Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

Το βιβλίο αυτό είναι μια μελέτη που αναφέρεται στους Σαρακατσαναίους, ένα ελληνικό δωρικό ποιμενικό νομαδικό φύλο, το οποίο συνεχίζει τον ποιμενικό νομαδικό ινδοευρωπαϊκό βίο εδώ και 7.000 χρόνια, δηλ. 4.000 χρόνια ως Ινδωευρωπαίοι και 3.000 ως Δωριείς-Έλληνες νομάδες, και επέζησαν ως τα μέσα του 20ου αιώνα μ.Χ. (Ως γνωστόν οι Δωριείς κατέβηκαν στην Ελλάδα από την Πίνδο γύρω στον 11ο αιώνα π.Χ.).

Η λέξη νομάς προέρχεται από την έννοια της νομής που δηλώνει τη βοσκή. Οι βοσκοί και οι αρχαίοι κυνηγοί αλλάζουν τόπο για οικονομικούς λόγους. Οι ποιμένες είχαν πολλά κοινά σημεία με τους κυνηγούς και πίστευαν στον απόκρυφοι δεσμό ανθρώπου και ζώου.

Οι γνήσιοι νομάδες δεν έχουν μόνιμη κατοικία. Την αντισταθμίζουν ακολουθώντας απαράλλακτους δρόμους αποδημίας. Η περιπλάνηση είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό που κληρονομήθηκε γενετικά από τους φυτοφάγους προγόνους του ανθρώπου.

Η περιπλάνηση ικανοποιεί ένα μέρος της φυσικής περιέργειας και της επιθυμίας για εξερεύνηση.

«Εκείνος που δεν ταξιδεύει δεν ξέρει την αξία των ανθρώπων», είπε ο Ιμπν Μπατούτα, ακάματος Άραβας ταξιδευτής.

Το ταξίδι και η περιπλάνηση δεν ευρύνει απλώς τον νου. Τον φτιάχνει.

Είμαστε εκ γενετής ταξιδιώτες.

«Οι νομάδες είναι πιο κοντά στον κόσμο της δημιουργίας του Θεού και πιο μακριά από τα αξιοκατάκριτα έθιμα που έχουν μολύνει τις καρδιές των μόνιμα εγκαταστημένων ανθρώπων» έλεγε ο Άραβας Ιμπν Χαλντούν. Το μόνο που παρέλειψαν ήταν να ακολουθήσουν τους κύκλους της παρακμής, που ερήμωσαν όλους τους γνωστούς πολιτισμούς, και πραγματικά, ο νομαδικός κόσμος δεν άλλαξε από τότε που ο Βεδουίνος σεϊχης Αβραάμ ταξίδεψε «από τα νότια ως ακόμη και τη Μπεθέλ, το μέρος όπου ήταν αρχικά στημένη η σκηνή του».

Οι πολιτισμοί αυτοκαταστρέφονται. Οι νομάδες ουδέποτε κατέστρεψαν κανένα.

Ο νομάς είναι ένας βοσκός που μετακινεί την περιουσία του μέσα από μια διαδοχή βοσκοτόπων. Είναι δεσμευμένος σε ένα εξαιρετικά αυστηρό χρονοδιάγραμμα και στην αύξηση κοπαδιών και των γιων του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως λέξεις όπως stock (ζώα αναπαραγωγής), capital (κεφαλικό), pecuniary (χρηματικό) και ακόμη και sterling (στερλίνα) προέρχονται από τον ποιμενικό κόσμο. Και αυτό που προκαλεί τον ατέλειωτο κύκλο επιδρομών και αντεκδικήσεων είναι ο μοιραίος πόθος του νομάδα να αυξήσει τα υπάρχοντά του.

Νομάς ήταν ο βιβλικός Άβελ.

«Κανένας δεν γίνεται προφήτης αν δεν υπάρξει προηγουμένως ποιμένας» λέει ο Μωάμεθ.

Ο ιουδαιοχριστιανισμός, ο ζωροαστρισμός και οι ινδουιστικές βουδιστικές παραδόσεις διατηρούν το ποιμενικό τους παρελθόν.

Το Ισλάμ είναι η μεγάλη νομαδική πίστη.

Μεγάλη νομαδική κουλτούρα είχαν οι Κιμέριοι, οι Σκύθες, οι Αβάροι, οι Θράκες, οι Νουμίδες, οι Ούνοι, τα γερμανικά «φύλλα», οι Δωριείς, οι Άραβες, οι Μαγιάροι, Οι Μογγόλοι και οι Τούρκοι, ο τελευταίος ημινομαδικός λαός που φιλοδόξησε να κατακτήσει τον κόσμο.

Οι νομάδες έχουν την μπέσα, την γενναιοδωρία, τη συντροφικότητα και το ανοιχτό μυαλό.

Η νομαδική ζωή έχει σκληρότητα και αδιαλλαξία, αγραμματοσύνη, απάρνηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας, εκτός από τα αντικείμενα που μεταφέρονται ευκολότερα σε καιρούς έκτακτης ανάγκης. Οι νομάδες δίνουν μεγάλη σημασία στις αξίες και έχουν φυσική προσαρμογή στην ιδέα του θανάτου.

Ο ηρωικός κόσμος των ποιμένων νομάδων είναι ανώτερος– ηθικά και σωματικά-από τη ζωή στους μόνιμα εγκαταστημένους πολιτισμούς.

Ο νομάς απαρνιέται, συλλογιέται στη μοναξιά του, εγκαταλείπει τις συλλογικές τελετουργίες και λίγο ενδιαφέρεται για τις έλλογες διαδικασίες της μάθησης ή της γραφής.

Το τύμπανο και η κιθάρα είναι τα πρωταρχικά νομαδικά όργανα.

Κάθε Άνοιξη οι νομάδες αποτινάζουν την αδράνεια του χειμώνα και επιστρέφουν στα θερινά τους βοσκοτόπια με την ίδια τακτική των χελιδονιών. Η ανοιξιάτικη μετανάστευση είναι ιεροτελεστία.

Οι νομάδες είναι σκανδαλωδώς άθρησκοι. Η ανάβαση προς την κορυφή του βουνού είναι η οδός της σωτηρίας τους…

Οι Σαρακατσάνοι, γνωστοί και ως Καρακατσάνοι ή Σαρακατσαναίοι, είναι ελληνική νομαδική φυλή που βρίσκεται διασκορπισμένη σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. 2η Συνέχεια Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Σαρακατσάνων έχει εγκαταλείψει το νομαδικό βίο και ζει μόνιμα στα χωριά όπου ασχολείται με την κτηνοτροφία, ενώ οι απόγονοί τους έχουν εγκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μικρός αριθμός Σαρακατσάνων βρίσκεται επίσης στη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ.

Οι Σαρακατσάνοι, νομάδες εκ φύσεως, μετακινούνταν συνεχώς μεταξύ βουνών και πεδιάδων. Οι εποχικές αυτές μετακινήσεις τους είχαν σχέση με την τεχνική της κτηνοτροφίας και τις ανάγκες των κοπαδιών, από τα οποία είχαν άμεση εξάρτηση. Σύμφωνα με την σαρακατσάνικη παράδοση, την άνοιξη και συγκεκριμένα του Αγίου Γεωργίου, μετακινούνταν σχηματίζοντας καραβάνια στα βουνά αναζητώντας βοσκές όπου χάρη στην υγρασία διατηρούνταν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, καθώς τα πεδινά βοσκοτόπια ξεραίνονταν και η θερμοκρασία έφτανε σε επίπεδα μη ανεκτά από τα κοπάδια τους. Το φθινόπωρο, στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, έπαιρναν το δρόμο για τις πεδιάδες, τα λεγόμενα χειμαδιά, που ήταν κλιματικά πιο ήπιες σε σχέση με τον σκληρό χειμώνα των βουνών, ώστε να ξεχειμωνιάσουν τα ζώα του.

Κοιτίδα των Σαρακατσάνων θεωρείται ως επί το πλείστον ο ορεινός όγκος της Πίνδου, όπου κατοίκησαν μετά το 1400 και την κατάληψη του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς Τούρκους.

Στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα έγινε η μεγάλη και δραματική φυγή των Σαρακατσαναίων από τα βουνά του Συρράκου και γενικότερα της Πίνδου εξαιτίας της απαγωγής και του εγκλεισμού στο χαρέμι του Αλί πασά στα Γιάννενα της σαρακατσάνας Δέσπως Λιακατά (1815 ή 1816).Οι Σαρακατσαναίοι πήραν το όνομα τους από τα βουνά του Συρράκου, από όπου έφυγαν και έτσι αποκολλήθηκαν από την κοινή ονομασία «Βλάχοι», αυτό μαρτυρείται από την προφορική παράδοση των Σαρακατσαναίων και επιβεβαιώνεται από τα ιστορικά γεγονότα του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου αιώνα που συνέβησαν στην επικράτεια του Αλή πασά.

Το έτος 1849, αποτελεί οριακό σταθμό για το όνομα των Σαρακατσαναίων, γιατί έχουμε την πρώτη γραπτή μαρτυρία, όπου αναφέρεται για πρώτη φορά το όνομα των Σαρακατσαναίων σε ανακριτικό έγγραφο της ληστείας με τον τύπο «Σαρακατζάνος».

Η «γλώσσα» των Σαρακατσάνων κρύβει την ιστορία της Ελληνικής γλώσσας, γιατί περιέχει στοιχεία πρωτο-ελληνικά, Πελασγικά, Ομηρικά και αρχαϊκά.

Ο συγγραφέας, που πάσχισε περίπου 55 χρόνια, για να συλλέξει το υλικό αυτό, τονίζει όχι λησμονιά αλλά μνήμη, για να διατηρηθεί η ιστορική μας συνέχεια. Ψάχνουμε το παρελθόν για να δούμε τον εαυτό μας, τις ρίζες μας. Η Ιστορία υπάρχει μέσα μας. Είναι εκείνο το παρελθόν που μας διαμορφώνει σαν κοινωνίες αλλά και σαν ανθρώπους.

Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στους ηρωικούς ποιμένες της Πίνδου. Ένας ύμνος στη νομαδική ζωή. Ένας ύμνος στην φύση. Ένας ύμνος στους περήφανους σαρακατσαναίους.

Ζεστή αφήγηση, κρουστή, με ωραία γλώσσα.

Σελίδες της Ιστορίας των Σαρακατσαναίων δοσμένες με τη γλώσσα της βιωματικής μνήμης και τέχνης, που το ίδιο λιτά και απέριττα εικονίζουν την πίστη, την τρυφερότητα και την περηφάνια του ανθρώπου.

Ένα σπουδαίο βιβλίο απολαυστικό στο ξεφύλλισμα, μαγευτικό στο διάβασμα.

Είναι ένα βιβλίο νοσταλγίας και πόνου.

Ένας συγγραφέας πρέπει να αφηγηθεί όλες εκείνες τις μικρές ιστορίες, που θα στοιχειοθετήσουν τη μεγάλη Ιστορία. Μικρή και μεγάλη ιστορία, μνήμη και λήθη, αλλά και το δικαίωμα στη μνήμη, αλήθεια και αλήθειες στην Ιστορία, Ιστορία και μελέτη , αντικειμενικό γεγονός και γλωσσικά διαμεσολαβημένη ή ρητορικά δομημένη αφήγηση.

Ο κόσμος υπάρχει για να τον αφηγηθεί κάποιος.

Τα κείμενα του Θωμά Καλοδήμου είναι  αριστοτεχνικά, που ισορροπούν επιδέξια ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και τη συγκίνηση, διαθέτοντας, πόνο, όνειρο, πικρία, νοσταλγία, και κυρίως ένα ευωδιαστό ποιμενικό «άρωμα» λέξεων και φράσεων.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα θαυμάσιο απόκτημα όχι μόνον για τη λαογραφία και το λαϊκό πολιτισμό αλλά πηγή ιστορικών και κοινωνικών στοιχείων.

Μια συγγραφή επιστημονικά γραμμένη και τεκμηριωμένη, αρτιωμένη με στοργή και αγάπη και σαρακατσανισμό καθαρόαιμο.

Ο Θωμάς Καλοδήμος μας χάρισε ένα αφιέρωμα, ένα οδηγό προγόνων και προσδοκιών.

Το βιβλίο αυτό είναι μνημείο για τους επερχόμενους.

Διαβάστε το.

Είναι το καλύτερο βιβλίο για τους Σαρακατσαναίους.

Ο Θωμάς Καλοδήμος γεννήθηκε το 1938 στη στάνη Σαρακίνα, γύρω στα πέντε χιλιόμετρα έξω και ανατολικά της Στυλίδας. Μετά το 1946 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Στυλίδα. Τα παιδικά του και τα εφηβικά του χρόνια τα έζησε στη συνιδιόκτητη από το 1924 στάνη Δρύτελα στα βουνά της Γούρας (Όρθρυς), ένα λιβάδι γύρω στα 20.000 στρέμματα με γύρω στα 5.000 γιδοπρόβατα και 200 άλογα περίπου, όπου ξεκαλοκαίριαζαν ως τη δεκαετία του 1960 οι Γεωργουσαίοι, οι Μακραίοι, οι Τζουβαραίοι κ.α., μια μεγάλη στάνη Σαρακατσαναίων με 60 περίπου οικογένειες και τριακόσιους περίπου κατοίκους.

Σήμερα ως συνταξιούχος φιλόλογος καθηγητής ζει στη Λαμία.

Αρθρογραφεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες και ασχολείται με την Λαογραφία, τη Νεώτερη Ιστορία, το όμηρο και ειδικότερα με τους σιναφίτες του Σαρακατσαναίους.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)