Του Μιλτιάδη Κωστάκου

Πρωτάκουσα τη λέξη εδώ και δυο-τρία χρόνια. Τόσο αργά και τόσο καθυστερημένα. Είχα πει, θυμάμαι, στο φιλικό κύκλο που κάνουμε παρέα καθημερινά. Ακούστε το διάλογο.

«Ρε παιδιά, με τρώνε τα χέρια μου, μήπως ξέρετε τι είναι»; Ένας από την παρέα πήρε το λόγο και τι μου είπε. «μήπως πήγες στον κήπο και δούλεψες;».

Ήταν αλήθεια. Την προηγούμενη καταγινόμουν με την κηπευτική, κάτι ζαρζαβατικά, που αν ήξερα τι θα πάθαινα δεν θα πατούσα το πόδι μου εκεί. Τόσο ακριβά που την πλήρωσα τη δουλειά, που να μου έλειπαν και τα ζαρζαβατικά με τη φρεσκάδα τους, λέει, αλλά και η πανθομολογούμενη ευχαρίστηση από την ευγενή ενασχόληση με την κηπευτική. Η οποία κηπευτική για πολλούς, ειρήσθω εν παρόδω, στις μέρες μας τείνει να γίνει πάθος για ξέδωμα, για εκτόνωση. Είναι και το δέλεαρ των φρέσκων και υγιεινών ζαρζαβατικών, δε λέω, ως κίνητρο που κατά κάποιο τρόπο ανήγαγε την κηπευτική σε ευγενές για την εποχή μας σπορ. Το τερπνό μετά του ωφελίμου, που λέμε στις περιπτώσεις που μια δουλειά μας συνδυάζει το ευχάριστο με το ωφέλιμο. Έτερον εκάτερον, δηλαδή άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Άλλο η κηπευτική και άλλο το άκαρι, που έχουμε εδώ ως θέμα στην κουβέντα μας.

Τι είναι, λοιπόν, το άκαρι το έμαθα για πρώτη φορά από τον φίλο μου. Η πλάκα είναι ότι σα να απόρησε με την άγνοιά μου. Το άκαρι, μου είπε, είναι ένα πολύ μικρό ζωύφιο που ζει συνήθως ως παράσιτο στα φυτά, στα ζώα και άμα λάχει και στον άνθρωπο, μεταδίδοντας ασθένειες, όπως η ψώρα. Η φαγούρα η δική μου, που είπα πιο πάνω.

Έμεινα, θυμάμαι, ενεός, άφωνος από την κατάπληξη. Έλα, Χριστέ και Παναγιά, άλλο και τούτο. Ένα τόσο δα μικροσκοπικό πράγμα ασήμαντο και αόρατο, εκ των πραγμάτων, δια γυμνού οφθαλμού, και να σου κάνει τέτοια ζημιά. Να σου προκαλεί τέτοια πάθηση. Να μη σ’ αφήνει να ησυχάσεις ούτε στον ύπνο σου παρά κι εκεί να ζεις ένα σωστό εφιάλτη, να ξυέσαι, να ξύνεσαι όσο να ματώσεις κι αυτό να σου προκαλεί μιαν ευχαρίστηση, μια θα έλεγα ηδονή παρά φύση, αρρωστιάρικη, και τελειωμό να μην έχεις. Αντίθετα το κακό όλο και ξαπλώνεται σε όλο σου το κορμί, ώστε να καταντά μαρτύριο, ένα βάσανο που τελικά σε κάνει να αηδιάσεις ως και τον ίδιο σου τον εαυτό. Που σε στέλνει εξάπαντος στο γιατρό, τον δερματολόγο. Θεραπεία, αλοιφές, χάπια και δε συμμαζεύεται. Και όλα αυτά από ένα ζωύφιο, ένα μικροοργανισμό. Ένα χαμένο πράμα, κατά το κοινώς λεγόμενο. Ένα σίχαμα.

Και η μια σκέψη φέρνει την άλλη.

Είμαστε, λέει, οι άνθρωποι, οι τρανοί και παντοδύναμοι. Που δαμάσαμε τα ζώα, που στρέψαμε την κοίτη των ποταμών, τα πάντα όλα, που λέει και ο Αλέφαντος. Και όμως αυτός ο παντοδύναμος άνθρωπος είναι ευάλωτος με το παραμικρό σε τόσο ασήμαντους μικροοργανισμούς. Ζωύφια παντός είδους, μικρόβια, ιοί, όλα αυτά μικροοργανισμοί, σου λέει το Λεξικό και φυσικά ο γιατρός. Ένας ολόκληρος στρατός που απειλεί τον άνθρωπο την πάσα στιγμή να τον ξαπλώσει στο κρεβάτι, να του αλλάξει τα φώτα στις ενέσεις και τα φάρμακα και σε κάποιες περιπτώσεις, όχι και λίγες, να τον στείλει στα θυμαράκια.
Κι έπειτα μου λες εσύ γα τον μύθο του υπερανθρώπου, του Ράμπο και τα ρέστα. Που έτσι και του επιτεθεί ένα ιός, ένα τίποτα δηλαδή θα δεις εκείνα που θα πάθουν οι ημίθεοι της φαντασίας μας. Ο κίνδυνος είναι ορατός αλλά ο εχθρός είναι αόρατος. Όχι έξω των τειχών, προ των πυλών της Τροίας, αλλά εντός των πυλών, μέσα στο ίδιο το σπίτι μας, στον κήπο μας. Όπως το άκαρι που λέμε τώρα.

Έλλειψη των στοιχειωδών γνώσεων, θα παρατηρήσει κάποιος για τη δική μου άγνοια περί του ακάρεως (είδατε που κλίνεται και γραμματικά η λέξη) και θα έχει μεγάλο δίκιο να το πει. Έλλειψη παιδείας, γενικότερης, θα έλεγα εγώ, και δεν αφορά μόνο εμένα αλλά, φαντάζομαι, και την πλειονότητα εξ ημών.

Ήθελα να ρωτήσω ύστερα από τόσα χρόνια τη φωτισμένη τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, τι τα ήθελαν εκείνα τα μαθήματα, φυτολογία και ζωολογία στη Β΄ Γυμνασίου, και μας τα έβαζαν στο σχολικό πρόγραμμα και μας κοπανάνε όλη την ώρα για τον φασίολο (κοινώς τη φασολιά), για τα μονοκοτυλήδονα φυτά, για τους στήμονες και τους ύπερους στα άνθη, για τις εγκάρσιες τομές στους κορμούς των δέντρων και άλλα τέτοια ανούσια. Καλά η ζωολογία κάτι είχε να μας πει, αλλά, ρε παιδί μου, προς τι τόσος πολύτιμος σχολικός χρόνος; Για τον φασίολο; Έλεος. Τόσο αλάργα νυχτωμένοι ήταν οι άνθρωποι. Μήπως και τώρα, εδώ και καμιά δεκαπενταριά-είκοσι χρόνια, τι την ήθελαν εκείνη της περιβόητη «Φιλοσοφία» ως μάθημα στη Γ΄ Λυκείου εκτός Δεσμών μάλιστα. Ένα βιβλίο εξάμβλωμα που δεν το καταλάβαιναν ούτε και οι διδάσκοντες καθηγητές. Σε τι ωφέλησαν εκείνα τα μαθήματα και τόσα άλλα «ως ουκ έστιν αριθμός»; Βάλτε ρε σεις εκεί πάνω στα Υπουργεία, μαθήματα που πραγματικά να ωφελούν θεωρητικά και (κυρίως) πρακτικά τον άνθρωπο, το νέο άνθρωπο. Έτσι δεν θα χρειάζονται τόσο συχνά και απαραίτητα οι γιατροί. Όπως στη δική μου περίπτωση με το άκαρι. Του ακάρεως κατά πως κλίνεται. Έτσι για να το θυμάστε κι αυτό.

Μιλτιάδης Κωστάκος

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)