Του Μιλτιάδη Κωστάκου

Είχα διαβάσει παλιά, πλω παλιά, εκεί κοντά στα 1960 ένα βιβλίο. Θυμάμαι ακόμα τον τίτλο και τον συγγραφέα του. «Για να ανοίξει ο δρόμος» ήταν ο τίτλος και Ανδρέας Τσιριντάνης ο συγγραφέας. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση εκείνο το βιβλίο. Επρόκειτο για ένα δοκίμιο κοινωνικού προβληματισμού, πολυσέλιδο. Από την ανάγνωση κράτησα μια φράση, τη θυμάμαι αυτούσια ως κατακλείδα αποφθεγματική: Έλεγε η φράση: «Μία ελπίς (ήταν τότε η απλή καθαρεύουσα) σωτηρίας υπάρχει, να μην ελπίζουμε σε καμία σωτηρία».

Μεγάλη κουβέντα! Και ας μη βιαστεί κάποιος να την εκλάβει ως έκφραση της απόλυτης απελπισίας, όπως εκ πρώτης όψεως, από πρώτη ανάγνωση, φαίνεται. Έχει βάθος ο λόγος. Θα το διαπιστώσουμε πιο κάτω, όχι αναλύοντας θεωρητικά τα περιεχόμενο (κάτι τέτοια θα μας πάρε πού χρόνο), αλλά αναφέροντας συγκεκριμένα πράγματα και καταστάσεις από τη σημερινή πραγματικότητα, τη δική μας πραγματικότητα, όπως τη ζούμε όλοι μας. Και, ποιος ξέρει, μπορεί στο τέλος να βγάλουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

Η ιστορία, φίλοι μου, επαναλαμβάνεται. Είναι νόμος αυτός που διέπει τα ανθρώπινα και μια βασική αλήθεια, που αν και την ξέρουμε τη γράφουμε στα παλιά μας τα παπούτσια και κάθε φορά κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύει το ξερό μας το κεφάλι. Γιατί περί ξεροκεφαλιάς πρόκειται. Να ξέρεις ότι αυτό που κάνεις είναι λάθος, που αποδεδειγμένα το είχαν κάνει κάποιοι άλλοι πριν από σένα και είχαν τραβήξει των παθών τους τον τάραχο, και εσύ να επιμένεις στο λάθος, αυτό είναι κάτι το αδιανόητο και γι’ αυτό ασυγχώρητο. Κι εδώ μιλάμε για λάθη που τα πληρώνουν άλλοι για άλλων κρίματα.

Μια δεύτερη τώρα αλήθεια, που εν μέρει ή εν πολλοίς εξηγεί την πρώτη. Παθαίνουμε το παθαίνουμε και σε κάποιο καιρό ξεχνάμε. Ξαναπαθαίνουμε και πάλι ματαξεχνάμε. Το πράγμα εγγίζει τα όρια του παραλογισμού. Βλέπεις το γκρεμό και εσύ πας ίσα μπροστά και γκρεμοτσακίζεσαι.

Πόσες φορές δεν έγινε αυτό στη χώρα μας από καταβολής νεοελληνικού κράτους. Να μην  απαριθμήσουμε τις συμφορές που κατέληξαν σε εθνικές μας τραγωδίες.

Αφήνουμε τα παλιά, άντε να πούμε περασμένα-ξεχασμένα. Να ξεχάσουμε τα βάσανα και τις οδύνες ναι, αυτό είναι λυτρωτικό και επιβάλλεται. Όχι να ξεχάσουμε τις απερισκεψίες μας, τις ασωτίες μας, τα πάθη και του διχασμούς. Αυτά δηλαδή που στα ιστορικά γεγονότα, αποτελούν τις αιτίες, για να ακολουθήσουν με μαθηματική ακρίβεια τα ίδια πάντα ολέθρια αποτελέσματα.

Όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Είναι ανώφελο και περιττό να ξαναλέμε στη φάση που βρισκόμαστε για λάθη και παραλείψεις ανατρέχοντας στο πρόσφατο παρελθόν. Αυτό έπρεπε να γένει από την αρχή, πριν εκδηλωθεί η κρίση που περνάμε. Δεν έγινε τότε άσ΄ το να πάει ή μάλλον να το μεταθέσουμε για αργότερα σε πιο εύθετο χρόνο ως έναν ανοιχτό λογαριασμό. Προέχει τώρα η ψύχραιμη και ρεαλιστική αντιμετώπιση του ζητήματος.

Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις, που ως προϋποθέσεις επιτρέπουν κάποια περιθώρια, τουλάχιστον χρονικά, για ορθολογισμό. Για παράδειγμα στη σημερινή συγκυρία με τη βαθιά κρίση ο λαός, πέρα από κάποιες υποτονικές αντιδράσεις, φαίνεται ότι αποδέχτηκε την οδυνηρή πραγματικότητα. Ίσως λόγω της ύφεσης που λειτούργησε έτσι κι αλλιώς καταλαγιαστικά, ίσως και γιατί ο λαός κατά κάποιο τρόπο νιώθει συνυπεύθυνος ως ένα βαθμό με τους εκάστοτε κυβερνώντες, τους βασικούς υπεύθυνους.

Η ιδιότυπη αυτή εκεχειρία δίνει ένα χρόνο για τους απαιτούμενους χειρισμούς στη σημερινή κυβέρνηση ως ανοχή βέβαια η οποία μέρα με τη μέρα λιγοστεύει και τα περιθώρια όλο και στενεύουν. Όλως είναι κάτι κι αυτό.

Ύστερα είναι οι νέοι, αυτοί που πληρώνουν και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια θα πληρώνουν τις αμαρτίες των γονέων τους και όμως με συγκινητική αξιοπρέπεια και με λεβεντιά αντιμετωπίζουν το πρόβλημά τους χωρίς να γογγύζουν και να διαμαρτύρονται, όπως θα ήταν αναμενόμενο.

Χαίρεται κανείς τα σημερινά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, που δεν διστάζουν να κάνουν τις πιο ταπεινωτικές εργασίες, σερβιτόροι και σκουπιδιάρηδες, χωρίς να νιώθουν μειονεκτικά κι ας είναι όλοι τους μορφωμένοι κι ας προδόθηκαν τα όνειρά τους.

Απομένει οι πολιτικοί να συνακολουθήσουν το παράδειγμα των νέων και να αρθούν επιτέλους στο ύψος των περιστάσεων. Ιδιαίτερα οι της αντιπολίτευσης να χαμηλώσουν τους αντιπολιτευτικούς τόνους, γιατί αυτοί φέρουν μεγαλύτερη ευθύνη από τη σημερινή κυβέρνηση για το κακό που μας βρήκε. Αν θέλουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Από μια γενικότερη εκτίμηση και σύμφωνα με όλες αυτές τις υπάρχουσες ενδείξεις φαίνεται ότι το πράγμα θα μας βγει σε καλό. Η νοοτροπία, δεν γίνεται παρά να αλλάξει. Θα βάλουμε όλοι μας μυαλό. Θέλουμε δε θέλουμε θα στρωθούμε στη δουλειά. Άλλη ελπίδα δεν απομένει.

Αυτό ακριβώς υπαινίσσεται η αποφθεγματική φράση του βιβλίου που σας έλεγα στην αρχή. Μια ελπίδα σωτηρίας υπάρχει, να μην ελπίζουμε σε καμιά σωτηρία. (Από ξένη βοήθεια, συμπληρώνω εγώ).

Μιλτιάδης Κωστάκος – Αύγουστος 2-106

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)