Του Ανδρίκου Ορέστη

Μετά τον πόλεμο ο Τσώρτσιλ και ο Στάλιν μοιράσανε την Ευρώπη. Ξεκαθάρισαν ότι στη δύση θα ανήκει και η Ελλάδα.

Εμείς όμως πολεμούσαμε ακόμη.

Έκανα φαντάρος εκείνα τα χρόνια. Από το σαράντα έξι ως το πενήντα.

Σαν οδηγός κουβάλησα με ένα εγγλέζικο φορτηγό, ότι έχει ο πόλεμος. Από νάρκες έως και θανατοποινίτες. Μετά το Βίτσι, ήρθε ο Γράμμος όπου περικυκλώσαμε περί τους εφτακόσιους από αυτούς. Άλλοι τόσοι πέρασαν τα σύνορα και γλύτωσαν. Εκεί στη μετέπειτα Ζωσιμαία Ακαδημία, έγινε το στρατοδικείο. Μου είπαν να είμαι την επομένη το πρωί, εκεί απέξω.

Στην καρότσα ανέβηκαν επτά κατάδικοι με τα χέρια δεμένα και επτά φαντάροι με τα όπλα τους. Δίπλα μου κάθισε ένας λοχίας και μου είπε, τράβα.

Στο Σταυράκι, λίγο πιο πέρα από τις φυλακές, στα χωράφια, ήταν ανοιγμένοι περί τους εκατό λάκκους.

Κάθε φαντάρος οδήγησε τον κατάδικο μπροστά από έναν λάκκο. Ο λοχίας στάθηκε πιο πίσω, ανάμεσα από τους λάκκους και το φορτηγό. Διάβασε την καταδίκη –εσχάτη προδοσία- τους ρώτησε αν θέλουν να έχουν τα μάτια δεμένα και στους φαντάρους διάταξε …σκοπεύσατε.

Κρύφτηκα πίσω από μια ρόδα του φορτηγού για να μη βλέπω. Απ’ το σκοπεύσατε έως το πυρ …θυμάμαι σαν να είναι τώρα.

● Πεθαίνουμε για εσάς.

● Μαρία μου σ’ αγαπώ.

● Παιδάκια μου με σκοτώνουν άδικα.

● Είστε φασίστες.

● Θέλω να ζήσω, όχι δεν φταίω εγώ.

Από το σκοπεύσατε έως το πυρ , είναι λίγα δευτερόλεπτα. Πώς είναι δυνατόν αυτά τα λόγια να τα θυμάμαι τόσο καθαρά;

Μια άλλη φορά με πέντε εκτελέσεις, δεν κρύφτηκα πίσω από το ρόδα. Τους τραβούσαν με το ζόρι για να φτάσουν κοντά στο λάκκο. Όλων τους τα ρούχα ήταν ξεσχισμένα και όλοι ήταν αξύριστοι. Ήταν σκελετωμένοι με κάτι πόδια σαν τσάκνα. Ποιός ξέρει πόσες μέρες ήταν νηστικοί.

Από το ξεφόρτωμα έως το πυρ, είναι λίγα λεπτά. Πώς είναι δυνατόν αυτές τις εικόνες να τις βλέπω τόσο καθαρά;

Πέρασε ο καιρός από τότε και εικοσιπέντε χρόνια μετά. Έκανε φαντάρος ο γιός μου, για δυό χρόνια στα ίδια σύνορα. Ο λοχαγός του δεύτερου γραφείου του έδειξε τον φάκελό του. «Η μητέρα του Αναστασία εθεάθη να διαβάζει τύπον προσκείμενον εις υπερακρέαν παράταξιν». Μα κύριε λοχαγέ η μάνα μου δεν ξέρει γράμματα… Και ο λοχαγός του απάντησε: Δεν έχει σημασία αν ξέρει γράμματα, αλλά σημασία έχει από πιο σόι κατάγεται. Έτσι ένοιωσα ότι μοιράσανε και εμάς, μέσα στην ίδια οικογένεια.

Πέντε χρόνια αργότερα ήρθε η αλλαγή γιατί φώναζε…

● Έξω από το ΝΑΤΟ

● Έξω από την ΕΟΚ

● Έξω οι βάσεις του θανάτου

● Η Ελλάδα στους Έλληνες

Εκλέχτηκε και δεύτερη φορά γιατί φώναζε…

● Ναι στο ΝΑΤΟ

● Ναι στην ΕΟΚ

● Ναι στις βάσεις

● Η Ελλάδα ανήκει σε όποιον να ‘ναι.

Αυτή τη μοιρασιά δεν την κατάλαβα. Ψάχνανε για εθελοντές μάλλον. Αλλά γιατί μιλάω μόνο εγώ; Πες και εσύ κάτι…. Όχι όμως οικονομικές αναλύσεις, όχι γεωπολιτικές θεωρήσεις και επιρροές, όχι για νομίσματα, όχι για φτώχεια, τίποτα από αυτά… Και αυτό έκανα με μία και μόνη ερώτηση. Την πρώτη φορά άκουσες τους πέντε. Οι άλλοι δύο δεν μίλησαν;

Τη δεύτερη φορά που τα είδες όλα, δεν άκουσες από κανέναν κάτι;

Απ’ το σκοπεύσατε ως το πυρ, σε εκείνη την απόλυτη σιωπή, είμαι σίγουρος ότι άκουσες και τους άλλους. Γιατί κρύβεις τα λόγια τους;

-Μη με πιέζεις σε παρακαλώ… αλλά θα σου πω μόνο ότι όλοι οι άλλοι είπαν καθαρά τα ίδια λόγια. Αυτά τα λόγια είναι δικά μου, τα έζησα μόνο εγώ. Με αυτά τα λόγια πορεύτηκα σ’ όλη μου την υπόλοιπη ζωή. Μπορεί να τα είπαν οι εχθροί μου τότε, αλλά μετέπειτα τα χρειάστηκα.

Για να τον αποφορτίσω από εκείνα τα γεγονότα, του είπα ότι τα ίδια συμβαίνουν και σήμερα. Σύριοι, Αβγανοί, Ιρακινοί, Σομαλοί και άλλοι λαοί έχουν εμφύλιους πολέμους. Για να γλυτώσουν τις εκτελέσεις στοιβάζονται στα ίδια σύνορα. Ψάχνουν κάποιο τραίνο για να πάνε σε χώρες της Ευρώπης. Θέλουν να δουλέψουν στα εργοστάσια των ευρωπαϊκών χωρών που παράγουν τα όπλα και τα πουλούν στις χώρες τους. Πολλοί από αυτούς δεν φτάνουν στα σύνορα, αλλά πνίγονται στη Μεσόγειο θάλασσα. Τότε, από την Γευγελή, ξεκίνησαν και οι δικοί μας και εγκαταστάθηκαν στις χώρες γύρω από τον Εύξεινο. Η Μεσόγειος μπορεί να μη τους έπνιξε, αλλά τους πέταξε μακριά στον Εύξεινο… σαν μιάσματα.

Τους δικούς μας τους λέγαμε κομμουνιστές, τούτους εδώ κάπως θα τους λένε οι δικοί τους.

Για να τον καθησυχάσω, του περιγράφω την Ελλάδα του σήμερα.

Είμαστε σαν λαός μονοιασμένοι και αγαπημένοι, Δεν μπορεί κανένας να μας χωρίσει. Κομμουνιστές εκείνης της εποχής δεν υπάρχουν. Σήμερα δεν είναι ρακένδυτοι ούτε νηστικοί. Είναι όλοι χορτάτοι. Άλλωστε έχουν και την εξουσία. Παραδίδονται εύκολα, παραιτούνται εύκολα, συμφιλιώνονται εύκολα. Δεν κρατούν όπλα. Τα όπλα τα έδωσαν σ’ αυτούς που λένε Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών, για να μη τα πάρουν οι παραπέρα απ’ αυτούς.

Αλλά ο γέρος γέλασε.

Εγώ νόμισα ότι είδα φως για το μυστικό, οπότε του λέω… Άντε πές μου, με έσκασες. Χάρισέ μου επί τέλους εκείνη τη δική σου στιγμή!!!

-Αν σου πω τα λόγια τους, δεν θα τα νοιώσεις. Μολονότι είσαι και εσύ γέρος, δεν μπορούμε να τα μοιραστούμε. Αυτά τα λόγια δεν έχουν σχέση με πλούτοι. Δεν έχουν σχέση με την ματαιοδοξία, ούτε είναι θλιμμένα. Αυτά τα λόγια δεν έχουν σχέση με κανόνες ισοτιμίας. Αυτά τα λόγια δεν έχουν σχέση με κανόνες μοιρασιάς και δεν είναι χαρούμενα χωρίς θυσίες.

Τον έριξα στο φιλότιμο… Αφού ξέρω ότι με αγαπάς, γιατί δεν μου το λές; Χάρισέ μου επιτέλους εκείνο το δικό σου άκουσμα, από εκείνους τους ετοιμοθάνατους κομμουνιστές!!!

Αυτός όμως σιώπησε για τα καλά.

Ανδρίκος Ορέστης

Υ.Σ. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου η αριστερά διασπάστηκε. Μερικοί μείνανε με τις κόκκινες γραμμές που κέρδισαν τις προηγούμενες εκλογές όλοι μαζί. Πήραν ένα μικρό ποσοστό. Οι άλλοι βγήκαν πρώτο κόμμα και μολονότι ήταν αυτοδύναμοι, ζήτησαν συνεργασία με δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Προς τα αριστερά δεν κοίταξαν καθόλου. Τρίτο κόμμα στη Βουλή έγινε η Χρυσή Αυγή. Σαν κυβέρνηση η καινούργια αριστερά ανέλαβε να κάνει μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, να πατάξει τους εργολάβους των δημοσίων έργων, τους προμηθευτές του δημοσίου και να βρει επενδυτές. Λίγα χρόνια μετά, ανέλαβε η δεξιά.

 

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)