Επί δέκα χρόνια ο Νίκος Πάνος, ο επίμονος αυτός εργάτης του πνεύματος παλεύει να γράψει ένα βιβλίο για τους «λησμονημένους ήρωες» του Αμμοτόπου, για τους ξεχασμένους πατριώτες υπερασπιστές ολάκερης της ελληνικής επικράτειας, για τις χιλιάδες των ηρώων μαχητών που έδωσαν τη ζωή τους για τη λευτεριά του κόσμου (σελ.140.) συλλέγοντας σπυρί- σπυρί αποδεικτικά στοιχεία της δράσης τους: δημόσια έγγραφα, στρατιωτικές διαταγές, ιδιωτικές επιστολές, προσωπικά ημερολόγια, πρόχειρες σημειώσεις, φωτογραφίες. Εν τέλει αυτός ο ασίγαστος άνθρωπος, αυτή η εν διαρκεί εγρηγόρσει συνείδηση, κατόρθωσε με τούτη τη συγγραφή του να εγγράψει με ανεξίτηλα πλέον γράμματα στις σελίδες της τοπικής και εθνικής μας ιστορίας την πατριωτική φλόγα τεσσάρων αγροτόπαιδων από τον Αμμότοπο της Ηπείρου, των Κώστα Ξέρα, Αχιλλέα Τσικνιά, Κων/νου Κόρδα, Αποστόλη Κοσμά και να αποδείξει την ανεκτίμητη συνεισφορά τους στον κλονισμό και στην ήττα του Γερμανικού Ναζισμού. Επιπλέον ο Ν.Π ανέλαβε να διορθώσει το μέγα ατόπημα της αγνώμονης ελληνικής πολιτείας, η οποία αγνόησε τις θυσίες των αφανών και τους εγκατέλειψε  στο έλεος της αξιοπρεπούς φτώχιας τους. Εκ προοιμίου θεωρούμε πως το εγχείρημα του συγγραφέα επέτυχε την αποστολή του και για τούτο είναι όχι απλώς άξιος συγχαρητηρίων, αλλά άξιος για βράβευση.

Πέντε είναι, κατά την κρίση μας, τα στοιχεία εκείνα που συνηγορούν, ώστε να θεωρηθεί το βιβλίο του Ν.Π. αξιόλογο. Αρχικά ξ ικανότητα του συγγραφέα να μεταπλάσει τη μυθιστορηματική πολυετή στρατιωτική θητεία των παιδιών του Αμμοτόπου σε ιστορικό αφήγημα ρεαλιστικού περιεχομένου χωρίς υπερβολές, αφού όσα οι ήρωες βιώνουν, γίνονται πιστευτά στον αναγνώστη. Ο Ν.Π. πονάει την τόπο του, αγαπάει την πατρίδα και όσες δυνάμεις πνευματικές, ψυχικές, σωματικές, οικονομικές διαθέτει, τις ασωτεύει για να προφυλάξει από τη σκόνη του χρόνου και των ανθρώπων τη λήθη, πτυχές του λαϊκού πολιτισμού και να δηλώσει τη συμβολή των απλών ανθρώπων στη διαμόρφωση της ιστορίας. Γράφει επ’ αυτού ο φιλόλογος Δημήτριος Ε. Ράπτης «Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτουν οι αφηγήσεις των ανθρώπων του Αμμότοπου, οι οποίες αντανακλούν και την ιστορία της κοινότητας στην οποία ανήκουν, μιας κοινωνίας που προσπαθεί την εποχή εκείνη να επιβιώσει διαχειριζόμενη την κατάσταση με την αξίνα του άμοιρου αγρότη… Πρόκειται για μια ιστορία “γραμμένη” από τους ίδιους δημιουργούς της με ιδιαίτερο κόπο και πολλούς κινδύνους, είτε αυτή αναφέρεται στα πολεμικά γεγονότα, είτε στη σκληρή επιβίωση στην άγονη γη του Αμμότοπου…».

Η δεύτερη αρετή του εν λόγω βιβλίου είναι η κοινωνιολογική οπτική του συγγραφέα και η ψυχογραφία των ηρώων του. Δεν είναι λίγες οι σελίδες στις οποίες ο Ν.Π επιχειρεί εύστοχες κοινωνιολογικές προσεγγίσεις αναφερόμενος είτε στη βιοσοφία των παιδιών του Αμμοτόπου, που οι κάλοι από το αλέτρι δε λένε να φύγουν από τα δάχτυλά τους, ούτε η σκόνη από τας καπνά, που έχει κατακαθίσει στα πνευμόνια τους, είτε αναφέρεται στην κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής η οποία εκφράζεται δια των βαθμοφόρων του στρατού. Με πόση πίκρα και πόνο άραγε να γράφονται τούτες οι γραμμές; “Ύπνος… του φτωχού ο παράδεισος, ξεκούραση του σώματος. Εκεί τα όνειρά του γίνονται πραγματικότητα, γίνεται βασιλιάς, χορταίνει χωράφια με σοδειά, ψωμί σταρένιο, στομάχι γεμάτο και φορεσιά χωρίς μπαλώματα. Έρμη νύχτα, του φτωχού αγαλλίαση, μην τελειώσεις γι’ αυτούς, πνίξε τον κόκορα πριν λαλήσει…» σελ.26. Αλλά και πόσο παράπονο αλήθεια κρύβουν και τούτες; “Στα πανηγύρια μετρούσε ο φτωχός τα μπαλώματά του παντελονιού του και ο προύχοντας τις αλυσίδες των ρολογιών του στο γιλέκο. Στα μάτια των κοριτσιών γυάλιζαν πιο πολύ οι αλυσίδες των γιλέκων και η σειρά του φτωχού αργούσε να έρθει» σελ.33

Σε άλλο χωρίο του βιβλίου καθίσταται έκδηλη η ιδεολογική κατήχηση των στρατιωτών περί αντικομμουνισμού καθώς και η αφύπνιση του πατριωτικού συναισθήματος, “οι δικοί σας άνθρωποι στο χωριό θα αισθάνονται ασφαλείς από τους εκ βορείων γειτονιές μας. Θέλω να σας πω με πάσα βεβαιότητα πως αυτοί ψάχνουν την ευκαιρία να μας κατασπαράξουν… Πρέπει να κλείσετε και να φυλάξετε μέσα σας τα ιδανικά της πατρίδας, γι’ αυτά να θυσιαστείτε, αν χρειαστεί.” Σελ. 47

Ο Ν. Πάνος σε τούτο το έργο του αναδεικνύεται γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, έχει μελετήσει από μικρός τη νοοτροπία των ανθρώπων του μικρού χωριού, σκύβει πάνω στη ζωή τους, σκάβει βαθιά στον ψυχισμό τους, διαβάζει τις σκέψεις και τα έρμα όνειρά τους, διεισδύει στον εσωτερικό τους κόσμο και αναμοχλεύει τα συναισθήματα του. Ως ερευνητής πέρασε ώρες ατελείωτες στο λαϊκό καφενείο ή στα φιλόξενα σπίτια τους συνομιλώντας μαζί του, μοιράστηκε με αυτούς τον πόνο του πολέμου, τη χαρά της επιστροφής στην πατρίδα, τη γοητεία της αφήγησης των ηρωικών χρόνων από τους ίδιους τους μαχητές της ελευθερίας. Ως συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει τους λησμονημένους ήρωες σαν ένας αποστασιοποιημένος ηθογράφος, αλλά σαν δικός τους άνθρωπος γι’ αυτό τους περιβάλλει με συμπάθεια, κατανόηση, ζεστασιά, βαθύτατο σεβασμό και απερίγραπτο θαυμασμό. Έτσι στη σελίδα 79 διαβάζουμε τη συντριβή που συγκλόνισε τον πολεμιστή από την ήττα σε μια μάχη αλλά και το μεγαλείο της ψυχής του “Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια ορφάνια μέσα μου. Ένιωσα πως έχασα τη μάνα μου. Όμως κάτι δυνατό με τραβούσε, το ένιωθα, μου έσχιζε τα στήθη. Πως τούτη την πατρίδα δε θα’ πρεπε να την προδώσω, το είχα ορκιστεί και δεν ήμουν ο μόνος…”

Οδύνη και σπαραγμός ψυχής αναβλύζουν από τα γραφόμενα στις σελίδες 134-135 για τον χαμό των συμπολεμιστών στα ανελέητα πεδία των μαχών: “Έριξα μια ματιά στο νεκροταφείο που είχαμε θάψει τους νεκρούς μας. Διέκρινα τις κορυφές μόνο από τους ξύλινους σταυρούς των παλικαριών μας. Τα πάντα είχαν εξαφανιστεί από την αμμοθύελλα και τίποτα δε θύμιζε πως εδώ πολέμησαν γενναίοι… Θάψαμε τους νεκρούς μας εκεί που άνθρωπος δεν διαβαίνει να τους ανάψει κερί και με την πίκρα και τον πόνο αυτής της καταραμένης μέρας συνεχίσαμε την πορεία μας, χωρίς να σηκώνουμε κεφάλι να δούμε ουρανό ως την Αλεξάνδρεια…”

Ο τρίτος παράγων που ενισχύει τη σπουδαιότητα του βιβλίου του Ν.Π. είναι οι φωτογραφίες οι οποίες αναπαριστούν την αγροτοποιημένη ζωή του 20ου αιώνα και αποτυπώνουν με την αμείλικτη “γραφή” του φακού τις τραγωδίες και τους ολέθρους που προξένησε στην ανθρωπότητα ο φονικότατος β’ παγκόσμιος πόλεμος. Από τις φωτογραφικές εικόνες αναδύονται σκηνές οικείες σε όσους γεννήθηκαν στα μέσα του περασμένου αιώνα, αλλά απωθημένες κάπως στις παρυφές της μνήμης μας. Σ’ αυτές διαβάζουμε τις αλλαγές που έχει επιφέρει ο πετροκαταλύτης χρόνος στις ανθρώπινες φυσιογνωμίες, στην τέλεση των αγροτικών εργασιών, στα οικήματα, στο τοπίο. Ξεχασμένα πηγάδια, που άλλοτε υπήρξαν πηγές ζωής, δακρύζουν από την εγκατάλειψη, ξύλινα άροτρα που γυρίζουν τον αναγνώστη στην Ησιόδεια εποχή (έβδομος π.Χ. αιώνας (σελ. 20), γυναίκες σκυμμένες στο αρμάθιασμα του καπνού, άλλες φορτωμένες κουβαλούν τρανά ζαλίκια (σελ 27), νέες μαντηλωμένες (σελ΄28), άντρες λιπόσαρκοι, χαμένοι μέσα στα πλατιά παντελόνια τους (σελ. 34) που στα πρόσωπά τους είναι έκδηλη η θέλησή τους για ζωή και η αγωνία τους να οργώσουν τα τραχιά καπνοχώραφα, νοτισμένα με την αρμύρα του ιδρώτα τους, γαμήλια δείπνα λιτά (σελ. 37) που στο πρώτο κοίταγμα μοιάζουν με νεκρόδειπνα και μνημειώνουν την καταραμένη φτώχεια και τη στέρηση, που βίωσε ο βασανισμένος λαός της ελληνικής περιφέρειας.

Ακονίζουν τη μνήμη μας οι κλασικές φωτογραφίες των στρατιωτών (σελ. 52, 53) με το σοβαρό ύφος, τα αγέλαστα πρόσωπα, τα χέρια στη ζώνη για να φαίνεται το τσιγάρο, ένδειξη ότι ανδρώθηκαν πλέον και τολμούν να καπνίσουν ενώπιον του πατέρα. Συγκλονίζει η σκηνή του αποχωρισμού (σελ. 64) όπου η μαυροφορεμένη μάνα και η μαραζωμένη αδερφή δεν έχουν το σθένος να ξακολλήσουν από τον αγαπημένο τους που πάει να πολεμήσει. Στρατιώτες στοιβαγμένοι στα βαγόνια (σελ. 63, 80), ασκήσεις στην έρημο (σελ. 93), μάχες στα χαρακώματα (σελ. 116), στήλες αναμνηστικές για να τιμηθούν οι ένδοξοι νεκροί (σελ. 140) μεταφέρουν τον αναγνώστη κατευθείας στη γραμμή πυρός. Υψωμένοι σταυροί στα υπαίθρια μνήματα (σελ. 135, 137, 138, 166), γυναικείες φιγούρες ντυμένες στη θλίψη του μαύρου, ιερωμένοι σε νεκρώσιμες ακολουθίες, στήνουν ενώπιόν μας την κόλαση του θανάτου των γενναίων και συνταράσσουν γιατί θυμίζουν τον χαμό αγαπημένων προσώπων στα ανθρωποφάγα μέτωπα του πολέμου. Ο Έλλην ποιητής Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) στον «στρατιώτη ποιητή» του εκμυστηρεύεται ποιητικά υα εφιαλτικά βιώματά του από τον πόλεμο με την ακόλουθη κραυγή του:

«Δεν έχω γράψει ποιήματα, μέσα σε κρότους κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα, την άλλη ανατρίχιαζα

Μέσα στο φόβο, μέσα στον φόβο πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω».

Οι «λησμονημένοι ήρωες» έχουν έντονα αντιπολεμικό χαρακτήρα. Αποτελούν μια βοερή καταγγελία του πολέμου, είναι μια κραυγαλέα καταδίκη για τα δεινά που προκαλεί αυτός, τις κακουχίες, τα μαρτύρια της αιχμαλωσίας, τον ευτελισμό της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, τους θανάτους, τον ανθρώπινο πόνο. Σε όλο το αφήγημα κυριαρχεί ο αποτροπιασμός όλων των μαχητών που πολέμησαν στο πλευρό των συμμάχων εναντίον του Γερμανοϊταλικού άξονα, ενώ διακαής πόθος των τεσσάρων του Αμμοτόπου είναι η φιλειρηνική ζωή που ονειρεύονται στα ψωμοτόπια του χωριού τους, σν τελειώσει ο πόλεμος. Ενδεικτικός ο ύμνος της ειρήνης (δελ 97)

«πότε πια μα πότε θα γίνει ειρήνη – ειρήνη – ειρήνη

Θεέ μου σε ρωτάμε, στην Ελλάδα μας πότε θα πάμε…».

Σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν υμνείται ο ηρωισμός στις μάχες, παρά μόνο τονίζεται εμφανώς ο αγώνας των πολεμιστών για την υπεράσπιση της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ανθρωπιάς σε αντίθεση με το Ομηρικό και Σπαρτιατικό ιδεώδες κατά τα οποία ο μαχητής οφείλει να διαπράξει ανδραγαθία στον κατακτητικό πολέμου για να κερδίσει ο ίδιος  την υστεροφημία, έστω και νεκρός αλλά και να τιμηθεί η οικογένειά του και η πατρίδα του. Τη φρίκη των αγωνιστών κατά του πολέμου καταδεικνύει το χωρίο: «Στις 27 Οκτωβρίου 1944 στον Τάραντα περάσαμε ανάμεσα από τα χαλάσματα του πολέμου. Τα δάκρυά μας ασταμάτητα στη θέα των καταστροφών που άφησε πίσω του ο λίβας του φασισμού. Ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια αντηχούν ακόμα τα βογγητά των μαχητών μας του Γιώργου, του Γιάννη, του Κώστα. Δεν θέλω να ξαναγναντέψω πίσω φεύγοντας γιατί θεωρώ πως τα χέρια τους απλώνονται, και τα παρακάλια ακούγονται στ’ αυτιά μου στο κάλεσμά τους να τους πάρουμε μαζί μας… Που μας αφήνετε αδέρφια μέσ’ σε ξένους τόπους, μαζί δεν πολεμήσαμε;» (σελ. 168). Η έντονη αντιπολεμική διάσταση αυτού του έργου υποδηλώνεται και από τις περιπτώσεις καλοσύνης και ανθρωπιάς τις οποίες εκδηλώνουν οι Έλληνες προς τους αντιπάλους τους Ιταλούς στρατιώτες: «Μπρος στην άθλια κατάστασή τους, παραδίδεις τα όπλα σου και παύεις να είσαι στρατιώτης, εκδικητής, φονιάς, γίνεσαι άνθρωπος… άνθρωπος του χωριού μου… Μοιράστηκα μαζί τους το λιγοστό νερό που μου είχε απομείνει στο παγούρι και λίγο ψωμί γεμάτο άμμο…» (σελ. 134).

Η πέμπτη τέλος αρετή του παρόντος συγγράμματος είναι το απέριττο και απλό ύφος του. Η γραφή καταπλήσσει με τη λιτότητα των εκφραστικών μέσων, τον δωρικό χαρακτήρα της αφήγησης, την απουσία ωραιοποιημένων εκφράσεων, τον περιεκτικό λόγο, τη φυσική ροή της ομιλίας, την παρατακτική σύνδεση των προτάσεων για να διατηρηθούν η ζωντάνια και η αμεσότητα του προφορικού λόγου αλλά κυρίως να καταδειχθεί η λαϊκή καταγωγή του έργου και η γνησιότητά του. Η γλώσσα διανθίζεται με πολλές ιδιωματικές λέξεις της Ηπείρου. Ο συγγραφέας μιλάει για τρομακτικά γεγονότα, για τη συνεχή απειλή του θανάτου με «λόγια ξερά» χωρίς συγκινησιακή φόρτιση. Η γραφή «σε δαγκώνει» και σε παρακινεί να διαβάσεις το αφήγημα χωρίς διάλειμμα. Ιδού ένα χαρακτηριστικό δείγμα: «Στην Πέργαμο μάς άδειασαν σαν σακιά με καλαμπόκι σε κάτι παλιούς σταύλους που μύριζαν κοπριά. Τη νύχτα οι κοριοί κάνανε παρέλαση στα κορμιά μας καθώς δεν υπήρχε πια αίμα να ρουφήξουν. Σπάγανε τις μύτες τους στα κόκκαλά μας, γιατί πια είχαμε στερέψει όλοι μας από το πληγούρι και το ψωμί μιάς βδομάδας, ενώ από το βρώμικο νερό τους πέσαμε όλοι μας ξεροί από τους κοιλόπονους για μέρες» (σελ. 83).

Φθάνοντας στο τέλος της οδοιπορίας μας στους «λησμονημένους ήρωες» του Ν. Πάνου τη σκέψη μας πολιορκούν οι στίχοι του ποιητή Γιώργου Σεφέρη (1900-1971) από τον «τελευταίο Σταθμό» του:

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: Ο Μιχάλης που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

Ίσως μιλούσε για ήρωες όταν τη νύχτα εκείνη που έσερνε το ποδάρι του μεσ’ στη συσκοτισμένη πολιτεία,

Ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας. «Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά».

Από τη θέση αυτή ευχόμαστε υγεία, αντοχή και δημιουργική έμπνευση στον ακαταπόνητο ερευνητή και συγγραφέα Νίκο Πάνο για να μας χαρίζει έργα της ψυχής και του πνεύματός του, αλλά και «καλό ταξίδι» στο καινούριο του βιβλίο.

Νίκος Β. Καρατζένης

Φιλόλογος-συγγραφέας

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)