«Ο δρόμος της εξόδου προϋποθέτει μια πολιτική προστασίας της εργασίας, στήριξης της ενεργού ζήτησης και ρύθμισης του οικονομικού περιβάλλοντος ώστε οι κανόνες να ισχύουν για όλους. Με αυτό το πολιτικό οπλοστάσιο και με αυτές τις θέσεις κατέρχεται εξάλλου η ελληνική κυβέρνηση στην επικείμενη διαπραγμάτευση για τα εργασιακά»

Στην πρόσφατη ομιλία του στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός παρουσίασε τους βασικούς άξονες του κυβερνητικού σχεδίου για την έξοδο από την κρίση, κεντρική ιδέα του οποίου είναι η δίκαιη ανάπτυξη. Η ανάπτυξη που θα στηρίζεται στην προστασία της εργασίας, την καινοτομία, την οικοδόμηση δικτύων και συνεργειών αλλά και στη ρύθμιση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Ολα τούτα όμως προϋποθέτουν ισχυρή βούληση αλλά και συγκεκριμένες παρεμβάσεις που θα ανακόψουν και θα αντιστρέψουν την αυθόρμητη τάση της οικονομίας. Διότι η αυθόρμητη τάση μιας καπιταλιστικής οικονομίας σε κρίση, όπως η ελληνική, είναι:

• Η εκκαθάριση των μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων.

• Η συμπίεση του εργατικού κόστους.

• Η σάρωση των δικαιωμάτων της εργασίας.

Τελικά, η αναδιανομή ισχύος και πλούτου υπέρ του κεφαλαίου ώστε να οδηγηθεί η οικονομία σε μια νέα φάση συσσώρευσης με όρους αποδοτικότερους για την κυρίαρχη κοινωνική δύναμη. Ακριβώς αυτή την αυθόρμητη τάση της οικονομίας ενίσχυσαν και επιτάχυναν οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων της πενταετίας 2010-2015 με μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή που στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων επιβάρυνε τα μισθωτά στρώματα και τους αυτοαπασχολούμενους, με σειρά διαρθρωτικών μέτρων απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και τέλος με την εμβληματική για τα συμφέροντα της ολιγαρχίας απόφαση για τη μείωση του κατώτατου μισθού. Πολιτικός στόχος, λοιπόν, ήταν η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας που θα βασιζόταν στη συντριβή της εργασίας.

Η βασική θέση την οποία αυτή η κυβέρνηση ήδη από την πρώτη στιγμή υπερασπίστηκε και συνεχίζει να υπερασπίζεται τόσο στη διαπραγμάτευση όσο και στον διάλογο με τους κοινωνικούς φορείς είναι ότι η ιδέα αυτή εκτός από κοινωνικά ισοπεδωτική αποδείχθηκε ταυτόχρονα -για άλλη μια φορά- και οικονομικά καταστροφική. Αυτό φαίνεται εξάλλου ακόμα και από μια πρόχειρη ματιά στην εξέλιξη των σχετικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας κατά την πενταετία 2010-2015.

Συγκεκριμένα, παρά τη μείωση των μισθών κατά 25% και τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 14% (Ετήσια Εκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2016), η Ελλάδα υποχώρησε έως και 30 θέσεις (φτάνοντας ακόμη και στην 96η θέση στις 144 χώρες το 2013) στον δείκτη ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν κατά 67% και το ΑΕΠ κατά 25%. Την ίδια στιγμή η ασθενής τάση ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας που παρατηρήθηκε από το τέλος του 2014 και στις αρχές του 2015 βασίστηκε κυρίαρχα στην ιδιωτική κατανάλωση.

Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, και έτσι έχουν, με εύλογη απορία διαβάζει κανείς στο τελευταίο εβδομαδιαίο δελτίο του ΣΕΒ την αιχμηρή κριτική που ασκείται στην ομιλία του πρωθυπουργού κατά τα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης. Ο ΣΕΒ αναφέρεται ειδικά σε ένα σημείο της ομιλίας που φαίνεται ότι άγγιξε μια εξαιρετικά ευαίσθητη χορδή της ηγεσίας της μεγαλύτερης εργοδοτικής οργάνωσης της χώρας.

Συγκεκριμένα, απαντώντας στη θέση του πρωθυπουργού ότι «…η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας δεν επιτυγχάνεται με τη μείωση του μισθολογικού κόστους και η αύξηση των μισθών και η αναδιανομή εισοδημάτων υπέρ του κόσμου της εργασίας είναι προϋπόθεση της ανάπτυξης και όχι αποτέλεσμά της», η διοίκηση του ΣΕΒ απαντά: «Η ιδέα ότι η αύξηση των μισθών και η αύξηση του μεριδίου των μισθών στο συνολικό εισόδημα φέρνει ανάπτυξη είναι απολύτως λανθασμένη. Εάν δεν ήταν, τότε το μόνο που απαιτείται, για να έρθει η πολυπόθητη ανάπτυξη, θα ήταν να αυξήσουμε τους μισθούς και να αναδιανείμουμε το εισόδημα, με υπερφορολόγηση των επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, του κεφαλαίου υπέρ των μισθωτών».

Γιατί άραγε η διοίκηση του ΣΕΒ απαντά ειδικά σε αυτήν τη θέση του πρωθυπουργού παρά το γεγονός ότι γνωρίζει (ή θα όφειλε να γνωρίζει) πως αυτή επιβεβαιώνεται όχι μόνο θεωρητικά αλλά και από τα ίδια τα εμπειρικά στοιχεία; Μήπως πιστεύει ότι η μείωση των μισθών είναι η ενδεικνυόμενη πολιτική για την ανάπτυξη; Αν το πιστεύει, να το πει. Η απάντηση όμως δεν είναι αυτή. Το κάνει διότι κατανόησε, και καλώς κατανόησε, ότι αυτή η κυβέρνηση θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι της ώστε να αντιστρέψει την αυθόρμητη κίνηση της οικονομίας.

Και είναι ακριβώς αυτή την κυβερνητική επιδίωξη που καμία οικονομική ελίτ δεν μπορεί να ανεχτεί. Διότι αμφισβητεί στον πυρήνα της την αξίωσή της να καθορίζει η ίδια τα του οίκου της. Αμφισβητεί τα ιερά και τα όσια της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων. Δεν είναι, λοιπόν, καμία οικονομική ορθολογικότητα αλλά το συμφέρον μιας κοινωνικής δύναμης που μιλάει στο εβδομαδιαίο δελτίο του ΣΕΒ.

Η υπόθεση, όμως, της ανάπτυξης είναι μια υπόθεση που αφορά πρώτα και κύρια την κοινωνική πλειοψηφία. Και αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με μειώσεις μισθών, εκκαθαρίσεις δικαιωμάτων, κρατική προστασία μιας ολιγαρχίας του πλούτου και καταδίκη της κοινωνικής πλειοψηφίας στο περιθώριο και στην ανέχεια. Και τούτο διότι όλα τα παραπάνω όχι μόνο δεν συνάδουν με τις παραδόσεις και τις κατακτήσεις της ευρωπαϊκής ηπείρου αλλά έχουν αποδειχτεί και οικονομικά αναποτελεσματικά.

Ο δρόμος της εξόδου προϋποθέτει μια πολιτική προστασίας της εργασίας, στήριξης της ενεργού ζήτησης και ρύθμισης του οικονομικού περιβάλλοντος ώστε οι κανόνες να ισχύουν για όλους. Με αυτό το πολιτικό οπλοστάσιο και με αυτές τις θέσεις κατέρχεται εξάλλου η ελληνική κυβέρνηση στην επικείμενη διαπραγμάτευση για τα εργασιακά. Διότι προϋπόθεση της δίκαιης ανάπτυξης είναι να κλείσει οριστικά και αμετάκλητα ο κύκλος της εσωτερικής υποτίμησης και της εργασιακής απορρύθμισης.

* Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος είναι γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού

πηγή: Έθνος

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)