Γράφει: Ο Κώστας Τραχανάς

Από τα μέσα της ακαδημαϊκής χρονιάς ως τη λήξη της, ο δευτεροετής μηχανικός Τσουκούρου Ταζάκι, ζούσε σχεδόν με μία και μοναδική σκέψη: τον θάνατο.

Δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο εκείνον τον καιρό έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσει τόσο κοντά στο χείλος του θανάτου. Ζούσε σαν υπνοβάτης, σαν νεκρός, που δεν αντιλαμβανόταν τον θάνατο.

Ο λόγος που μαγνητίστηκε από τον θάνατο ήταν ξεκάθαρος. Μια μέρα, οι τέσσερις κολλητοί φίλοι του και φίλες του, από την γενέτειρά τους τη Ναγκόγια, τον έπιασαν και του είπαν στα ίσα πως δεν θέλανε πια ούτε να τον ξαναδούν στα μάτια τους και ούτε να του ξαναμιλήσουν. Εντελώς ανεξήγητα, οι φίλοι αποφάσισαν να τον απορρίψουν και να τον διώξουν δια παντός, για άγνωστο λόγο.

Ο Τσουκούρου Ταζάκι δέχτηκε το γεγονός συντετριμμένος χωρίς να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις και, για κάμποσα χρόνια, χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα μιας άγριας κατάθλιψης, που τον εμπόδισε να συνεχίσει τη ζωή του φυσιολογικά.

Ο Τσεκούρου, που έκανε πολύ στενή παρέα με τα δύο αγόρια και τα δύο κορίτσια, είχε ήδη φύγει από την πόλη του, για να πάει να σπουδάσει στο Τόκιο, μηχανικός. Έτσι, ο διωγμός του από την παρέα δεν είχε κάποιον αντίκτυπο στην καθημερινή ρουτίνα του.

Οι τέσσερις φίλοι του, είχαν τυχαία ένα μικρό κοινό σημείο μεταξύ τους: ένα ιδεόγραμμα που υποδήλωνε κάποιο χρώμα. Το επώνυμο του Ακαμάτσου για παράδειγμα, περιλάμβανε τον χαρακτήρα Άκα, που σημαίνει «κόκκινο», του Οούμι τον χαρακτήρα Άο, δηλαδή «γαλάζιο», η Σιρένα είχε τον χαρακτήρα Σίρο , «άσπρο», ενώ η Κουράνο τον χαρακτήρα Κούρο, «μαύρο». Μόνο το επίθετο του Ταζάκι δεν είχε τίποτα σχετικά με χρώμα.

Ήταν ο Τσουκούρου Ταζάκι μέτριος σε όλα, άχρωμος και άοσμος.

Ο «άχρωμος» Τσουκούρου αποδέχεται την απόρριψη σιωπηρά, φτάνει λόγω του συναισθηματικού σοκ στα πρόθυρα του θανάτου και τελικά επανέρχεται στην κανονική ζωή του χωρίς να έχει ουσιαστικά συνέλθει.

Ο άχρωμος Ταζάκι Τσουκούρου θα συνεχίσει να ζει την άχρωμη ζωή του όπως και πρώτα. Σπουδάζει Μηχανικός σχεδιασμού σιδηροδρομικών σταθμών, εργάζεται στην Dentetsu , κληρονομεί μια σοβαρή περιουσία από τον πατέρα του και μένει σε μια βολική και άνετη γκαρσονιέρα, σε μια πολυτελή πολυκατοικία κοντά στο Τόκιο.

Έπειτα από δεκαέξι χρόνια, η Σάρα, η ερωμένη του, διαβλέπει το συναισθηματικό του μπλοκάρισμα, θέτει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων και τον ωθεί στο αυτονόητο: να επιδιώξει, έστω και εκ των υστέρων, μια εκ βαθέων επαφή με την «πολύχρωμη» παρέα του για να φωτίσει τις λεπτομέρειες του βαθιά κρυμμένου ψυχικού τραύματός του, να κατανοήσει τα αίτια και να χειριστεί την πραγματικότητα με τρόπο λυτρωτικό για τον ίδιο και για τη μεταξύ τους σχέση.

Η απόφαση του ήρωα να επιστρέψει στο παρελθόν και να συνομιλήσει με τους παλιούς του φίλους για τους λόγους της επεισοδιακής εκείνης αποπομπής του θα σημάνει μια πορεία επώδυνης αυτογνωσίας, που, αναμοχλεύοντας πόθους, πάθη και μακρινές αναμνήσεις, θα λυτρώσει, τουλάχιστον εν μέρει, τον Τσουκούρου από τους φόβους και τις ανασφάλειες που τον εμποδίζουν να πάρει τη ζωή του στα χέρια του…

Είναι τόσο δύσκολα να επιβιώσει κανείς στον κόσμο της πραγματικότητας;

Τι ρόλο παίζουν τα όνειρα στην αυτοσυνείδηση;

Χάνονται όλα με το πέρασμα του χρόνου;

Ιστορία δε σβήνεται και δεν αλλάζει όσο κι αν προσπαθήσουμε να κρύψουμε τις μνήμες;

Πριν μπει στο σκοτεινό δάσος ο Τσουκούρου, θα του την πέσουν οι κακοί νάνοι;

Ποιος πληγώνεται και τραυματίζεται πιο πολύ, όταν κάποιοι φίλοι φεύγουν από τη ζωή μας;

Μπορεί σε ένα άτομο κενού περιεχομένου, κάποιοι να βρίσκουν προσωρινά καταφύγιο;

Τι σχέση με όλα αυτά με την υποβλητική μελωδία του Λιστ «le mal du pays», από τη συλλογή για πιάνο «Τα χρόνια του Προσκυνήματος» με ερμηνευτή τον Λαζάρ Μπέρμαν, εξ ού και ο τίτλος του βιβλίου;

Το βιβλίο αυτό του Χαρούκι Μουρακάμι είναι μια ευφάνταστη καταβύθιση στο σκοτεινό και αχαρτογράφητο κόσμο του ασυνείδητου, είναι ένα ταξίδι προς την ωριμότητα. Είναι ένα βιβλίο για τα σύνορα του εαυτού μας μέσα σ’έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο σύνθετος και διαπιστώνεις πως η πραγματικότητα ορίζεται από τον άλλο κι αυτός ο άλλος παραμένει το όριό μας.

Πρόκειται για μια ιστορία για την απώλεια, την μοναχικότητα, την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου ,για τα όνειρα και τους εφιάλτες, για τις μνήμες, για τα ταξίδια στο παρελθόν που είναι απαραίτητα για να θεραπευτεί το παρόν.

Διαβάστε το.

Ο ΧΑΡΟΥΚΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους συγγραφείς παγκοσμίως. Γεννήθηκε στο Κιότο το 1949 και παντρεύτηκε πολύ νωρίς, λίγο μετά τα είκοσι. Μαζί με τη γυναίκα του άνοιξαν ένα τζαζ κλαμπ στο Τόκιο με το όνομα Peter Cat. Ο Μουρακάμι αποδίδει την απόφασή του να γράψει σε μια παράδοξη στιγμή αιφνίδιας έμπνευσης κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μπέιζμπολ. Παράλληλα με τη νυχτερινή εργασία του, εξακολούθησε να γράφει και να μεταφράζει μεγάλους Αμερικανούς συγγραφείς, αλλά στράφηκε αποκλειστικά στη συγγραφή μόνο μετά την τεράστια επιτυχία του μυθιστορήματος ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ, το οποίο έχει πουλήσει περισσότερα από 10.000.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και έγινε κινηματογραφική ταινία. Έκτοτε ο Μουρακάμι μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Ιαπωνία και τη Χαβάη, δουλεύοντας με πρωτοφανή συνέπεια τα μυθιστορήματά του. Αγαπάει ιδιαίτερα το τρέξιμο και έκανε κάποτε, μόνος του, τη διαδρομή του κλασικού μαραθωνίου της Αθήνας. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Franz Kafka και Jerusalem, καθώς και το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ιαπωνίας, το Yomiury, ενώ βρίσκεται σταθερά ανάμεσα στους υποψηφίους για το βραβείο Νομπέλ. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα έργα του ΝΟΡΒΗΓΙΚΟ ΔΑΣΟΣ, ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ και το magnum opus του, 1Q84, ενώ ετοιμάζεται το μυθιστόρημά του Ο ΚΑΦΚΑ ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ.

 

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)