Από τον Τάκη Παν. Παπαδημητρίου

 Αναχώρησε για τα «Ηλύσια πεδία»

«κι έγινε πλέον ένοικος του παντοτινού» (Τάκης Σινόπουλος) και ο Νίκος Νάκιος, από το Ριζοβούνι, απόστρατος αξιωματικός της Αεροπορίας, την 7η Σεπτεμβρίου και κηδεύτηκε στην Αθήνα αφού «ρεαλιστής και γενναίος πάλεψε με τον άγγελο του ολέθρου,/ χρόνια αρκετά και δίσεκτα»/, δίχως στο τέλος να τα καταφέρει να κερδίσει την ανάσα της ζωής. Η κηδεία του και ο ενταφιασμός του έγιναν στην Αθήνα. Τον προέπεμψαν με αγάπη η οικογένειά του, συγχωριανοί, γνωστοί και φίλοι που το μάθανε εγκαίρως.

Πλουταίνει συνεχώς και δυστυχώς ο Άδης. Θα πείτε: «Μα κι εμείς θα φύγουμε αργά ή γρήγορα!» Σύμφωνοι, αλλά «με παίρνει το παράπονο και ομίχλες τα μάτια μου θολώνουν», γιατί ξέρω καλά, όπως κι εσείς, πως ως άνθρωποι είμαστε εύθραυστοι κι ευάλωτοι. Αποτέλεσμα, «παλιοί κι αγαπημένοι ομοτάξιοι συμμαθητές και φίλοι ένας-ένας λιγοστεύουμε…»

Με τον Νίκο Νάκιο υπήρξαμε συμμαθητές στην Αη και Βη Γυμνασίου, στο τότε Γυμνασιακό Παράρτημα Πρέβεζας στο Θεσπρωτικό, τη διετία 1952-1954, όταν πρωτολειτούργησε, ύστερα από τις άοκνες προσπάθειες κι επίμονες ενέργειες του αείμνηστου Δημάρχου Δήμου Θεσπρωτικού Αθανασίου Καλδάνη. Εκεί γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι.

Τον θυμάμαι να έρχεται στο σχολείο και να επιστρέφει στο χωριό του με τα πόδια! «Με κρύο, με βροχή, με ζέστη και λιοπύρι», καθημερινός μόχθος ο ποδαρόδρομος, να προλάβει κι εκείνος και τα άλλα παιδιά από το χωριό του και τα άλλα γύρω χωριά της Λάκκας μας τα μαθήματα στην ώρα τους. Παιδιά όλα αγροτόπαιδα, που βοηθούσαν τις ελεύθερες ώρες στις δουλειές του σπιτιού κι ύστερα να κάθονται να διαβάσουν με το λυχνάρι και τη λάμπα πετρελαίου, τα μαθήματα της αυριανής ημέρας!!!

Μετά τη διετία 1952-1954 χωρίσαμε. Εγώ για τη Βελλά Ιωαννίνων κι εκείνος για την Αθήνα στη Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικός Αεροπορίας (Σ.Τ.Υ.Α.). Έκτοτε, συναντιόμασταν και κάναμε παρέα ευκαιριακά. Αργότερα, ως Διοικητής Αξιωματικός πια, ήρθε στην Πρέβεζα στο Άκτιο όπου υπήρχε (και υπάρχει) Αεροπορική Βάση. Στην Πρέβεζα όπου διέμενε οι σχέσεις μας έγιναν πιο στενές και πιο εγκάρδιες και παραμένουν οικογενειακές μέχρι σήμερα.

Παντρεμένος με τη συγχωριανή του Βαγγελίτσα Στάθη (με την οικογένεια της οποίας οι δικοί μου γονείς είχαν αδελφικές σχέσεις) ευτύχησαν ν’ αποκτήσουν δύο υπέροχα κορίτσια, τη Δώρα και τη Χριστίνα και να συμπληρώσουν έτσι την ευτυχία τους. Και δικαιολογημένα καμάρωνε ο Νίκος για τα κορίτσια του.

Ο Νίκος, ως χαρακτήρας ήταν σοβαρός, λιγόλογος, μετρημένος, υπεύθυνος, έντιμος και ηθικός. Ένας γνήσιος αληθινός άνθρωπος και φίλος. Κλειστός τύπος, δεν εκδηλωνόταν εύκολα, αλλά, αν κέρδιζες την εμπιστοσύνη του, άνοιγε την καρδιά του και σου την έδινε απλόχερα. Τότε, διαπίστωνες την αυθεντικότητα του ανθρώπου και την εντιμότητα του χαρακτήρα του.

Ο Νίκος Νάκιος, ο συμμαθητής μου, δεν είναι πια ανάμεσα στους δικούς του και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Δεν είναι πια ανάμεσά μας. Έσβησε σαν κεράκι, «όπως σαν λιανοκέρια θα σβήσουμε κι εμείς κάποια στιγμή/στο βάθος των διαδρόμων της ζωής…».

Αξέχαστε φίλε Νίκο,

Στο «μη συμπαγές πεδίο των ψυχών» που πορεύεσαι πλέον, ας αρμενίζει και η δική σου ψυχή με ειρήνη. Καλό δρόμο και καλή ανάπαυση. Ας είναι διαρκής και παρηγορητική η μνήμη σου στην γυναίκα σου, τα κορίτσια σου και σε όλους τους δικούς σου και σ’ όλους εμάς τους φίλου σου που σε αγαπούσαμε και σε αγαπάμε. Με τη συγκατάβασή σου ανάβουμε ταπεινά καντήλι σ’ αυτή:

Είναι τα φτωχά μου λόγια που σου γράφω σήμερα.

Αντίο, φίλε!

VN:F [1.9.13_1145]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)