Χαιρέτησε για στερνή φορά της Πίνδου τα βουνά ο Σπύρος Β. Καρατζένης στις 19 Μαΐου φεύγοντας για τον άλλο κόσμο ποτίζοντας με θλίψη τα παιδιά του, τη σύζυγό του, τ’ αδέρφια του, τ’ ανίψια του, προκαλώντας συγκίνηση σε φίλους και γνωστούς. Είναι αλήθεια ότι τα καλύτερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε βόσκοντας τα πρόβατα και δεν μπορώ να εκτιμήσω, αν ήταν τυχερός ή άτυχος που τον πήρε ο Χάροντας στην γλυκύτερη εποχή της ποιμενικής ζωής, Μάιο μήνα «που ομορφαίνουν τα βουνά, που λιώνουνε τα χιόνια και τα κοπάδια ξεκινούν να βγουν στα κορφοβούνια». Ας το κρίνει η ψυχή του και το πνεύμα του. Πάντως ο Διον. Σολωμός συμμεριζόταν τη δεύτερη εκδοχή όταν έγραφε: «Μάγεμα η φύση κι όνειρο σε ομορφιά και χάρη…

με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει

όποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει».

Ο Σπύρος ως το μεγαλύτερο σε ηλικία αρσενικό παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας, όπως τα παιδιά των πολύτεκνων οικογενειών, μόχθησε από την παιδική του ακόμη ηλικία μαζί με τους γονείς του προσφέροντας τα μέγιστα στην εξασφάλιση των οικονομικών μέσων για την πόρεψη της οικογένειας. Δεν θα ήταν υπερβολή να τονισθεί ότι πίσω από τις σπουδές και την προκοπή των μικρότερων σε ηλικία αδερφών του, υπάρχουν ο ιδρώτας, η στέρηση, η αγωνία και τα όνειρα του Σπύρου.

Ο Σπύρος υπήρξε άνθρωπος χαμηλών τόνων. Τον διέκριναν η εργατικότητα, η άοκνη φροντίδα για το κοπάδι, η φιλοτιμία, η ανιδιοτέλεια, ο σεβασμός προς τους γονείς του, η απέραντη αγάπη για τα μικρότερα αδέρφια του. Όταν δημιούργησε δική του οικογένεια αφοσιώθηκε στη σύζυγο και τα παιδιά του γηροτροφώντας παράλληλα και τους γονείς του χωρίς ποτέ να αποκοπεί από τα άλλα μέλη της πατρικής του οικογένειας με τα οποία διατήρησε άριστες σχέσεις έως την τελευταία του πνοή.

Ο γράφων, ο οποίος γνώρισε την ποιμενική ζωή δίπλα στον Σπύρο, έτρεφε γι’ αυτόν σεβασμό και αγάπη, ένιωθε θαυμασμό για την απαράμιλλη αντοχή του Σ. στα βάσανα της πολυτάραχης νομαδικής περιπέτειας, αλλά κυρίως για το παράλογο θάρρος του, την Ιώβεια υπομονή και την εγκαρτέρησή του στα δεινά του ποιμενισμού. Προ πάντων αισθανόταν δίπλα του σιγουριά γιατί πάντοτε ο μεγάλος αδερφός ως ο «αγαθός γίγαντας» του παραμυθιού ήταν ικανός να ξεπεράσει τις οποιεσδήποτε δυσκολίες που προέκυπταν σχετικά με το κοπάδι. Ο πατέρας μας βέβαια έχοντας την ευθύνη της εκπροσώπησης της στάνης προς τα έξω, ήταν φιλόνομος και συμβιβαστικός προσπαθώντας με διπλωματικούς χειρισμούς να ρυθμίζει τις υποθέσεις με τις αρχές, με τους ιδιοκτήτες των λιβαδιών, με τους γαλατάδες. Όμως όσο λιγόστευε η φλόγα της νιότης του και η μελαγχολία του μεγάλωνε από τις έγνοιες της πολύτεκνης οικογένειας, όλο και συμβιβαζόταν με τα πράγματα, όλο και γινόταν πιο συνετός και διαλλακτικός. Ορμήνευε λοιπόν τον αδερφό μας να φυλάει τις ζημιές στα χωράφια, να μη λαιμαργεί στα απαγορευμένα γιατί διαφορετικά τα δικαστήρια θα του πάρουν τα πρόβατα και θα μείνει με την κλίτσα στα χέρια.

Ο Σπύρος όμως αφοσιώθηκε με ιερή αφοσίωση στο κοπάδι από μικρό παιδί. Πείνασε, δίψασε, νύσταξε, πόνεσε, χάρηκε για τα πρόβατα κι ήταν καμωμένος με την ίδια τραχιά ουσία με τα κρύα που αψηφούσε, τ’ ασφακερά τοπία που διέσχιζε, τους γκρεμούς που πατούσε, μόνο και μόνο για τα πρόβατα. Η διαρκής πάλη του με τα στοιχεία της φύσης τον είχε διαμορφώσει και τον είχε κάνει πείσμονα, τολμηρό και απτόητο για χάρη του κοπαδιού. Η παθολογική αγάπη του για τα πρόβατα έφτανε στα όρια του παραλόγου. Και στου βοδιού το κέρατο να υπήρχε χορτάρι, ο Σπύρος ήθελε να το βοσκήσει με τα πρόβατα. Για μας όμως τα μικρότερα της οικογένειας, ο αδερφός μας Σπύρος ήταν κάτι σαν ο παντοδύναμος θεός του κοπαδιού· αυτός θα το προστάτευε από τους λύκους αγρυπνώντας στο «φτερό» του, αυτός θα το προφύλασσε από τ’ αγριοκαίρια επιλέγοντας τον κατάλληλο τόπο για βοσκή, αυτός έμενε κατάμονος το φθινόπωρο πάνω στα βουνά, αυτός, αυτός, αυτός… Κυρίως όμως θαυμάζαμε αυτόν «τον αντάρτη» των βουνών με το ανυπότακτο φρόνημά του, την τάση του να παίζει με τον κίνδυνο, να κάνει απανωτές ζημιές στα χωράφια, να γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τις κουραστικές ορμήνιες του «συνετού» πατέρα μας, μα προπάντων θαυμάζαμε και επικροτούσαμε ενδόμυχα την αδιάλλακτη οργή του για τους ιδιοκτήτες των λιβαδιών που γίνονταν όλο και πιο απαιτητικοί, για τους δασικούς και τους δραγάτες, που είχαν καταντήσει μάστιγες των νομάδων ποιμένων όπου γης.

Ο Σπύρος ευτύχησε να δει τα παιδιά του, Βασίλη και Άρη, να διακρίνονται στην επαγγελματική τους ζωή γιατί ο ίδιος και η υποδειγματική σύζυγός του, Νούσιω με το παράδειγμά τους και το ήθος τους, ενέπνευσαν σ’ αυτά την εργατικότητα και τη διάθεση για δημιουργία και προκοπή. Επιπλέον τα παιδιά τους διακρίνονται για την κοινωνικότητά τους, την ευγένεια, τα φιλικά τους αισθήματα, το πνεύμα συνεργασίας και την καλοσυνάτη διάθεσή τους. Ο Σ. είχε την τύχη να κρατήσει στα γόνατά του τα δυο χαριτωμένα εγγονάκια του αλλά και να απολαμβάνει τον σεβασμό και την αγάπη των δεκατριών ανεψιών του.

Με τους στίχους που ακολουθούν, ο ανώνυμος ποιητής της δημοτικής μας μούσας, θα κατευόδωνε τον ανειρήνευτο ποιμένα Σπύρο Καρατζένη στην τελευταία του περιπλάνηση.

 

«Ήθελα νά ‘ξερα, αδερφέ, εκεί στον άλλο κόσμο

θα βρεις κοπάδια πρόβατα, θα βρεις βουνά με χιόνια

θα βρεις γκρεμούς αδιάβατους, γκούρες κατεβασμένες

θα βρεις προσήλια χειμαδιά, χερσιές και παραβόλες

θα βρεις δάση βελανιδιάς, πλάια γεμάτα φτέρες,

ασφακερά ατέλειωτα, λόγγα και παλιουριάδες;

Αν δεν τα βρεις αυτά που θες, κοίτα να μη χολιάσεις

κοίτα να μην παραδοθείς, κοίτα να μην κιοτέψεις

κι ως ήσουνα αλάρωτος σε όλη τη ζωή σου

κι ως ήσουν ασυμβίβαστος κι είχες δικούς σου νόμους

πολέμα τον, παράτα τον αυτόν τον μαύρο Άδη

κι άφησε την ψυχούλα σου λεύτερη να πετάξει

στα Κούτσουρα που αλώνιζες τότε με τα κοπάδια

του τσέλιγγα πατέρα μας στην πρώτη σου τη νιότη

κι ύστερα διάβα στη Νταλά και ως τα Χίλια εξήντα,

την Κακαρδίτσα αγνάντεψε, τη Φούρκα, την Περτούσα.

Εκεί, Σπύρο μ’, θ’ αναπαυτείς, εκεί θα γαληνέψεις,

κουδούνια θ’ ακουρμαίνεσαι, πρόβατα θα σκαρίζεις

θ’ ακούς τις πετροπέρδικες στα πλάια να το λένε

με τους αετούς θα πολεμάς, τους λύκους θα φοβίζεις

θ’ ακούς βελάσματα πολλά, σκυλιά να αλυχτάνε

να χλιμιντρίζουν τ’ άλογα, να τρέχουν τα πουλάρια.

Σαν έρθει το φθινόπωρο και τα βουνά σε διώξουν

σύνταξε το κοπάδι σου και στο Σταυρό να γείρεις

νά ‘χεις το νου σου, αδερφέ, τα χιόνια μη σε κλείσουν

και πάθεις νίλα ζωντανή και χάσεις το κοπάδι

που ‘ταν μεγάλη έγνοια σου και μόνιμη λαχτάρα,

το σπίτι σου σε καρτερεί και μεις που σ’ αγαπάμε».

Καλό σου ταξίδι αγαπημένε μας αδερφέ, Σπύρο.

Να είσαι βέβαιος ότι εμείς, οι δικοί σου άνθρωποι, τους οποίους αγάπησες και σε αγάπησαν, δεν θ’ αφήσουμε τη σκόνη του χρόνου να καλύψει τη θύμησή σου. Η μορφή σου και το πνεύμα σου θα μας συντροφεύουν για πάντα γιατί εσύ με την αυταπάρνησή σου και την απροσμέτρητη προσφορά σου στην πατρική και στη δική σου οικογένεια αλλά και με το ήθος σου σημάδεψες βαθιά τον ψυχισμό μας και καθόρισες την πορεία της ζωής μας.

Και πάλι ώρα σου καλή!

Νίκος Β. Καρατζένης

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)