Του Μιλτιάδη Κωστάκου

Είναι κάποιοι άνθρωποι που σε κερδίζουν με την πρώτη. Τους βλέπεις και τους ακούς, συζητάς μαζί τους και τους χαίρεσαι. Αισθάνεσαι, πώς να πούμε, ευχάριστα. Έχεις σκέψεις στο μυαλό σου, σε απασχολεί έμμονα μια ιδέα, ένα πρόβλημα, αν συμβεί να συναντήσεις, τυχαία λέω εγώ τώρα, έναν τέτοιον ευχάριστο άνθρωπο και με το που αρχίσεις την κουβέντα μαζί του, πάνε οι στενοχώριες, φεύγουν ως δια μαγείας. Εξατμίζονται. Απορροφιέσαι από τον συνομιλητή σου και ξεχνιέσαι. Ώστε σε λίγη ώρα αρμενίζεις ξένοιαστα στο πέλαγος της ευτυχίας. Θέλω να πω νιώθεις ευχάριστα, φτιάχνει η διάθεσή σου, το κέφι σου.

Τέτοιος τύπος ευχάριστος και ωραίος είναι ο φίλος μου ο Ορέστης, που λέω πάνω-πάνω στον τίτλο. Δηλαδή, για να το πω καλύτερα, ο Ορέστης δεν είναι μόνο δικός μου φίλος, γιατί κάτι τέτοιο ακούγεται εγωιστικά για τον εαυτό μου και αδικεί τον φίλο μου. Γιατί ο Ορέστης δεν έχει εχθρούς, έχει μόνο φίλους. Επομένως δεν είναι μοναχά δικός μου φίλος, είναι και δικός σου, όπως είναι για τον καθένα μας, για όλους. Φτάνει μόνο να τον συναντήσεις και να κουβεντιάσεις μαζί του, έστω για λίγο, είκοσι, τριάντα λεπτά της ώρας, και θα τον γνωρίζεις. Θα τον καταλάβεις από την αύρα που αποπνέει, από τη συμπαθητική του όψη. Και δεν είναι ανάγκη να λέγεται Ορέστης, μπορεί να έχει οποιοδήποτε όνομα. Ή μπορεί να μην είναι κάποιος επώνυμος. Η αρετή δεν κάνει επιλογές προσώπων, ώστε να αρέσκεται να κατοικοεδρεύει στα σαλόνια και στα ανάκτορα. Ίσα-ίσα που τα αποφεύγει κιόλας και προτιμάει τους απλούς ανθρώπους. Γι’ αυτό και οι ενάρετοι άνθρωποι είναι συνήθως οι απλοί άνθρωποι και όχι οι σπουδαίοι και ξεχωριστοί, ε[ειδή έχουν πλούτη και αξιώματα.

Ο δικός μου, λοιπόν, Ορέστης, γιατί πρέπει τώρα να τον φωτογραφίσω και να τον ζωντανέψω ως υπαρκτό πρόσωπο, είναι ένας γελαστός άνθρωπος, ένα γελαστό παιδί, όχι κατά την ηλικία αλλά με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που έχουν τα παιδιά, δηλαδή την ξενοιασιά και την ανεξικακία. Θα πρόσθετα και την αθωότητα με την έννοια ότι από τον φίλο μου απουσιάζει παντελώς -το υπογραμμίζω αυτό- η πονηριά και η κακία, που, αν δεν είναι σύμφυτα σε ορισμένους ανθρώπους, είναι επίκτητα λόγω καχυποψίας των περισσοτέρων εξ ημών και κακής πρόθεσης. Δηλαδή δεν είμαστε μόνο εκ γενετής κακοί, γινόμαστε στην πορεία. Τέτοια άνθη του κακού δεν υπάρχουν στην ψυχή του φίλου μου του Ορέστη. Γιατί είναι από τη φύση του καλός άνθρωπος.

Μιλάει ο φίλος μου και ποτέ δε θα ακούσεις από το στόμα του το «εγώ». Εγώ έκανα ετούτο, εγώ έκανα το άλλο. Αλήθεια ποιοι από εμάς έχουν εξοβελίσει από το λεξιλόγιό τους την τόση δα λεξούλα –δυό συλλαβές, τρία όλο κι όλο γράμματα- αλλά που εύκολα με το παραμικρό διογκώνεται και παραφουσκώνει σε σημείο που να μας παραμορφώνει και να μας κάνει αντιπαθητικούς στους άλλους. Μια λεξούλα, τρία γράμματα, δύο συλλαβές, και να μας χαρακτηρίζει αρνητικά και να μας εκθέτει στα μάτια των άλλων.

Η ταπεινοφροσύνη, η ταπεινότητα του φίλου μου του Ορέστη, δεν είναι προϊόν άσκησης που συνήθως την αποκτά κανείς κάτω από την καθοδήγηση κάποιας συστηματικής ηθικοδιδασκαλίας. Γίνεται και αυτό. Γιατί η αρετή είναι και διδακτική. Μπορεί δηλαδή να την αποκτήσει κανείς με την κατάλληλη άσκηση και χειραγώγηση.

Αλλά πόση διαφορά ανάμεσα στη φυσική και στην επίκτητη αρετή! Όση υπάρχει ανάμεσα στο φυσική και στο τεχνητό. Λέω εγώ. Για τον Ορέστη στη μεταξύ σας κουβέντα υπάρχεις εσύ κι όχι αυτός. Νοιάζεται για σένα, για το δικό σου πρόβλημα κι όχι, όπως κάνουμε οι περισσότεροι που διεκτραγωδούμε στον άλλο τα δικά μας προβλήματα, λες και εμείς μόνο έχουμε βάσανα και οι άλλοι είναι να μας ακούνε.

Στην κουβέντα που είχαμε και ύστερα από σχετική ερώτηση μιας κυρίας στην παρέα μας, ο Ορέστης αποκάλυψε πως αντιμετώπιζε ένα μικρό γι αυτόν, μεγάλο για τον καθένα μας οικονομικό πρόβλημα μα τις σπουδές των παιδιών του. Έως εκεί, τίποτε άλλο. Ούτε αμάν πως θα τα βγάλω πέρα, ούτε πως φταίνε οι πολιτικοί. Συνηθισμένη αιτία για την όποια ατυχία μας που μας βρήκε τελευταία και καταριόμαστε τους πολιτικούς.

Είπα για τους πολιτικούς. Να πω τώρα για τον Ορέστη και τη σχέση του με την πολιτική. Δηλαδή τις ιδέες του για την πολιτική και τους πολιτικούς. Ίδια και εδώ, όπως τον παρουσίασα παραπάνω. Κρίνει, δεν κατακρίνει και δεν καταφεύγει στη γνωστή επωδό, που συνηθίσουμε οι Νεοέλληνες να βρίζουμε τους πολιτικούς και τις πολιτικές τους.

Ο φίλος μου ο Ορέστης ουδέποτε θα χρησιμοποιήσει στην κριτική και στα σχόλια που κάνει απρεπείς και ακραίες εκφράσεις, παρά με ήρεμο διαλεκτικό ύφος θα πει την άποψή του, γιατί κοντά στα άλλα είναι και ενημερωμένος για την πολιτική και άλλα ζητήματα σε βαθμό μάλιστα που εκπλήσσει αφοπλιστικά το συνομιλητή του.

Τώρα θα μου πει κανείς: «μα όλα αυτά είναι ο φίλος σου ο Ορέστης;» Εδώ σε θέλω, που και εγώ απορώ και ο ίδιος, πόθεν έλαβε ο φίλος μου τέτοια παιδεία και ανατροφή. Γιατί ο τύπος του δεν προσιδιάζει στα δικά μας εδώ πρότυπα, στα χαρακτηριστικά δηλαδή που ανταποκρίνονται στο κοινό μέτρο συμπεριφοράς εδώ των εντοπίων.

Μπορεί να ξενίζει κάπως η παρατήρηση αυτή, αλλά σας βεβαιώνω ότι δεν ελέχθη «ελαφρά τη καρδία». Με απασχόλησε το πράγμα και το σκέφτηκα πολύ.

Τέλος πάντων. Να δώσω και κάποια άλλα στοιχεία για την πλήρη ταυτοποίηση του φίλου μου. Πρόκειται για τον Ορέστη Ανδρίκο εκ Βουλίστης Παναγιάς, καθηγητή των Μαθηματικών που εδώ και χρόνια υπηρετεί στα σχολεία μας. Κάναμε ένα φεγγάρι συνάδελφοι και είχα την ευκαιρία τότε να τον γνωρίζω και να τον σπουδάσω από κοντά. Έκτοτε μετά τη συνταξιοδότησή μου οι δρόμοι μς χώρισαν και βλεπόμαστε πολύ αραιά.

Να προσθέσω ακόμη κάτι και να κλείσω με αυτό. Η φιλία που μας συνδέει δεν οφείλεται τώρα και τότε στην καθημερινή συναναστροφή, όπως μπορεί να υποθέσει κανείς. Περισσότερο είναι η αμοιβαία εκτίμηση αυτή που μας κρατάει φίλους επί πολλά χρόνια. Και, φυσικά, είναι η φυσική ευγένεια του φίλου μου Ορέστη.

Του εύχομαι να είναι πάντα καλά αυτός και η οικογένειά του.

Μιλτιάδης Κωστάκος 2016.

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 3.0/5 (3 votes cast)
Ο φίλος μου ο Ορέστης, 3.0 out of 5 based on 3 ratings