι, υπάρχουν τα σχέδια. Δεν υπάρχει η βούληση. Οπότε;

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)